23.10.09

Κι αυτός ο e.e. cummings τι βάσανο...

)when what hugs stopping earth than silent is
by: e.e. cummings

)when what hugs stopping earth than silent is
more silent than more than much more is or
total sun oceaning than any this
tear jumping from each most least eye of star

and without was if minus and shall be
immeasurable happenless unnow
shuts more than open could that every tree
or than all life more death begins to grow

end's ending then these dolls of joy and grief
these recent memories of future dream
these perhaps who have lost their shadows if
which did not do the losing spectres mime

until out of merely not nothing comes
only one snowflake(and we speak our names

Ετικέτες

20.10.09

Υπάρχει σεξ μετά τον Αντίχριστο;




(Είναι πολύ δύσκολο να μείνει κανείς αντικειμενικός στα κριτήριά του μιλώντας για μια ταινία για την οποία έχουν γραφεί και ειπωθεί τόσα πολλά.
Οι απανωτοί σχολιασμοί και οι ακραίες κριτικές από τις Κάνες και μετά λίγα περιθώρια αφήνουν για προσωπική εκτίμηση. Παρ’ όλα αυτά καθώς παραμένει η πιο ενδιαφέρουσα κινηματογραφική δουλειά που έχω δει φέτος θα επιχειρήσω να εκφράσω μερικές σκέψεις.)


Οδυνηρά ενοχικός και με ένα ακατάσχετο τρόμο για τη φύση –ανθρώπινη και μη- ο Τρίερ διεκδικεί το δικαίωμα της ποιότητας στο σπλάτερ- ήδη το είχε κάνει για το χάρντκορ πορνό στους Ηλίθιους- γυρίζοντας μια ταινία που πολύ λιγότερα έχει να κάνει με τη θρησκεία απ΄ ότι περιμένει κανείς, παρά τον προκλητικό της τίτλο και τους εύκολους συμβολισμούς.
Ομολογώ ότι γι’ αυτά που είχα ακούσει και είχα διαβάσει μέχρι να τη δω, το θέαμα τελικώς ήταν ίσως και πιο light απ’ ό,τι περίμενα και όσο και αν είμαι δηλωμένη πολέμια της άσκοπης «διασκεδαστικής» βίας στον κινηματογράφο-βλ. Ταραντίνο- στην προκειμένη περίπτωση αν και με ενόχλησε έντονα–όπως και έπρεπε εξάλλου- έως και με πόνεσε, δεν με θύμωσε. Τολμώ λοιπόν να πω ότι μου άρεσε ο Αντίχριστος. Αν και διαφωνώ καθέτως με τη φιλοσοφική δήλωση του δημιουργού του, παραδέχομαι ότι για άλλη μια φορά ο Τρίερ κατάφερε να δώσει την αντιδραστική μεν ερμηνεία του για την ανθρώπινη φύση απέναντι στον πολιτισμό, απογειώνοντας δε το εκφραστικό του μέσο.
Η φύση λοιπόν εκεί έξω, γόνιμη και εντροπική, ο απώτατος εχθρός, «ο ναός του σατανά», το τέλος του πολιτισμού, το χάος που απειλεί να βασιλέψει. Η φύση λοιπόν βαθιά μέσα μας όλος ο κίνδυνος, η τρέλα, η σαρωτική και ανεξέλεγκτη σεξουαλική ορμή, το τέλος της λογικής, το αχαλίνωτο θηρίο που πρέπει να υποταχθεί για να μην αποκτηνωθούμε. Ο απόλυτος φόβος του Τρίερ. Η γυναίκα από τη μία η σατανική φύση, ο άντρας απέναντί της ο ήρεμος πολιτισμός –το παιδί που σκοτώνεται –αφού πρώτα έχει ασυνείδητα κακοποιηθεί- λόγω της αμέλειας της γυναίκας (βεβαίως) ο καταλύτης της σχέσης. Οι συμβολισμοί του Τρίερ είναι απλούστατοι. Δεν προσπαθεί καθόλου να τους μεταμφιέσει -η ουσία της ταινίας δεν είναι μια δύσκολη αποκρυπτογράφηση αλλά μια ευανάγνωστη αλλά αδυσώπητη αλληγορία- το δάσος που καταφεύγουν είναι η Εδέμ ο άντρας Νταφόε, πάλαι πότε Ιησούς στον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορτσέζε, η Γκένσμπουργκ η απόλυτα γήινη γυναίκα/πειρασμός, η φύση και το κακό αυτοπροσώπως. Δεν υπάρχουν κρυφά νοήματα-όλα αποσαφηνίζονται με συνέπεια παραμυθιού μέχρι την έσχατη τιμωρία με τη βίαιη και αιματηρή αχρήστευση των οργάνων αναπαραγωγής αμφοτέρων και το εμβληματικό τέλος με τις αμέτρητες απρόσωπες γυναίκες που πλημμυρίζουν απειλητικά το δρόμο της επιστροφής του επιζώντα μεν, μοιραία χτυπημένου όμως Άντρα.(και εδώ βεβαίως δεν μπορώ να μην θυμηθώ τους απρόσωπους άντρες που απειλούν αντιστοίχως την ανορεξική Ζαρίν στην ταινία της Ιρανής εικαστικού Σιρίν Νεσάτ Women without men…)
Ο Τρίερ επιστρέφει στο λυρισμό του Δαμάζοντας τα κύματα, πιο σκοτεινός όμως και πιο απελπισμένος. Το δάσος σκηνικό νομίζεις ότι αναπνέει και κινείται σαν ενιαίος οργανισμός, η φωτογραφία εφιαλτική-και εξαιρετική- ενίοτε θυμίζει Μπάρτον. Ό,τι έμβιο μοιάζει απειλητικό (πέρα από τη γυναίκα, ζώα και πουλιά κάνουν επίσης δύσκολη τη ζωή του άντρα)η ηχητική υπόκρουση μινιμαλιστική αλλά ευφυέστατη. Εκείνος εκνευριστικά ψύχραιμος. Εκείνη αχόρταγη σεξουαλικά και αδίστακτη.
Όπως και να χει το μήνυμα είναι σχεδόν οικολογικό. Με τη φύση δεν παίζουμε.
Ούτε με τη γυναίκα φυσικά.

Ετικέτες

14.10.09

παραμύθι

A Little Fable

"Alas," said the mouse, "the whole world is growing smaller every day. At the beginning it was so big that I was afraid, I kept running and running, and I was glad when I saw walls far away to the right and left, but these long walls have narrowed so quickly that I am in the last chamber already, and there in the corner stands the trap that I must run into."
"You only need to change your direction," said the cat, and ate it up.

Franz Kafka


illustration

Ετικέτες

13.10.09

και λίγη ποίηση

πρόσφατα ανακάλυψα το blog Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό. Ο συγκεκριμένος Καρούζος ήταν σαν την σημερινή βροχή. Απόλαυση.

