30.11.08

Επιμελείς εκθέσεις / εκτεθειμένοι επιμελητές

Τον τελευταίο καιρό βρέθηκα τυχαία με διαφορετικά πρόσωπα και υπό διαφορετικές περιστάσεις σε συζητήσεις σχετικά με τη θέση του επιμελητή σε μια έκθεση και ως επί το πλείστον αντιμέτωπη με καλλιτέχνες. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου επιμελήτρια ούτε ιστορικό τέχνης (με δυο εκθέσεις δεν γίνεται κανείς επιμελητής και το διδακτορικό μου είναι ακόμα στα σκαριά) , παρόλα αυτά με μόλις εκκολαπτόμενες και σίγουρα όχι σθεναρά εκφραζόμενες αυτές τις δύο ιδιότητες διαισθάνθηκα μια αμυντική – έως και εχθρική ενίοτε- θέση εκ μέρους των καλλιτεχνών με τους οποίους μίλησα όσον αφορά στη υποτιθέμενη θέση εξουσίας που συνεπάγεται ένας θεωρητικός ή ένας επιμελητής. Γεγονός που με ξάφνιασε καθώς έμοιαζε σαν να αγνοείται το δεδομένο του ότι για να ασχοληθεί κανείς με αυτά τα πράγματα πρέπει καταρχάς να αγαπά την τέχνη και κατ’ επέκταση να σέβεται και να θαυμάζει τους καλλιτέχνες…(Τώρα που το αντικρίζω γραμμένο ίσως τελικώς σήμερα να φαντάζει μάλλον ρομαντική αυτή η θέση.)
Αναρωτήθηκα και γω λοιπόν για άλλη μια φορά-γνωρίζω βεβαίως πολύ καλά ότι δεν ανακαλύπτω την Αμερική με αυτό μου τον προβληματισμό!- ποιος είναι αυτή τη στιγμή και ποιος πρέπει να είναι τελικώς ο ρόλος του επιμελητή απέναντι στον καλλιτέχνη κατά την επιμέλεια μιας ομαδικής έκθεσης, και πως αντιμετωπίζεται τελικώς λόγω του ρόλου αυτού-με απόλυτη επίγνωση ότι πρόκειται για θέμα που δεν εξαντλείται σε ένα κείμενο…
Αρχικώς φαντάζομαι ότι πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα γιατί γίνεται μια ομαδική έκθεση και σε τι αποσκοπεί. Σίγουρα όχι –μόνο τουλάχιστον- σε ότι αποσκοπεί μια ατομική. Μια ατομική έκθεση έχει πρωταρχικό σκοπό την γνωριμία με το ιδίωμα και τις προβληματικές του καλλιτέχνη και την –όσο το δυνατό καλύτερη- ανάδειξη των έργων του και κατά ανάλογο τρόπο λειτουργούν και οι art fairs ως πρώτη γνωριμία με τα έργα των καλλιτεχνών και τον χαρακτήρα μιας γκαλερί κτλ κτλ. Μια ομαδική όμως έκθεση με συγκεκριμένο θέμα, έχει διαφορετικές προθέσεις. Σαφώς κι εδώ εκ των πραγμάτων εκπληρώνεται η ανάγκη δημοσιοποίησης και ανάδειξης του έργου των καλλιτεχνών, αλλά όχι μόνο αυτό. Μια ομαδική έκθεση με «θέμα» γίνεται για να κοινοποιηθεί και να ανοιχτεί μια «συζήτηση» πάνω σε αυτό το «θέμα» όπου κύριοι συζητητές είναι τα έργα των καλλιτεχνών που συμμετέχουν. (Γι΄ αυτό το λόγο εξάλλου οι πολυπληθείς εκθέσεις εάν δεν είναι πολύ καλά συντονισμένες είναι πολύ εύκολο να καταλήξουν σε χάβρες όπου το προσωπικό στίγμα του κάθε καλλιτέχνη χάνεται μέσα σε ένα «θόρυβο» θεάματος…) Η θέση του επιμελητή σε αυτή την κατάσταση λοιπόν-αν δεχτούμε ότι η αντιστοιχία ομαδικής έκθεσης και συζήτησης είναι θεμιτή- δείχνει να πρέπει να είναι αυτή του οργανωτή/συντονιστή. Αυτό σημαίνει ότι επιλέγει κατ’ αρχάς ένα θέμα που αυτός κρίνει επίκαιρο, σημαντικό, παραμελημένο ή απλώς ενδιαφέρον και στη συνέχεια καλεί καλλιτέχνες που έχουν δείξει να τους απασχολεί το προκείμενο θέμα ή οι προβληματικές της δουλειάς τους είναι συγγενείς με αυτό ή μετά από διάφορες συζητήσεις μαζί τους έχουν εκδηλώσει την επιθυμία να δουλέψουν πάνω σε αυτό... Σε μια διαφορετική κατεύθυνση αντιλαμβάνεται ότι ένα θέμα απασχολεί ευρέως τη δουλειά αρκετών καλλιτεχνών και τους καλεί να το «συν-επικοινωνήσουν» σε μια κοινή έκθεση. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως υπάρχει μια αμοιβαία διάθεση συνεργασίας πάνω σε έναν κοινό άξονα ενδιαφέροντος που αρχικώς τίθεται από τον οργανωτή της έκθεσης. Η πρωτοβουλία μπορεί λοιπόν ναι, να είναι του επιμελητή-που έχει την ιδέα και την όρεξη να την πραγματώσει- αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έτσι μπαίνει σε θέση ισχύος απέναντι στους καλλιτέχνες.

