Καινούριος χώρος τέχνης στη Θεσσαλονίκη!
Το Container άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό την Τρίτη 23 Μαρτίου με 14 φρέσκους καλλιτέχνες να συμμετέχουν στην εναρκτήρια έκθεσή του και πολύ πολύ κόσμο να το καλωσορίζει.
Εδώ μερικές φωτογραφίες από τα εγκαίνια .jpg)
.jpg)
.jpg)
Στην τρέχουσα έκθεση συμμετέχουν οι καλλιτέχνες:
Χρήστος Βενέτης, Νίκος Ευαγγελόπουλος, Κατερίνα Ιορδανίδου, Νίκος Κόκκαλης, Βασιλική Κοσκινιώτου, Valentino Marengo, Ευαγγελία Μπαντιάκα, Βασίλης Μπότουλας, Δημήτρης Νοταράς, Θεοφάνης Νούσκας, Ιορδάνης Ρουμελιώτης, Ερη Σκυργιάννη, Αννέτα Σπανουδάκη και Παύλος Χαμπίδης.
Ωράριο λειτουργίας: Τρίτη-Πέμπτη-Παρασκευή: 11.00-21.00, Τετάρτη-Σάββατο: 10.30-15.00. Διάρκεια έκθεσης μέχρι τις 10 Μαΐου.
Container Χώρος Συνάντησης Τεχνών
Ν. Φωκά 8 -54621 Θεσσαλονίκη
τηλ.2310269187-6947600519
info@containerspace.gr / www.containerspace.gr
26.3.10
Container Full
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 15:52 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
16.3.10
Σκέψεις μετά από μια βραδιά ποίησης

Αν και η ελεούσα μνήμη μου έχει αυταρχικά διαγράψει σχεδόν όλα τα μίζερα σχολικά μου χρόνια, υπάρχουν κάποια κάδρα που για ανεξήγητους λόγους μπορώ και θυμάμαι με, σχετική πάντα, ευκρίνεια. Σε μία από αυτές είμαι 16 χρονών και ο – φοβερός και τρομερός -φιλόλογός μας αναλύει εξονυχιστικά ένα ποίημα του Ελύτη. Δεν θυμάμαι ποιο. Αυτό που θυμάμαι είναι το πόσο εκνευρίζομαι-έφηβη γαρ και κατά βάση θυμωμένη- για την κατά λέξη προς λέξη ανάλυση ενός κειμένου που είχε φτάσει να με συγκινήσει με έναν εντελώς ασυνείδητο- και μάλλον πρωτόγνωρο για μένα- τρόπο και όχι μέσα από το «κρυμμένο νόημα» που έψαχνε απεγνωσμένα να βρει ο καθηγητής μου πίσω από τις εύηχες λέξεις. Αναρωτιόμουν λοιπόν τότε- και τώρα καθ’ όπως φαίνεται -γιατί ως μαθήτρια διδασκόμενη ποίηση – το λίγο έστω του σχολικού ανθολογίου- δεν ερωτήθηκα ποτέ όχι τι καταλάβαινα αλλά τι αισθανόμουν (πιστέψτε με αυτό θα το θυμόμουν). Βεβαίως δεν γνωρίζω πλέον πως διδάσκονται τα ποιητικά κείμενα στο σχολείο – αν και είμαι απολύτως σίγουρη, μετά από μια σεβαστή εμπειρία κάποιων χρόνων στην «ειδεχθή» παραπαιδεία, πως, ιδιαίτερα στο Λύκειο, με ό,τι δεν έχει άμεση χρησιμότητα για την εισαγωγή στις Ανώτερες σχολές δε ασχολείται κανείς στα σοβαρά. Αν κρίνω πάντως από τη γενική αντιμετώπιση της ποίησης από τους νέους ανθρώπους δεν πρέπει να έχουν γίνει και ιδιαίτερες αλλαγές. Αν δεν είχαμε τα νόμπελ του Ελύτη και του Σεφέρη οι Έλληνες θα γνώριζαν μόνο τον ποιητή Φανφάρα.