Ετικέτες

3.10.09

In dire(ct) democracy - virtual tour

Ετικέτες

29.9.09

In dire(ct) democracy




We won't do it without the roses


Σε ένα από τα πρώτα του και πιο γνωστά διηγήματα στο Ένα ρόδο για την Έμιλι ο Φόκνερ περιγράφει την μάλλον ανατριχιαστική ιστορία της αλύγιστης γεροντοκόρης Έμιλι που προκειμένου να κρατήσει κοντά της φευγάτο και μάλλον μπερμπάντη γαμπρό τον δηλητηριάζει με αρσενικό και διατηρεί το πτώμα του στο νυφικό κρεβάτι μέχρι το θάνατό της οπότε και αποκαλύπτεται. Το πτώμα στο εντωμεταξύ σαπίζει με συνέπεια βεβαίως, αλλά η, πεισματικά προσκολλημένη σε ένα ένδοξο οικογενειακό παρελθόν, Έμιλι καλύπτει ως ένα σημείο επιτήδεια τις προδοτικές ύποπτες μυρωδιές-τα υπόλοιπα των οποίων ενδεχομένως και να συνηθίστηκαν κάποια στιγμή από τον κόσμο- πεθαίνοντας εντέλει με την ικανοποίηση ότι κράτησε κοντά της για πάντα τον νυμφίο...
Το 1972 στην Documenta 5 η συμμετοχή του Μπόυς γίνεται με ένα “γραφείο πληροφοριών” όπου συζητιέται ανοιχτά το θέμα της Άμεσης δημοκρατίας. Το γραφείο, πίσω από το οποίο κάθεται επί 100 ολόκληρες μέρες ο Joseph Beuys και συζητά ανοιχτά με το κοινό, κοσμείται επίσης από ένα ρόδο -όπως άλλωστε βλέπουμε και στο φωτογραφικό έργο We won’t do it without the rose όπου ο Μπόυς συζητά μπροστά από το προκείμενο ρόδο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μικρή εγκατάσταση που αποτελείται από ένα ογκομετρικό σωλήνα μέσα στον οποίο επιβιώνει ένα -κόκκινο- τριαντάφυλλο. Τι να αντιπροσωπεύει το πορφυρό ρόδο για τον Μπόυς; Είναι το σοσιαλιστικό όνειρο; Ή η φυσική διαδικασία ενδοσκόπησης που οδηγεί αναπόφευκτα προς την επανάσταση; Το- κοινωνικό- μπουμπούκι που σταδιακά μετατρέπεται σε εύμορφο και εύοσμο τριαντάφυλλο, μια φυσική διεργασία που οδηγεί σε μια -επαναστατική- αλλαγή. Και όλο αυτό μέσα σε έναν ογκομετρικό σωλήνα, ένα εξάρτημα εργαστηρίου που αντιπροσωπεύει την επιστημονική έρευνα. Η επανάσταση γαρ, μέσα από την προσωπική, εμπειρική αναζήτηση. Αλλά και το τεχνητό-επιστημονικό στην υπηρεσία του φυσικού. Οι ριζοσπαστικές απόψεις του Μπόυς καθώς και η πίστη του στην επιστήμη συνδυάζονται εδώ ευκρινώς. Η εν λόγω εγκατάσταση πάντως ονομάζεται Rose für direkte Demokratie (Ρόδο για την Άμεση δημοκρατία).
Στις 24 του Ιουλίου που μας πέρασε εορτάστηκαν τα 35 χρόνια από την ανάκαμψη της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σε μια χρονιά όμως σαν αυτή που διανύουμε που ξεκίνησε με τον απόηχο των γεγονότων του περασμένου Δεκεμβρίου, συνεχίστηκε με τις εξελίξεις πάσης φύσεως πολιτικών και οικονομικών σκανδάλων και κορυφώθηκε με την εκκωφαντική αποχή των εκλογών του Ιουνίου, η λέξη εορτασμός θα μπορούσε να ακουστεί και ως τραγική ειρωνεία.
Προφανώς το μπουμπούκι της Ελληνικής Δημοκρατίας μέσα στα τελευταία χρόνια μαραίνεται.
Η σύγχρονη “δημοκρατική” Ελλάδα, άκαμπτη και περίτρανα προσκολλημένη σε ένα ένδοξο μεν ανεπίστρεπτο δε παρελθών, κοιμάται ήσυχα αγκαλιά με το κουφάρι μιας δημοκρατίας προ πολλού αποδημούσας στο πάλαι πότε -35 ήδη ετών- νυφικό της κρεβάτι ωσάν την Φοκνερική Έμιλι. Κι αν ακόμα καλύπτει επιτήδεια τη μυρωδιά της αποσύνθεσης -την οποία και τείνουμε αφελώς να συνηθίσουμε- ενίοτε αυτή “σκανδαλωδώς” διαφεύγει και μόνο τότε ο κόσμος προβληματίζεται και αντιδρά μπροστά στα περίτρανα σημάδια της κοινωνικής σήψης.. Και μόνο τότε βεβαίως ξεκινούν ουσιαστικές συζητήσεις.
Συνομιλώντας σε μια γλώσσα που απευθύνεται σε επίπεδα της ανθρώπινης αντίληψης πέραν του αρθρωμένου λόγου η τέχνη είναι ένα καίριο μέσον διερεύνησης της εικόνας της κοινωνίας και των προσδοκιών του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και εφαλτήριο σκληρής κοινωνικής κριτικής. Ο ίδιος εξάλλου ο Μπόυς πίστευε ότι το πραγματικό έργο τέχνης οφείλει να διαπερνά την κοινωνία και να θέτει κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα. Ως εκ τούτου ο χώρος της τέχνης όφειλε πάντα να είναι-αν μη τι άλλο- ένας κατεξοχήν χώρος δημοκρατικής έκφρασης.