Το ότι η ιδιότητα του γκαλερίστα, κριτικού τέχνης, επιμελητή έχει συνδεθεί με θεσμοθετημένες μορφές εξουσίας-λόγω των προπαγανδιστικών πολιτιστικών πολιτικών της Αμερικής που εμφανίστηκαν το 60'- δε συνεπάγεται ότι στην Αθήνα του σήμερα ο κάθε επιμελητής έχει τέτοιες βλέψεις (ούτε βέβαια ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις, δεν εθελοτυφλώ απλώς δεν μπορώ και να συμμεριστώ στάσεις που αγγίζουν τα όρια μανίας καταδίωξης). Ο μηδενισμός –και η αφέλεια- της θέση του ότι για αυτό το λόγο «μόνο οι καλλιτέχνες πρέπει να επιμελούνται εκθέσεις» αφ' ενός δίνει κατευθείαν στον καλλιτέχνη απλώς άλλον ένα ρόλο (που στο κάτω κάτω μπορεί να τον βάλει στο ίδιο ακριβώς καλούπι «εξουσιαστή» που έχει αποδοθεί στον «απλό» επιμελητή) και αφ’ ετέρου αρνείται να αναγνωρίσει ότι μια ματιά που δεν εμπλέκεται ενεργά αλλά μόνο θεωρητικά με τη δημιουργία, πιο αποστασιοποιημένη γαρ, πιο αντικειμενική (μέσα στην υποκειμενικότητα των προσωπικών αισθητικών της κριτηρίων) -μιλάμε πάντα για ιδανικές καταστάσεις, θέλω να πιστεύω ότι είναι προφανές-, και με έναν ειλικρινή θαυμασμό προς τους δημιουργούς που δεν σχετίζεται με πάσης φύσεως ανταγωνισμούς που είναι σύνηθες να ελλοχεύουν μεταξύ ατόμων με το ίδιο επάγγελμα, ενδέχεται να δώσει και μια άλλη ίσως πιο ανοιχτή διάσταση στα έργα*. Κατά συνέπεια η ύπαρξη επιμελητή ουσιαστικά στοχεύει στη διατήρηση ισορροπιών.
Αυτό σίγουρα δε δηλώνει ότι ο επιμελητής έτσι αποκτά "μεγαλύτερη αξία" από τον καλλιτέχνη (γιατί το άκουσα κι αυτό!) αφού η "αξία" δεν είναι κάτι που εκτιμάται μεταξύ διαφορετικών ιδιοτήτων. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε μήλα και αυγά. Ούτε να κρίνουμε τι είναι πιο σημαντικό. Υπάρχουν καλοί και κακοί καλλιτέχνες και καλοί και κακοί επιμελητές. Δεν υπάρχουν επιμελητές καλύτεροι από τους καλλιτέχνες ούτε το αντίθετο. Ο καθένας κάνει τη δουλειά του. Σε μια συζήτηση ο καλός συντονιστής θέτει το θέμα, οργανώνει τη συζήτηση και οφείλει στο τέλος να βοηθήσει το κοινό να βγάλει τα συμπεράσματά του. Οι ομιλητές όμως είναι αυτοί που θα αναπτύξουν τις θεματικές και θα πραγματοποιήσουν τους σκοπούς της συζήτησης, αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές της. Ο σωστός και συνειδητοποιημένος επιμελητής δεν προσπαθεί να καπελώσει τους καλλιτέχνες-όπως είθισται να κραυγάζεται τον τελευταίο καιρό από ντεμέκ «αδικημένους» καλλιτέχνες- ούτε να επιδείξει εξουσία, ούτε να γίνει «διάσημος» εκμεταλλευόμενος τους αλλά μόνο να τους συντονίσει ώστε να βγουν καινούρια ωραία πράγματα από την συνεργασία τους.