Από την άλλη όμως μήπως και η ποίηση καλοπερνά στις πένες – ή ίσως πια στα πληκτρολόγια- των σύγχρονων ποιητών;
Πέρα από το απαραίτητο και προσφιλές – τόσο πρόδηλο εξάλλου της γενικής αντίληψης - «μαύρα κοράκια άσπρα κοράκια» σχολίου μίας εκ των νεαρών ακροατών-φιλότεχνων γαρ…- πρόσφατης Αθηναϊκής ποιητικής βραδιάς, το συνολικό ακρόαμα είχε απ’ όλα. Λίγη "γυναικεία" ευαισθησία, λίγη κοινωνική αφύπνιση, λίγο -έως πολύ- αισθησιασμό (γυμναστηρίου και μη), λίγο σοκ- λίγο δέος-, λίγο γυμνό, λίγο ρετρό, λίγη διάδραση, λίγη λεξιλαγνεία, λίγο χιούμορ, λίγο λογοπαίγνιο, λίγη πρόζα αλλά κυρίως λίγη μα πάρα πολύ λίγη συγκίνηση. Και όταν λέω συγκίνηση δεν εννοώ μαύρο δάκρυ, αλλά τη συγκίνηση ετυμολογικά, την ψυχική διέγερση – κατά το Λεξικό του Μπαμπινώτη-, αυτό το πράγμα δηλαδή που παθαίνεις όταν ακούς-ή διαβάζεις – κάτι και νιώθεις την καρδιά σου να μετατοπίζεται ένα πόντο, και σου κόβεται –στιγμιαία, πολύ στιγμιαία- η ανάσα-και μπορεί κι ο βήχας -, και βραχυκυκλώνει το μυαλό και μετά σε στοιχειώνει ένας στίχος για ώρες ή ίσως και μέρες και χρόνια (προσωπική ερμηνεία). Αυτό δηλαδή που οφείλει να προκαλεί η ποίηση. Δεν αμφισβητώ ότι σε κάποια-λίγα- ακούσματα υπήρχε μια φρεσκάδα και ένα πνεύμα και ένα άνοιγμα σε κάτι απροσδιόριστο -και προκλητικό τοιουτοτρόπως- ένα ανεπαίσθητο κάλεσμα σε έναν άλλο κόσμο – που, ναι, είναι στοιχεία που δίνουν τη σφραγίδα ενός καλού ποιητικού δυναμικού αλλά δεν αισθάνθηκα τίποτα δυνατό, πέρα ίσως από μια – και λίγο απρόσμενη- ανάγνωση που πράγματι κάτι εκκίνησε, δεν ένιωσα τίποτα που να με κάνει έστω και λίγο να σαστίσω και να ανατριχιάσω. Και βεβαίως εδώ θα ανακαλούσε κάλλιστα κανείς την κουρτίνα της γιαγιάς φίλτατου δομιστή, και ναι ίσως πολλοί από τους συνακροατές μου να συγκινήθηκαν κύριε Μπαρτ, μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ, εδώ όμως εκφράζω τη δική μου απογοήτευση από τη συγκεκριμένη βραδιά. Συν μια μικρή αμφιβολία για το κατά πόσο ένα ποίημα αναδεικνύεται ή όχι όταν το διαβάζει ο ίδιος ο δημιουργός του. Γιατί ίσως τελικώς αυτά τα ανοίγματα που από κάποια κείμενα λείπανε να υπονομεύτηκαν από την μονομερή ανάγνωση του δημιουργού τους. Είναι άτιμα πράγματα οι λέξεις, σε παρασέρνουν εύκολα σε ναρκισσιστικές διαδρομές εκφοράς τους, σαμποτάροντας περίτεχνα τις κρυφές αρετές και τα πραγματικά μυστήρια των συνδυασμών τους. Με άλλα λόγια μια ασυνείδητη ίσως αυταρέσκεια του ποιητή καθώς διαβάζει το έργο του ενδέχεται να το υποσκάψει. Από την άλλη μπορεί και όχι, μπορεί τελικά μόνο ο ίδιος ο ποιητής να ξέρει πως πρέπει να διαβαστεί το δικό του δημιούργημα. Το θέμα όμως είναι πως μόνο σε κάτι τέτοιες βραδιές το κάνει. Η ποίηση είναι κατά τα άλλα μοναχική διαδικασία, τόσο στην γραφή όσο και στην ανάγνωσή της. Και οι αναγνώστες είναι – αισίως – πολύ περισσότεροι από τον δημιουργό άρα και οι αναγνώσεις απεριόριστες.