Χωρίς να επιχειρούμε να ορίσουμε πολιτεύματα -γι' αυτό ευτυχώς υπάρχουν οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες- επιθυμούμε να αφουγκραστούμε το πως αντιλαμβάνεται ο σημερινός Έλληνας αυτό που τόσο αβίαστα ονομάζεται δημοκρατία από πολιτικούς και μίντια, τι περιμένει και τι εισπράττει από αυτή. Τι μάθαμε στο σχολείο ως δημοκρατία και τι συναντήσαμε στον πραγματικό κόσμο. Που τη βρίσκουμε και που δεν τη βρίσκουμε.
Μετά από έναν αιώνα ουσιαστικών αγώνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και λόγω ακριβώς αυτών αναρωτιόμαστε ηχηρά - μέσα από αυτό το εγχείρημα - αν η πραγματική δημοκρατία-και δη η άμεση- είναι άλλη μια ουτοπία.. Πόσο αληθινό και πόσο σύγχρονο ήταν και είναι το πολιτικό και καλλιτεχνικό όραμα του Μπόυς. Και τελικά το κρίσιμο ερώτημα πάντα παραμένει το εάν και πως μπορεί η τέχνη να θέσει γόνιμα πολιτικά ερωτήματα.
Η εικαστική αναζήτηση βεβαίως απέχει μακράν της επιστημονικής καθότι διατρέχει την κοινωνία σε διαφορετικές τροχιές. Μέσα από αυτές τις τροχιές ο Αντώνης Βολανάκης δημιουργεί ένα ιδιόμορφο τρίο εκκινούμενος από την ανθρωποσοφία του Ρούντολφ Στάινερ –τρανός εμπνευστής του Μπόυς- και προκαλώντας τον θεατή να εξηγήσει με τον δικό του τρόπο στο λαγό-που αναμένει στην έκθεση- τις εικόνες που του παράγονται από το τριπλό ιδανικό κοινωνικό μοντέλο του Στάινερ, την οξεία πολιτική-αλλά και ποιητική- ματιά του Θερβάντες και από τον κυκλικό -και ατέρμονο γαρ- ονειρικό κόσμο των λογοτεχνικών Φίνεγκαν. Και με όποια σειρά θέλει. Ο Γιώργος Διβάρης πάλι, απομονώνοντας σκόρπιες αλλά σαφείς εικόνες από πολεμικές ανταποκρίσεις, επισημαίνει επικριτικά ως Υπεροψία τόσο την αλαζονεία της εξουσίας, όσο και την αδράνεια του ενημερωμένου μεν αμέτοχου δε σύγχρονου πολίτη. Για τη Μαρία Πασχαλίδου η άσκηση της δημοκρατίας σήμερα όχι μόνο δεν αντιτάσσεται στον αποκλεισμό και την επιβολή ομοιογένειας αλλά και στρατεύεται υπέρ μιας απειλητικά επεκτεινόμενης βιοπολιτικής, ενώ η καρτ-ποστάλ παραδεισένια εικόνα της Ελλάδας που άλλα υπόσχεται και άλλα προσφέρει σε μετανάστες και μη, υπονομεύεται σκωπτικά από τη Λία Πέτρου σε ένα έργο-σχόλιο των δύο όψεων της κάθε αλήθειας. Και αν από τη μία οι απροσδιόριστες γλυπτικές φόρμες του Χρήστου Πόνη που υπαινίσσονται βιομηχανικά αγαθά διεκδικούν το-δημοκρατικό- δικαίωμα του καλλιτέχνη στον αυτοπροσδιορισμό αποτείνοντας φόρο τιμής στα αυτοαναφορικά γλυπτά του Μπόυς, ο Δημήτρης Χαλάτσης ως αντίπαλο δέος αποδομεί τόσο το χτίσιμο μιας θρυλικής προσωπικής μυθολογίας όσο και τις δημοκρατικές δηλώσεις του Γερμανού καλλιτέχνη - σαμάνου παραφράζοντας εμπράκτως την περίφημη «υπερτιμημένη σιωπή του Ντισάν» σε «υπερτιμημένο λόγο του Μπόυς».
Η Μαρία Σαρρή ψάχνει εκφάνσεις της δημοκρατίας στο φιλόξενο διαδίκτυο μέσα από ένα βίντεο στο you tube που, παρά τους ανήλικους πρωταγωνιστές του, καταφέρνει και γίνεται ένα υποτυπώδες πεδίο μάχης εθνικών διεκδικήσεων αλλά και προβολής της πίκρας και των τραυμάτων ενός πολέμου ενώ τέλος οι In to the Pill επανερμηνεύουν τη σύγχρονη ασθμαίνουσα Αθηναϊκή πραγματικότητα μέσα από παράδοξες θεωρίες συνομωσίας, σχολιάζοντας έτσι την εσκεμμένη παραμόρφωση της πληροφορίας από τα ΜΜΕ και τη σχετικότητα του πραγματικού.
Για να τριτώσουμε με τα προσφιλή στον Μπόυς άνθη η Γερτρούδη Στάιν είχε πει “ένα ρόδο είναι ένα ρόδο είναι ένα ρόδο”. Πέρα από τις λέξεις και τα σύμβολα υπάρχει μια καταιγιστική πραγματικότητα. Την οποία τα οράματα οφείλουν να αφουγκράζονται. Η λέξη δημοκρατία δεν είναι μόνο αυτό που υπήρξε το χρυσό αιώνα, δεν είναι ένα σύμβολο της αρχαίας Ελλάδας -σαν την ακρόπολη σε καρτ ποστάλ. Ούτε το ότι ζούμε εδώ που ζούμε -και απ’ όπου κάποτε ξεκίνησε - την εξυπακούεται. Η δημοκρατία είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να διεκδικείται διαρκώς. Κι αν ακόμα στην ιδανική μορφή της είναι μάλλον απροσέγγιστη για την κοινωνία μας, ο κόσμος δεν μπορεί να γίνει καλύτερος αν πάψουμε να πιστεύουμε στις ουτοπίες.
Και η τέχνη ήταν και είναι η υπερευαίσθητη οθόνη των ανθρώπινων προσδοκιών και δη ουτοπιών.