ΟΚ για να είμαι δίκαιη πρέπει να παραδεχτώ ότι ο σύγχρονος καλλιτεχνικός χώρος βρίθει από περιπτώσεις επιμελητών και κριτικών που με τον άλφα ή βήτα τρόπο "χειρίζονται" καριέρες καλλιτεχνών, αφού το να μπει ένας καλλιτέχνης στην έκθεσή τους ή να επιτύχει επαινετικό άρθρο τους τον καθιστά άμεσα "καταξιωμένο". Για το σύστημα όμως που επιβάλει αισθητικά κριτήρια ανάλογα με τις απαιτήσεις και τα γούστα των μεγάλων συλλεκτών ή των πολιτικών βυσμάτων (που αποτελούν τις άλφα και βήτα γερές πλάτες) - αιώνες τώρα- δεν είναι ούτε οι επιμελητές ούτε οι θεωρητικοί που φταίνε. Οι επιμελητές δεν είναι εχθροί των καλλιτεχνών, δεν ξεκινούν με τέτοιες βλέψεις –αν και κάποιοι καταλήγουν πολιτικά όργανα- και η «κατάργησή» τους δεν είναι αυτή που θα άλλαζε το σύστημα ή που θα επέφερε την ευδαιμονία και την αξιοκρατία της καλλιτεχνικής ιδιότητας…

(έπεται συνέχεια)


*Η εναλλακτική θέση που θέλει "ο κάθε καλλιτέχνης να επιμελείται το έργο του" σε μια ομαδική έκθεση συνεπάγεται, εκτός από μια αμιγή θεωρητική κατάρτιση των καλλιτεχνών, πολύ μικρά και ευέλικτα σχήματα με άψογη συνεννόηση και πολύ καλή διάθεση για ομαδική δουλειά και πάσης φύσεως συμβιβασμούς –δεν το θεωρώ αδύνατον χαίρομαι πολύ όταν βλέπω τέτοιες προσπάθειες απλώς νομίζω ότι είναι δύσκολο και σπάνιο. Και πάλι πάντως πιστεύω ότι μια «απ’ έξω» ματιά βοηθάει.