Οι ποιητικές βραδιές και εκδηλώσεις πληθαίνουν τον τελευταίο καιρό στην πόλη μας. Αυτό είναι εντυπωσιακό και ευχάριστο. Μια νέα άνθηση της ποίησης είναι ένας καλός οιωνός πολιτισμού. Από την άλλη το πλήθος των νέων ανθρώπων που αξιώνουν τον τίτλο του ποιητή αυξάνει με ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες, γεγονός που είναι και κάπως τρομακτικό. Γιατί η ποσότητα ποτέ δεν συνεπαγόταν την ποιότητα. Κάτι που μπορεί να δει κανείς στην έκδοση των αναρίθμητων ελληνικών μυθιστορημάτων των τελευταίων ετών εκ των οποίων αυτά που έχουν κάποια λογοτεχνική αξία να καταλαμβάνουν ένα μονοψήφιο ποσοστό.
Θεωρώ την καλή ποίηση τον τελευταίο προμαχώνα της ατόφιας ευαισθησίας, το ύστατο άβατο των θιασωτών της ευκολίας και της μαζικοποίησης της ψυχαγωγίας. Λίγη ρέγουλα λοιπόν γιατί καθ’ όπως φαίνεται κινδυνεύει - όπως έγινε με τα εικαστικά και την υπόλοιπη λογοτεχνία πριν από αυτή- να εκφυλιστεί στο βωμό της μαζικής κουλτούρας.
8.3.10
Και μη παρέκει

Η χώρα μας εγέρασε μωρέ παιδιά. Μπορεί να αντιδρά στιγμιαία στις κατά καιρούς εκδηλώσεις καταπίεσης και διαφθοράς – με κάποια σκουριασμένα αντανακλαστικά- όμως κουράζεται γρήγορα και λησμονεί, αποχαυνώνεται με τσόντες και τηλεοπτικά διαζύγια και κατακάθεται, επαναπαυμένη με τα λίγα και μετά με τα λιγότερα. Σαν ηλικιωμένη ανήμπορη κυρία πάει στις εκλογές υποβασταζόμενη από υποτιθέμενους προστάτες και ψηφίζει αυτό που θα της δώσουν σε φακελάκι στο χέρι, χωρίς να αναρωτηθεί καθόλου για τυχόν άλλες επιλογές. Για να εισπράξει ένα επιδοκιμαστικό ευρωπαϊκό χτύπημα στον ώμο μετά. Good work. Keep walking. Με το πι βέβαια.