(κείμενο για την έκθεση In dire(ct) democracy που δημοσιεύτηκε στον κατάλογο του συνεδρίου "Η δημοκρατία σε κίνηση" 1-2/10/2009 ΑΣΚΤ)

15.9.09

C'est pas la mer(e) a boire




(λίγες σκέψεις για το τελευταίο βιβλίο της Άντζελας Δημητρακάκη «Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα»)

Η ποίηση και δη οι ποιητές -ενεργοί και εν δυνάμει-χαίρουν μιας ιδιότροπης εκτίμησης στη χώρα μας. Αν για τον εστέτ ο ποιητής αποτελεί αντικείμενο λατρείας για τον υπόλοιπο κόσμο θεωρείται μάλλον άξιος χλευασμού.
Όταν πριν από λίγο καιρό ανέφερα σε μερικούς γνωστούς ότι είχα σκοπό να πάω σε μια βραδιά ποίησης το πρώτο πράγμα που ακούστηκε σαν σχόλιο ήταν η γνωστή αναφορά στον ποιητή Φανφάρα και την αντίστοιχη σκηνή απαγγελίας από το χιλιοπαιγμένο Ξύπνα Βασίλη...(Άσπρα κοράκια κτλ..) Έτσι όταν η φανταστική ποιήτρια Θαλασσία Ύλη -ουσιαστική αν και όχι τυπική πρωταγωνίστρια στο τελευταίο βιβλίο της Άντζελας Δημητρακάκη “Μέσα σ΄ ένα κορίτσι σαν κι εσένα”- ομολογεί ότι η βράβευσή της –και η «επισημοποίησή» της έτσι ως ποιήτριας- την έκανε να νιώσει ότι ο κόσμος θα την αντιμετώπιζε στο εξής ωσάν τον Φανφάρα -γιατί για τον μέσο Έλληνα αυτή είναι η φιγούρα του ποιητή- ουσιαστικά περιγράφει μια ακόμη θλιβερή αλήθεια της σύγχρονης πολιτιστικής μας πραγματικότητας. Μαζί με άλλες. Η ίδια εξάλλου η συγγραφέας μιλώντας για το βιβλίο της και τη σχέση του με την ποίηση λέει
«Σκέφτομαι ενίοτε ότι η συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος ίσως υπήρξε μια πρόφαση για να γράψω, να διαβάσω, να σκεφτώ τι θα πει «ποίηση», όχι διαχρονικά, αλλά στη δική μας ιστορική συγκυρία.»*.
Αν και η προφανής και προσφιλής αρετή του βιβλίου είναι η πολύ γλαφυρή έως αμείλικτη περιγραφή της σύγχρονης Αθήνας μέσα από τα μάτια μιας άρτι επαναπατριζόμενης Ελληνίδας του εξωτερικού-της Ελληνοαμερικάνας αφηγήτριας – που τυγχάνει να ανήκει και σε μια μειονότητα που σπανίζει στην ελληνική λογοτεχνία -τη λεσβιακή-, για μένα το πιο ελκυστικό στοιχείο του βιβλίου είναι η σκιαγράφηση μιας άκρως ενδιαφέρουσας-όσο και αμφιλεγόμενης- γυναικείας προσωπικότητας. Αυτής της γνωστής- άγνωστης ποιήτριας που είναι και η ουσιαστική πρωταγωνίστρια του βιβλίου. Η ποιήτρια με το ιδιότροπο όνομα Θαλασσία Ύλη διαγράφεται μέσα από αποσπασματικές αναμνήσεις της αφηγήτριας και ερευνήτριας, μέσα από ανακοινώσεις συνεδρίων, σκόρπιους στοίχους της και απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις που τελικώς σχηματίζουν ένα από τα γοητευτικότερα- αλλά και προκλητικότερα- λογοτεχνικά γυναικεία προφίλ των τελευταίων χρόνων**.
Όπως στο φανταστικό βιβλίο Πορεία προς τον Αλ Μουτασίμ που περιγράφει στο ομώνυμο πεζό του ο Μπόρχες- συγγραφέας που τυγχάνει να είναι και δηλωμένη επιρροή της ποιήτριας μαζί με τον Σελίν και τη Ριτς- όπου τόσο ο ήρωας όσο και το βιβλίο περιγράφεται αλλά δεν εμφανίζεται ποτέ, κάπως έτσι και η Θαλασσία Ύλη διαρκώς δεσπόζει χωρίς να υπάρχει μέσα στο βιβλίο. Και αυτή αλλά και το έργο της, που περιγράφεται ενίοτε ή δίνεται μόνο σε αποσπάσματα. Ακόμα και οι συνεντεύξεις της παρουσιάζονται ως ντοκουμέντα –στοιχεία της κόρης της και όχι ως δράση.
Προσωπικότητα με ένα μάλλον δυσμεταχείριστο βάρος αφού με την έντασή της καταστρέφει τόσο τον πυρομανή γιο όσο και την ομοφυλόφιλη κόρη μέσα από πράξεις πέραν ήθους και θεσμικών επιταγών. Πέρα από τις σεξουαλικές της ιδιαιτερότητες – ίσως και λόγω αυτών- η ποιήτρια ζει μια διπλή ζωή αυτή μιας καταπιεσμένης μητέρας-νοικοκυράς των Ελλήνων της διασποράς από τη μία και εκείνη μιας εκκεντρικής μυστηριώδους περσόνας διανοούμενης και ακτιβίστριας που γράφει ποιήματά της στους δρόμους ή τα δημοσιεύει σε φανζίν περιοδικά.
Η κόρη-αφηγήτρια περιφέρεται στην Αθήνα ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας της, από το Κολωνάκι στα Εξάρχεια, μεταξύ πανάκριβων βιτρινών και δακρυγόνων σαν μέσα σε τρανς. Νοικιάζει ένα παρακμιακό διαμέρισμα στην πλατεία Θεάτρου, αγανακτεί με τις εταιρίες τηλεφωνίας, πάει σε πάρτι, τρομάζει με τους καυγάδες από το φωταγωγό, δεν της φτάνει ο μισθός της, γίνεται ανάδοχος γονέας ενός παιδιού από την Αφρική, προσπαθεί να κάνει φίλους, να επικοινωνήσει με την νεαρή –και «μέσα στα πράγματα»- ξαδέρφη της, να συμφιλιωθεί γενικώς με την παράλογη-εκ των πραγμάτων- Αθηναϊκή πραγματικότητα και να ξεπεράσει αφενός το δηλητηριώδες μίσος της για τον φαλλοκράτη πατέρα της και αφετέρου δυο μεγάλες απώλειες. Αυτή της συντρόφου της με την οποία χώρισαν μετά από μια σοβαρή και πολύχρονη σχέση και φυσικά της μητέρας της με την οποία είχε μια απόλυτη σχέση εξάρτησης. Με άξονες λοιπόν από τη μία ένα πολύ πρόσφατο Αθηναϊκό σκηνικό – αυτό του 2006-2007 που η συγγραφέας βρισκόταν στην Ελλάδα- και από την άλλη την ιδιότυπη ιδιοσυγκρασία μιας νεαρής διανοούμενης – η αφηγήτρια μόλις παράτησε ένα διδακτορικό στην ποίηση λόγω υπερβολικής εμπλοκής στο θέμα- ομοφυλόφιλης γυναίκας –φιγούρας που τόσο λείπει από την ελληνική λογοτεχνία όπως η ίδια η συγγραφέας υποδεικνύει– η οποία παλεύει να κατανοήσει έναν κόσμο στον οποίο δεν μπορεί επ’ουδενί να ενσωματωθεί –και όχι μόνο λόγω της σεξουαλικής της ταυτότητας- η Δημητρακάκη σχολιάζει εύστοχα και χωρίς καμία επιείκεια τη σύγχρονη παντελή απουσία κουλτούρας του μέσου Έλληνα, την γυναικεία ομοφυλοφιλία και πέρα από αυτό τα αδιέξοδα μιας μερίδας ανθρώπων που δεν μπορούν να βρουν θέση στο σύγχρονο τοπίο.
Η απολύτως διάφανη ματιά στα πράγματα βέβαια μόνο οδυνηρή μπορεί να είναι τελικώς -πόσο μάλλον για μια μειονότητα όπως η λεσβιακή που ακόμα στην Ελλάδα-ως τόπο και ως συλλογικό ασυνείδητο- δεν δείχνει να έχει βρει ακόμα μια επαρκή αποδοχή.
Τόσο η μορφή του βιβλίου-πιστή στις μεταμοντέρνες επιταγές του νέου μυθιστορήματος- επιστολογραφική στην αρχή, ημερολογιακή στη συνέχεια με ένα είδος appendix στο τέλος που περιλαμβάνει την ανακοίνωση της ερευνήτριας-κόρης της ποιήτριας σε συνέδριο ποίησης και τις συνεντεύξεις της Θαλασσίας Ύλης, όσο και η άμεση σύγχρονη γλώσσα -που η Δημητρακάκη είχε κατακτήσει από την Ανταρκτική κιόλας - νομίζω ότι κρατάνε το ενδιαφέρον του αναγνώστη που αν και καταλαβαίνει από νωρίς τη σχέση της τυπικής με την πραγματική πρωταγωνίστρια δεν παύει να εκπλήσσεται διαρκώς με τα κομμάτια του μωσαϊκού της ιστορίας που προσφέρονται σταδιακά και επιτήδεια από τη συγγραφέα.