24.11.08

Τα Όντραντεκ και η Φαστιτόκαλον






Το Εγχειρίδιο φανταστικής ζωολογίας ή μετέπειτα Βιβλίο των φανταστικών όντων είναι ένα απίθανο λεξικό ανύπαρκτων και εκπληκτικών πλασμάτων που κατοικούν ανά τους αιώνες σε βιβλία, ιστορίες και μύθους απ΄ όλο τον κόσμο. Στα λήμματά του περιλαμβάνονται αλλόκοτες ζωόμορφες -αλλά και ανθρωπόμορφες ενίοτε -οντότητες που ο συγγραφέας του ανέσυρε από λαϊκά μυθοπλαστικά, ιερά και ιστορικά συγγράμματα όπως η Οδύσσεια του Ομήρου, οι Μεταμορφώσεις του Πλίνιου, η Θεογονία του Ησίοδου, οι Ιστορίες του Ηρόδοτου, οι Χίλιες και Μια Νύχτες, τα Ταξίδια του Μάρκο Πόλο αλλά και η Παλιά Διαθήκη, και από παραμυθάδες συγγραφείς, φιλόσοφους και ποιητές όπως ο Βιργίλιος, οι αδερφοί Γκριμ, ο Ρούντολφ Στάινερ, ο Πόου, αλλά και ο Κάφκα, ο Ουέλς, ο Στήβενσον ή ο Λιούις (αγαπημένα ονόματα του πάνσοφου Μπόρχες που γενικώς εμφανίζονται συχνότατα σε όλο το έργο του ) όπως και πολλοί άλλοι. Το πρώτο βιβλίο γράφτηκε το 57’ και 10 χρόνια μετά προστέθηκαν άλλα 34 λήμματα για τη δεύτερη έκδοση. Το τελικό Βιβλίο που κυκλοφορεί πια περιέχει 120 λήμματα.
Για όποιον λοιπόν τυχαίνει να αναρωτιέται τι δουλειά μπορεί να έχει το ψάρι Μπααμούτ με τη δημιουργία του κόσμου και τι στο καλό είναι ο Πίθηκος του μελανοδοχείου, αγνοεί το πως περιγράφει ο Φλωμπέρ το βιβλικό τέρας Μυρμηκολέων και το τι έγινε όταν οι Καθρεφτάνθρωποι εισέβαλαν στη γη, ξέχασε πως ξεγέλασε η ζηλιάρα πρωτόπλαστη Λίληθ την Εύα και ποιο είναι εκείνο το μυθικό πουλί στο οποίο αναφέρονται ο Σεβάχ ο θαλασσινός αλλά και ο Μάρκο Πόλο και έχει φάει τον κόσμο να βρει από πού μας έρχονται οι Ιππόγρυπες, το Βιβλίο των Φανταστικών όντων είναι γεμάτο ανύποπτες απαντήσεις ως ο καταλληλότερος και πιο ενημερωμένος οδηγός για τις άβατες χώρες του φανταστικού και του αφάνταστου.
Εμπνευσμένος από αυτό το θησαυρό παγκόσμιας φαντασίας και μετά από ανάθεση από έναν από τους πιο σημαντικούς εκδοτικούς οίκους του Μεξικού, ο πολυσχιδής μεξικανός καλλιτέχνης Francisko Toledo, εικονογραφεί με το προσωπικό του ιδιόμορφο «αφαιρετικό ρεαλιστικό» ύφος το βιβλίο του Borges προσφέροντας στην Ιστορία των τεχνών άλλο ένα συνταίριασμα ζωγραφικής και λογοτεχνίας όπως αυτά που μας έχουν δώσει κατά καιρούς οι εξαιρετικές εικονογραφήσεις της Σαλώμης του Όσκαρ Ουάιλντ από τον Beardslay, των ποιημάτων του Καβάφη από τον Χόκνεϊ, της Θείας Κωμωδίας του Δάντη από τον Νταλί, της ποίησης του Ελύτη και του Σεφέρη από τον Μόραλη και σίγουρα πολλές άλλες ακόμα που (ου γαρ...)ξεχνάω αυτή τη στιγμή ή απλώς αγνοώ.
Οι εικόνες του, που παραπέμπουν πότε σε οργανικές φόρμες πότε σε προϊστορικές τοιχογραφίες, ισορροπούν σοφά μεταξύ αφαίρεσης και αναπαραστατικότητας ώστε- ως σωστή εικονογράφηση- να αφήνουν αρκετό χώρο στην φαντασία του θεατή για να τις προσαρμόσει στις δικές του ερμηνείες για τα μυθικά πλάσματα του βιβλίου.
Η εικονογράφηση της Φανταστικής Ζωολογίας του Μπόρχες από τον Φρανσίσκο Τολέδο εκτίθεται με τον τίτλο Φανταστικά Όντα στο Κεντρικό Κτήριο του Μουσείου Μπενάκη έως τις 11/1/2009.

Μουσείο Μπενάκη
Κουμπάρη 1 & Βασ. Σοφίας
τηλ 210 367 1000
fax 210 367 1063
Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο: 9:00 - 17:00
Πέμπτη: 9:00 - 24:00
Κυριακή: 9:00 - 15:00

στην κόλαση αδερφές μου, στην κόλαση






Ωραίος ο καινούριος χώρος της Βreeder, λίγο φοβιστικός βέβαια απ'έξω με την τεράστια μεταλλική μαύρη πόρτα στον- εκτυφλωτικά, σε σύγκριση με τη γκρίζα γύρω περιοχή των μπουρδέλων του μεταξουργείου- λευκό τοίχο που με κάποιο τρόπο μοιάζει με κάστρο -σε πιάνει κι ένα "τι με περιμένει εδώ μέσα" φτάνοντας- αλλά τελικώς το τρέχον περιεχόμενο-μια εικαστική κατάβαση στην κόλαση του Δάντη- είναι απολύτως συμβατό με την αισθητική που αποπνέει το κτήριο και βεβαίως με την πάγια αισθητική της γκαλερί εν γένη, που ούτως ή άλλως-κι απ΄όταν ακόμα ήταν περιοδικό- είχε πάντα συγκεκριμένο χαρακτήρα. Η ματιά του Διονύση Καβαλλιεράτου αν και παιχνιδιάρικη-όπως πάντα- κρατάει και μια ελαφριά σκοτεινιά. Πρόκειται-εκτός των άλλων- και για μια "βέβηλη"- όπως οφείλει να είναι η τέχνη εξάλλου - παράφραση της Θείας κωμωδίας μέσα από το οδοιπορικό του φανταστικού ήρωα του καλλιτέχνη Pellelo di Kavla (!) ο οποίος ως άλλος Βιργίλιος παρεά με τον Δάντη περιφέρεται στον άλλο κόσμο σε μια σειρά από σχέδια και γλυπτά που εκφέρουν το κοινωνικό σχόλιο του καλλιτέχνη με πολιτική και προκλητική διάθεση. Με τόσο πρόσφατα τα εκκλησιαστικά σκάνδαλα οποιαδήποτε διακωμώδηση της χριστιανικής ηθικής φαντάζει τραγικά επίκαιρη και στο επίπεδο αυτό η σκανδαλιάρικα ασεβής δουλειά του Καβαλλιεράτου λειτουργεί αποτελεσματικότατα δηκτικά (χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι δικαιώνεται μόνο από την επικαιρότητά της). Τα γοητευτικά αν και μάλλον παρωχημένα-σε σχέση με άλλες πιο τολμηρές και ευτράπελες δουλειές της καλλιτέχνιδος- μεγάλα γυναικεία πορτραίτα της Iris van Dongen πάλι, όσο κι αν μέσα από τη μυστηριώδη τους διαθεση -ή έστω την πρόθεση για αυτήν- ίσως και να συνομιλούν ενίοτε ανεπαίσθητα με τα συγκατοικούντα έργα, σε τελική ανάλυση δεν ξέρω αν προσφέρουν κάτι ουσιαστικό με αυτή τη συνομιλία... Περισότερο δίνουν την εντύπωση ερμητικά αυτόνομων εικόνων -παρόλο που κάποια από αυτά συνδέονται θεματικά με αυτά του Καβαλλιεράτου- που απλώς παρεμβάλλονται αινιγματικά στην ντελιριακή δουλειά του γείτονα καλλιτέχνη. Δεν γνωρίζω αν τα έργα του Καβαλλιεράτου και της van Dongen μόνα τους θα στέκονταν καλύτερα, παρατηρώ μόνο ότι η γειτνίασή τους επιφέρει συχνά πυκνά κάποιες αμηχανίες. Από την άλλη όμως ίσως και αυτό να είναι το ζητούμενο...

18.11.08

χωρίς...