* http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=22/05/2009&id=46833

** ένα επίσης από τα πιο γοητευτικά γυναικεία προφίλ που έχω συναντήσει στις τελευταίες αναζητήσεις μου αναζητήσεις στην Ελληνική λογοτεχνία ήταν πέρσι στο Λίγο από το αίμα σου της Σώτης Τριανταφύλλου η υπέροχη Μπέθανι.

Ετικέτες

14.9.09

Archive again and again




Αν και άκουγα αρκετά ροκ όταν ήμουν φοιτήτρια- και έκανα και αρκετά χρόνια φοιτήτρια είναι αλήθεια- δεν μπορώ να πω ότι εντρύφησα ποτέ σε αυτό. Αργότερα, όταν άρχισα να ασχολούμαι κάπως περισσότερο με τη μουσική και με κέρδισαν άλλα ακούσματα το ροκ ήταν πάντα ο ήχος των φοιτητικών αναμνήσεων. Βεβαίως το ροκ είναι πολύ. Και ενώ εκείνα τα ωραία χρόνια αρχικά είχα «μυηθεί»-λέμε τώρα- σε κάπως πιο ψυχεδελικούς –έως κλασσικούς- ήχους από συμφοιτητές που έπαιζαν σε ροκ γκρουπ και αγαπούσαν τις καλές κιθάρες αργότερα βρέθηκα σε πιο indy alternative χώρους και πέρασα από Decadance μέχρι Mad και Plan b ακούγοντας αρχικώς Ρόδον fm (πολυαγαπημένος) και μετέπειτα Rock fm(όταν ακόμα άξιζε).
Έτσι όταν την Πέμπτη το βράδυ βρέθηκα στους Archive-που εγώ γνώρισα - τον καιρό εκείνο…- με το Again και από τη μετέπειτα πορεία τους ομολογώ ότι αναγνώριζα μόνο το Fuck you- θυμήθηκα ότι υπάρχουν και σ’ αυτές τις μουσικές πολύ καλοί μουσικοί με παρουσίες που σέβονται πραγματικά τον θεατή. Αν και τον καινούριο δίσκο- τον οποίο παρουσίαζαν σε αυτό το tour- δεν τον είχα ακούσει πριν τη συναυλία, και από τα παλιά τους- και πιο γνώριμα μου- είπαν πολύ λίγα, ήταν πάραυτα ένα live που ευχαριστήθηκα ανέλπιστα, καθώς όπως είπα και πριν η σχέση μου με το ροκ έχει ραγίσει πλέον αφενός και αφετέρου το Μπάντμιντον – που κακά τα ψέματα το έχω συνδέσει με τις διαφημίσεις του Μπάξ Μπάνι on ice και άλλων ανεκδιήγητων θεαμάτων- δεν μου πήγαινε σα χώρος.
Φυσικά το μεγάλο πλεονέκτημα στον συγκεκριμένο χώρο ήταν ο εξαιρετικός ήχος-κάτι που λείπει τα μάλα από τις συναυλίες σε εξωτερικούς χώρους στην χώρα μας τουλάχιστον-, όπως και το γεγονός ότι ο θεατρικός χώρος υποβάλλεται με ένα μαγικό τρόπο στο κοινό με αποτέλεσμα αυτό να μη μιλάει κατά τη διάρκεια της συναυλίας-κάτι που παρατήρησε με ευχαρίστηση και το ίδιο το γκρουπ – και έτσι να την απολαμβάνουν καλύτερα όσοι πηγαίνουν πραγματικά για να ακούσουν.
Ενδεχομένως οι συγκεκριμένες μουσικές μου γνώσεις να μην μου επιτρέπουν μια τέτοια αναγωγή, αλλά ως ταπεινή, και ας πούμε απαίδευτη, ακροάτρια ομολογώ ότι οι Archive μου δημιουργούσαν ανέκαθεν και εξακολουθούν να μου δημιουργούν την ίδια αίσθηση ταξιδιού με τους Pink Floyd. Χωρίς να χάνουν σε φωνή και σε αυτόν τον ηλεκτρικό και εντέλει απελευθερωτικό «θόρυβο» -που νομίζεις ότι σου σταματάει ενίοτε το μυαλό- καταφέρνουν να δίνουν μουσική υψηλής ποιότητας που δημιουργεί ιονισμένες ατμόσφαιρες και σε φυγαδεύει από τον δεδομένο και τετριμμένο χωροχρόνο. Ιδιαίτερα το Again στο τέλος ήταν μαγεία.
Και τελικώς -ίσως επειδή ως γνωστόν «ου γαρ…» - δεν με ενόχλησε καθόλου το γεγονός ότι δεν ήμουν όρθια στο Gagarin ή στο Terra Vibe να χτυπιέμαι αλλά καθιστή στο Μπάντμιντον να απολαμβάνω. Και στο κάτω κάτω όταν το νιώσαμε ανάγκη όλοι σηκωθήκαμε και χτυπηθήκαμε (ακόμα κι εμείς οι μεγαλύτεροι...).

Ετικέτες

29.8.09

"You are old, Father William,"


"You are old, Father William," the young man said,
"And your hair has become very white;
And yet you incessantly stand on your head—
Do you think, at your age, it is right?"

"In my youth," Father William replied to his son,
"I feared it might injure the brain;
But now that I'm perfectly sure I have none,
Why, I do it again and again."

"You are old," said the youth, "As I mentioned before,
And have grown most uncommonly fat;
Yet you turned a back-somersault in at the door—
Pray, what is the reason of that?"

"In my youth," said the sage, as he shook his grey locks,
"I kept all my limbs very supple
By the use of this ointment—one shilling the box—
Allow me to sell you a couple?"

"You are old," said the youth, "And your jaws are too weak
For anything tougher than suet;
Yet you finished the goose, with the bones and the beak—
Pray, how did you manage to do it?"

"In my youth," said his father, "I took to the law,
And argued each case with my wife;
And the muscular strength which it gave to my jaw,
Has lasted the rest of my life."

"You are old," said the youth, "one would hardly suppose
That your eye was as steady as ever;
Yet you balanced an eel on the end of your nose—
What made you so awfully clever?"

"I have answered three questions, and that is enough,"
Said his father; "don't give yourself airs!
Do you think I can listen all day to such stuff?
Be off, or I'll kick you down stairs!"
Lewis Carroll
Alice in Wonderland

Ανατρέχοντας στη χώρα των θαυμάτων μήπως και γλιτώσω από τις τρέχουσες ασχήμιες-δύσκολο πράγμα ο γυρισμός...

Ετικέτες

5.7.09

Οι Biennale, οι Callas και ο Aχιλλέας Δρούγκας

Τα τελευταία τεκταινόμενα στον χώρο των τεχνών μου προκαλούν ομολογώ μια εκτενή σύγχυση. Δεν δύναμαι να το προσδιορίσω απολύτως... Απλώς εικάζω ότι επικρατεί μια παράνοια στον τόπο μας τούτους τους καιρούς τους χαλεπούς. Δεν ξέρω από που να ξεκινήσω...
Από την μία, επιχειρήσεις κλείνουν, ανεργία, δάνεια, ελλείμματα, περικοπές και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο βιβλικό και ο ελεήμων κ. Σαμαράς κάνει έκπτωση στους φορολογούμενους από 6 εκατομμύρια που ήταν να πληρώσουμε τα 45 σεπτά λεπτά των εγκαινίων του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως τελικώς θα πληρώσουμε μόνο τα 3 (εκατομμύρια) (ευρώ), και βεβαίως πρώτο πρώτο μας θέμα και πρόβλημα εθνικό γίνεται ξανά η επιστροφή των μαρμάρων από το Λονδίνο - λες και δεν γνωρίζουμε κατά βάθος και πολύ καλά όλοι όσοι τα έχουμε δει στο Βρετανικό Μουσείο πόσο καλύτερα για τα ίδια είναι να παραμείνουν εκεί όπου τα προσέχουν σοβαρά στο κάτω κάτω. Από την άλλη είναι και αυτή η ιστορία με τις μπιενάλε μας.




Πέρα από το φαιδρό του ότι πριν τρία χρόνια δεν είχαμε τίποτα παρόμοιο ενώ τώρα -χα!-έχουμε δύο παρακαλώ μπιενάλε – μία δεν θα μας έφτανε βεβαίως τόσο πληθωρικοί -και πλούσιοι - που είμαστε- έπρεπε και να λάβουν χώρα ταυτοχρόνως; Και πες ΟΚ, το καλοκαίρι είναι πρόσφορη εποχή, έχουμε και πολύ υλικό (!) να δείξουμε τι να κάνουμε, μία δεν μας φτάνει, τελικώς όμως τι λάβαμε από τις δύο Μπιενάλε; Πάνω, εκτός από την -πραγματικά καλή -έκθεση των Σέρβων στο Βυζαντινό, λίγα σκόρπια καλά έργα -Λοϊζίδου, Kimsooja, McMillan, Σπηλιόπουλος- και έναν πολύ καλό κατάλογο που ήταν τελικώς η συζήτηση περί “Πράξης”;




Εννοώ ότι οι Μπιενάλε δεν γίνονται μόνο για να δείξουν έργα, υποτίθεται ότι εξυπηρετούν κάποια προβληματική η οποία, θεωρώ ότι εδώ υπήρξε μόνο ως πρόσχημα. Αν κάνω λάθος πραγματικά-με κάθε ειλικρίνεια- θα ήθελα να ακούσω την άλλη άποψη.
Στην Αθήνα, δε, ενώ επιτέλους οι διοργανωτές βρήκαν έναν λειτουργικό και αβανταδόρικο χώρο, πώς κατάφεραν και έκαναν τόσο πρόχειρη δουλειά και τόσο άσχημο κατάλογο;



Και αν εξαιρέσουμε το πιο αξιοπρεπές κομμάτι της Αργυροπούλου που έδειξε μερικά ενδιαφέροντα βίντεο-και ίσως κάποια έργα από το κομμάτι του Μαρίνου- τελικώς πόσο ασχολήθηκαν με το- τόσο ευρύ και τόσο γόνιμο για πάσης φύσεως επίκαιρες συζητήσεις- θέμα του Παραδείσου που έθετε η έκθεση;



Και αλήθεια σε μια επίσημη μπιενάλε δίπλα σε Χαλεπά, Πεντζίκη, Ακριθάκη και Νάνο Βαλαωρίτη, δίπλα σε Robert Smithson και Svankmajer τι δουλειά έχουν οι κιτς κακοτεχνίες των Callas - ποιος τους πρότεινε στο κάτω κάτω στην Martinez και γιατί εκείνη τους δέχτηκε-; Αυτοί χάρτες δεν κάνουνε; Γιατί και πως αυτοανακυρήχτηκαν καλλιτέχνες; Και αν μου πει κανείς, μα εδώ η αυτού μεγαλειότης ο ίδιος ο Δάκης-ο Ιωάννου, όχι ο τραγουδιστής- τους έχει φιλοξενήσει στο ΔΕΣΤΕ, δεν θα μπουν τώρα στη Μπιενάλε, ειλικρινά το αλλοπρόσαλλο αισθητικό κριτήριο του wannabe Έλληνα Saatshi προσωπικά δε με καθησυχάζει καθόλου όταν πρόκειται για μια πλατφόρμα όπου υποτίθεται ότι έχουμε την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με ό,τι πιο ενδιαφέρον και φρέσκο γίνεται αυτή τη στιγμή στο χώρο των τεχνών τόσο από πλευράς δημιουργίας όσο και ματιάς. Ο κύριος Ιωάννου ας πίνει τσάι με λεμόνι με τον Barney στην Ύδρα μετά από τελετουργικούς ενταφιασμούς σκυλόψαρων ενισχύοντας δυναμικά το εικαστικό μας παράλογο. Παρεμπιπτόντως, λατρεύω τον Mathew Barney. Οι Callas όμως με θυμώνουν.
Επιπροσθέτως και για να συνεχίσω τις απορίες μου πάνω στην αθηναϊκή Μπιενάλε αναρωτιέμαι, μετά από όλο αυτό το σκάνδαλο με τα ξεσπιτώματα και τα loft πρόπερσι, στην πρώτη Μπιενάλε στο ReMap και σε συνδυασμό με όλα όσα συμβαίνουν αυτό τον καιρό όσον αφορά στους μετανάστες - βλ. Αγ. Παντελεήμονα κτλ κτλ.- με τι θράσος επαναλαμβάνεται αυτό το εγχείρημα πόσο μάλλον μέσα στα πλαίσια θεματικής που μιλάει για παραδείσους ; Ή απλώς πρόκειται για ένα κακόγουστο σχήμα οξύμωρο;
Ίσως στο τέλος τέλος να είμαι εγώ η συντηρητική και η γκρινιάρα.ΟΚ υπήρχαν κάποια προβληματάκια με τη μπιενάλε -ελλείψει προϋπολογισμού αφού τα δώσαμε όλα για τα εγκαίνια του νέου μουσείου μπας και μας γυρίσουν τα μάρμαρα και γεμίσουμε τουρίστες - αλλά γενικώς απ΄ όπου και να το δεις το εικαστικό πρόγραμμα φέτος είναι πλούσιο σε θεάματα... Είναι το μουσείο, είναι ο γεμάτος υπονοούμενα Mathew, είναι ο Δρούγκας στην Πινακοθήκη...
Γιατί τον Δρούγκα που τον πας; Τι νεκρές φύσεις τι ολόδροσα φυτά και άνθη και φρούτα και καρποί τι διάφανα, στίλβοντα -για όνομα του Θεού! - νεοκλασικά σκεύη, τι παραδείσια πουλιά και άγρια ζώα, το δελτίο τύπου είναι τόσο μαγευτικό όσο και το τηλεοπτικό διαφημιστικό της έκθεσης όπου η κυρία Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα - βραβευμένη εξάλλου από το περιοδικό Life and Style ως γυναίκα της χρονιάς στον τομέα της Τέχνης...-μιλάει για την “υπέρβαση του χρόνου μέσα από την ομορφιά”.Εδώ βεβαίως πρέπει να αναφέρω χάριν συνέπειας και ομοιομορφίας ότι φήμες λένε πως και ο Αχιλλέας Δρούγκας υπήρξε από τους καλλιτέχνες που στις απαρχές της συλλογής του ηγάπησε και συνέλεξε και ο κύριος Ιωάννου (με τους Callas και τον Barney που λέγαμε...). Έτσι για να μη ξεχνιόμαστε.