Το ότι ο Αλέξανδρος Αβρανάς είναι εικαστικός-και μάλιστα αξιόλογος- είναι κάτι που δεν γίνεται να διαφύγει από τον θεατή που παρακολουθεί το Without, την πρώτη ταινία του 30χρονου φερέλπιδος δημιουργού, με την οποία συμμετέχει στο 49ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Καθώς επίσης και το ότι έχει συνεργαστεί με μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών και τεχνικών…Κάθε πλάνο της ταινίας είναι τόσο απόλυτα ζυγισμένο και στυλιζαρισμένο που ενίοτε το αποτέλεσμα διαφεύγει των ορίων της έβδομης τέχνης. Τα περισσότερα κάδρα θυμίζουν μάλλον καλλιτεχνική φωτογραφία ή σύγχρονο ζωγραφικό φωτορεαλισμό. Οι γωνίες λήψης αναπάντεχες, οι φωτισμοί τέλειοι, τα κουστούμια υπέρκομψα, εκκεντρικά αν και λιτά και γενικώς μια ευφάνταστη σκηνογραφία που ισορροπεί άριστα μεταξύ ενός ψυχεδελικού αν και κλασσικού ρετρό και ενός αποστειρωμένου αλλά στυλάτου σημερινού ώστε να εξυπηρετεί λειτουργικότατα τον «μη-χρόνο» και «μη –τόπο» που επιδιώκει ο σκηνοθέτης. Το φουστάνι της πρωταγωνίστριας ταιριάζει χρωματικά με τα καρότα από το μισάνοιχτο ψυγείο και τα εσώρουχά της με τα πλακάκια του μπάνιου, η μπλούζα του παιδιού με τον καναπέ, οι πετσέτες της κουζίνας με την καρέκλα κ.ο.κ. Οι ερμηνευτές (ένα εντυπωσιακότατο καστ, Σαολίδου, Οικονομίδου, Στάνκογλου, Γιάνναρης κτλ.) περιφέρονται μηχανικά ή στήνονται- σαν να πρόκειται για φωτογραφήσεις μόδας- καπνίζοντας αρειμανίως, οι διάλογοι στοιχειώδεις, η εκφορά του λόγου δύσκολη –μια δυστοκία, λες και καταβάλουν προσπάθεια για να μιλήσουν- οι σιωπές μεγάλες, τα περισσότερα πλάνα υποφωτισμένα σαν τη διάθεση των πρωταγωνιστών τους. Σαφώς η τεχνική αρτιότητα έχει επιτευχθεί απολύτως όπως και η δημιουργία μιας ζοφερής ατμόσφαιρας αναμονής κάποιου ξεσπάσματος- που θυμίζει λίγο Λιντς – αλλά τελικώς το τόσο απλοποιημένο σενάριο δεν υποστηρίζεται από την αφήγηση και η ανάλυση των χαρακτήρων πάσχει...Η πρόθεση της σκιαγράφησης του αβάσταχτου βάρους της κοινής καθημερινότητας χάνεται εντέλει πίσω από την άσκηση αισθητικής τελειομανίας του σκηνοθέτη…

13.11.08

οι 100


Και μια και μιλάμε για περιοδικά το Artreview στο τελευταίο τεύχος του παραθέτει τα 100 ισχυρότερα ονόματα στο χώρο της τέχνης παγκοσμίως-κατά την άποψη δημοσιογράφων και ειδικών- μαζί με συμβουλές σχετικά με το πως να καταφέρετε να εισχωρήσετε και σεις του χρόνου στη λίστα…
Όπως θα περιμέναμε ο Damien Hirst είναι το νούμερο 1 στη λίστα, o σερ Nicolas Serota έπεσε στο 4, ο πρώτος καλλιτέχνης στη λίστα μετά τον Hirst (που νομίζω έχει πλέον ξεπεράσει όρους όπως καλλιτέχνης, επιμελητής, συλλέκτης κτλ κτλ.) είναι μόλις στο 9 (ο αγαπημένος Jasper Jones) ενώ ο Δάκης είναι στο 31 (not bad, not bad, αν και πέρσι τα πήγε καλύτερα)…