Και να οι κούροι και οι Αθηνές και τα κλαδιά ελιάς και οι γαλανόλευκες και οι κίονες, η επιτομή της εθνικοφροσύνης και της αρχαιολατρείας, η χαρά του τελάρου, της στείρας αναπαράστασης, του κακού φωτορεαλισμού και του “σπιτικού” ελληνικού πίνακα, να δακρύζει ο Καρατζαφέρης και να στέκεται προσοχή ο Άδωνις. Πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ σε τι διάθεση βρέθηκε η κυρία Πλάκα - ίσως πάλι αυτά τα μάρμαρα... – για να οργανώσει αυτή την έκθεση αλλά κάθε φορά που περνάω μπροστά από την Εθνική μας Πινακοθήκη-μένω και κοντά βλέπετε- και βλέπω την τεραστίων διαστάσεων αφίσα του Αχιλλέα Δρούγκα να ανεμίζει, κυριολεκτικά ανατριχιάζω και αναρωτιέμαι. Μόνο σε μένα φαίνεται περίεργο;
Και για να μην τελειώσω το κείμενο γκρινιάζοντας ας υπενθυμίσω ότι μεταξύ άλλων αυτό τον καιρό λαμβάνει χώρα στο Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς μια έκθεση που μου άρεσε πολύ. Όχι μόνο γιατί με γοητεύει πολύ η Kara Walker, εκτιμώ τη δουλειά της Χριστιάνας Σούλου -που ομολογουμένως ήταν από τις καλές στιγμές και της Μπιενάλε της Αθήνας- και λατρεύω ό,τι κάνει ο William Kentridge αλλά γιατί «Το Εγκώμιο της Σκιάς» είναι μια έκθεση που αν και θα μπορούσε ίσως να είναι λίγο πιο “πολυεθνική”, αναπτύσσει πάραυτα με συνέπεια και επάρκεια την αντίληψη της σκιάς στη σύγχρονη τέχνη.



Με πολύ καλή παρουσίαση και πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές, ίσως από τα καλύτερα πράγματα που έχω δει τον τελευταίο καιρό.

Ετικέτες ,

29.6.09

Κρίμα





Σαφώς και δεν πήγα στον Μπορίς Γκοντουνόφ από τους Fura del Baus για να τρομάξω. Και φαντάζομαι ότι με όσα είχαν ευρέως ήδη ακουστεί και συζητηθεί για την παράσταση όλοι ήταν ενήμεροι για την ιδιαιτερότητά της.
Δεν ήταν λοιπόν το πρόβλημά μου το γεγονός ότι δεν ένιωσα το άγχος του “ομήρου” ή το ότι δε βίωσα “στο πετσί μου” την κατάσταση του εγκλεισμού, αυτά είναι πράγματα που-εικάζω- δεν μεταδίδονται με τη συμμετοχή του θεατή, καθώς κάτι τέτοιο συνεπάγεται ακραίες καταστάσεις όπου διακυβεύεται πάντα ο σεβασμός των δημιουργών προς αυτόν. Δεν περίμενα λοιπόν- και μάλλον ούτε επιθυμούσα- να με σηκώσουν βίαια από τη θέση μου ή να μου χώσουν ένα όπλο στη μούρη-όσο αληθοφανής και να γινόταν έτσι η παράσταση και όσο συντηρητική και να φαίνομαι με μια τέτοια δήλωση-και δεν ήταν αυτό που μου έλειψε.
Η ατμόσφαιρα του εφιάλτη που έζησαν οι θεατές του θεάτρου Ντουμπρόβκα το 2002 όταν αυτό καταλήφθηκε από Τσετσένους αυτονομιστές είναι σίγουρα αδύνατον να αναβιωθεί απολύτως και όσον αφορά στην πληροφορία που έδινε η παράσταση ομολογώ ότι ήταν αποτελεσματικότατη. Το πρόβλημα είναι ότι πέρα από την ευφάνταστη χρήση του χώρου, τις εξαιρετικές προβολές-σκηνικά και τα ιντερμέδια από τον πραγματικό “Μπορίς Γκοντουνόφ” του Πούσκιν-που λειτουργούσαν ως ανάσες ανάμεσα στο ρεαλιστικό διάλογο και με πολύ εύστοχο παραλληλισμό- το κείμενο της παράστασης -ντοκυμαντέρ-docu-drama όπως το ονομάζει ο σκηνοθέτης-, ήταν ανεπαρκές.
Άνευροι διάλογοι, συγκινησιακές ευκολίες, χαρακτήρες χωρίς βάθος, πλατιασμοί και αφέλειες. Ένα σχεδόν πρόχειρο κείμενο που υπονόμευε όλη τη δύναμη και την φρεσκάδα του εγχειρήματος. Δεν έχω παρακολουθήσει δυστυχώς άλλες παραστάσεις της ομάδας-για την οποία πάντα άκουγα τα καλύτερα λόγια- αλλά η συγκεκριμένη αν και αναγνωρίζω ότι τεχνικώς ήταν μια πολύ καλοφτιαγμένη, τολμηρή και προσεγμένη παράσταση τελικώς δε με κράτησε, βαρέθηκα...

Ετικέτες

26.6.09

Μ' αρέσουν

Αγαπημένο απόσπασμα από "τα ποιήματα στο δρόμο" του Νίκου Χουλιαρά:

(...)

Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.

(...)

Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

Ετικέτες

...and the loving is easy



Ώριμη και κομψότατη, πρόσχαρη κυρία, πάσχουσα από αβάσταχτη μοναξιά, κάπου κοντά στα 50 επιχειρεί μόνη της ταξίδι στη Βενετία για το οποίο μάζευε χρόνια τώρα τις οικονομίες της -όνειρο ζωής κοινώς – ελπίζοντας σιωπηρά να ζήσει και αυτή το θαύμα που ο καθείς αξίζει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του. Μένει στην πανσιόν γοητευτικής συνομήλικης της χήρας που κάνει παρέα -και όχι μόνο όπως αποδεικνύεται-με γνωστό Αμερικάνο ζωγράφο παντρεμένο με όμορφη νεαρή...

Το Summertime με τον αγγλικό παιχνιδιάρικο τίτλο aka Summer madness είναι μια περιήγηση-ωδή στη Βενετία- τόσο επίκαιρης λόγω της φετινής bienalle! – κάτι δηλαδή σαν το Vicky Christina Barcelona με τη Βαρκελώνη, σαν το Lisbon story με τη Λισαβόνα ή σαν το Funny Face με το Παρίσι. Όσο γοητευτική και να είναι η Κάθριν Χέμπορντ μέσα στα υπέρκομψα ρούχα της και ελκυστικός ο γκριζοκρόταφος Ροζάνο Μπράτσι η μεγάλη πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η Βενετία,- ακόμα αβύθιστη μισό αιώνα πριν- η πλατεία του Αγ. Μάρκου, το palazzo Ducale, τα κανάλια, οι γόνδολες, το πολύχρωμο Murano, οι Ιταλοί και οι Ιταλίδες.

Μέσα σε αυτό το μαγευτικό σκηνικό η ώριμη κυρία γνωρίζει τον ακαταμάχητο και ευγενή μεν, παντρεμένο δε- έστω και εν διαστάσει - ο οποίος θα της χαρίσει το μικρο της θαύμα -σύντομο ανέμελο σεξ και αξέχαστο ρομάντζο- εξαλείφοντας γαρ όλες τις γυναικείες ηθικές αναστολές μιας υπερσυντηρητικής πενηντάχρονης Αμερικάνας του 50' που σοκάρεται αφάνταστα ανακαλύπτοντας την παράνομη σχέση της ξενοδόχου της αλλά καταλήγει να ζει μια ερωτική ιστορία με έναν παντρεμένο άντρα. Και εδώ βέβαια είναι που το Summertime παύει να είναι μόνο ένα συμβατικό μεταπολεμικό ρομάντζο ή μια αστραφτερή καρτ ποστάλ της Βενετίας – politically correct και happy ended- και γίνεται κάτι λίγο-έστω- παραπάνω (τέτοιες μικρές διαφορές κάνουν σπουδαία όλα τα έργα του David Lean, από το Λόρενς της Αραβίας μέχρι το Πέρασμα στην Ινδία). Μια μικρή δήλωση υπέρ του δικαιώματος στην απόλαυση και στον ελεύθερο έρωτα -ακόμα και αν αυτός είναι υπαινικτικός στην ταινία- πέραν ηλικιών, κοινωνικών επιβολών και ηθικών προσχημάτων. Φανταστείτε το εκείνη την εποχή!
Η Χέμπορντ είναι υπέροχη όπως πάντα και ο Μπράτσι γοητευτικότατος με τους γκρίζους κροτάφους του. Οι σκηνές που παίζουν με τα μάτια απολαυστικές, το Μουράνο παραμύθι όπως και όλη η Βενετία εξάλλου.

Γλυκό και ευχάριστο για καλοκαιρινές βραδιές.

Ετικέτες

25.6.09

Αυστηρώς ακατάλληλο αν η λέξη Ελλάς σας προκαλεί περηφάνια



Σε μια ταράτσα απέναντι από τη φρεσκολουσμένη ακρόπολη – όχι πολύ μακριά από το πολυσυζητημένο μουσείο της- η Κατερίνη μιλάει για τον έλληνα-με μικρό έψιλον-, για το πως αντιλαμβανόμαστε το θάνατο, για τη νοσταλγία, για την ομορφιά της ζωής, για εμάς, για το πως πρέπει να χορεύεται η ντίσκο, για την ποίηση ενός λαϊκού άσματος και για πολλά άλλα μέσα από μια παράσταση-πρόσκληση αυτοσχεδιασμού, συζήτησης, διάδρασης, εξομολόγησης, χαμογέλιων και δακρύων, αναμνήσεων και ονείρων χωρίς πρωταγωνιστές, σασπένς και κορυφώσεις αλλά μόνο με φρεσκάδα και ειλικρίνεια.
Ένα ήσυχο ταξίδι, αστείο και συγκινητικό από τη μια- μέσα από προσωπικά βιώματα - αλλά και μια σκληρή αλλά εύστοχη κριτική του συγκαλυμμένου απέραντου ελληνικού επαρχιωτισμού, του κιτς και του λαϊκισμού, της ψευτιάς και της στείρας προσκόλλησης στην παράδοση.
Οι οδηγητές μας σε όλο αυτό, οι Blitz, ταλαντούχοι και έξυπνοι -κάποιους από αυτούς τους έχουμε δει μεταξύ άλλων και σε παραστάσεις του Μαρμαρινού (έντονες και γόνιμες οι επιρροές του)- εμπνέουν χαρισματικά μια απρόσμενη οικειότητα – επιδέξιοι αλιείς εκμυστηρεύσεων και αναμνήσεων - και δημιουργούν αβίαστα μια ζεστή ατμόσφαιρα τόσο μέσα στα δωμάτια όσο και στην ταράτσα. Δυστυχώς έζησα μόνο τα δυο “δωμάτια” που αναλογούν σε μια παράσταση- το μάθημα της Ομηρικής Νέκυιας με την αναπόληση δικών μας αγαπημένων ανθρώπων που έχουν φύγει- και την ταράτσα της διπλανής πολυκατοικίας όπου νοσταλγήσαμε περασμένα και επόμενα καλοκαίρια μας...Και ξέρετε τι κατάλαβα; Ότι τελικώς οι καλύτερες ιστορίες είναι οι δικές μας.

Μη χάσετε αυτή την όμορφη παράσταση –

Ομάδα Blitz

Κατερίνη

μέχρι 28 Ιουνίου στο Bios Πειραιώς 84

Ετικέτες

15.6.09

Κι άλλες ντροπές

Και μετά από την άνοδο του Καρατζαφέρη στις πρόσφατες εκλογές και τα απερίγραπτα σκηνικά στον Άγιο Παντελεήμονα αυτή η υπέροχη χώρα εξακολουθεί να τροφοδοτεί την υπερηφάνεια μας με πράξεις μεγαλείου:

Η μεγάλη περιπέτεια στην Γκράβα
Διώκεται επειδή ενσωμάτωσε τα παιδιά των μεταναστών στη ζωή του σχολείου
Κυνηγοί του «φανερού» σχολειού

ποιος έθιξε το εκπαιδευτικό μας σύστημα;