Ανατρέχει σε παλαιά αναγνώσματα και λεξιλόγια και ξαφνικά όλοι αρχίζουμε να μιλάμε για πατρίδες, για ελλαδίτσες και για θυσίες «υπέρ του έθνους» -που βέβαια άλλοι αναγκάζονται να κάνουν και άλλοι απλώς δεν θα κάνουν - με τα άμφια και τα κεφάλαια ανέγγιχτα, με ενισχύσεις στις τράπεζες και περικοπές από τους χαμηλόμισθους και τους συνταξιούχους, υποβαλλόμενοι σε οικονομικούς δήθεν μονόδρομους που θα ενισχύσουν και θα διαιωνίσουν γαρ την ίδια ακριβώς κατάσταση που μας οδήγησε μέχρι εδώ, εγκλωβισμένοι σε στείρες λογικές αδράνειας αφού δεν υπάρχει τίποτα –λέει- άλλο να κάνουμε, έτσι είναι το σύστημα. Γιατί το σύστημα είναι το matrix και από το matrix δεν βγαίνεις. Γιατί με δυο διαδηλώσεις και τρεις απεργίες δεν θα ιδρώσει το αυτί κανενός. Οπότε ΟΚ ας το αντέξουμε κι αυτό. Από το κινηματογραφικό matrix βέβαια τελικά βγήκανε. Αυτά όμως συμβαίνουν μόνο στις ταινίες. Και η δική μας περίπτωση σίγουρα δεν είναι επιστημονικής φαντασίας μάλλον σαπουνόπερα που παίζεται σε κάθε κανάλι καθημερινά. Κι εμείς παρακολουθούμε και ερμηνεύουμε ταυτόχρονα και ανελλιπώς συγκινημένοι τις τραγικές εξελίξεις. Θεατές και πρωταγωνιστές σε ένα σενάριο πλασαρισμένο έτοιμο, που δεν μας δόθηκε ποτέ ουσιαστικά η ευκαιρία να συμμετέχουμε στη γραφή του, όσο κι αν αυτή η ψευδαίσθηση ήταν εξαιρετικά εκτελεσμένη. Πολυάριθμοι κομπάρσοι υπερπαραγωγής, φιλόδοξης να φέρει κέρδος μόνο στα ονόματα των παρασκηνίων.
Σαφώς γνωρίζω πολύ καλά ότι δεν είμαι η μόνη που θυμώνω που πρέπει να πληρώσουμε εμείς τα σπασμένα αλλεπάλληλων αδηφάγων κυβερνήσεων, κουστουμάτων καλοζωισμένων κομπιναδόρων και ευέλικτων καταχραστών. Και που κανείς από τους δημοκρατικούς αντιπροσώπους μας μέχρι τώρα δεν έχει σκεφτεί ή τολμήσεις να διεκδικήσει- όταν το «εθνικό» χρέος έχει φτάσει να απαιτεί ανυποχώρητο λαϊκές θυσίες- την αρωγή του αμύθητου –και τόσο προσφάτως ξεφωνημένου- παγκαριού της εκκλησίας. Και που για μια ακόμα φορά οι διανοούμενοι λουφάζουν (εκτός κι αν είναι να υπερασπιστούν τα δικαιώματα γνωστών εκδοτών να απολύουν συνδικαλιστές). Και που όλος αυτός ο κόσμος που πρόκειται να περάσει τα δύσκολα στο άμεσο μέλλον το έχει πιο εύκολο να σχολιάζει τα τολμηρά «καλλιτεχνήματα» πλατινέ περσόνων, παρά να αντιδρά επίμονα και συστηματικά στα επιχρυσωμένα με φλυαρίες περί πατρίδος κυβερνητικά χάπια. Θέλω όμως και να ελπίζω ότι κάποια στιγμή άμεσα αυτός ο θυμός των όσων θα γίνει πρώτα των όλων και μετά θα υλοποιηθεί σε κάτι πιο συμπαγές και δραστικό. (viva)
3.3.10
Η Frida Kahlo, η Pascal Petit και εγώ
H Pascal Petit είναι ποιήτρια. Ζει στο Λονδίνο και, μεταξύ άλλων, διδάσκει δημιουργική γραφή στην Tate Modern. Έχει γράψει τέσσερα βιβλία και στο πέμπτο της – που κυκλοφορεί στην Αγγλία τον Μάιο του 2010- αποδίδει ποιητικά 52 αγαπημένους της πίνακες της Frida Kahlo με τίτλο
What the Water Gave Me – Poems after Frida Kahlo.
Καθώς η γειτνίαση ζωγραφικής και ποίησης με ελκύει και με συγκινεί τα μάλα, αποτολμώ εδώ, με κάθε συστολή, να μεταφέρω -ελεύθερα και πολύ προσωπικά -στην ελληνική ένα από τα ποιήματα του συγκεκριμένου βιβλίου που μπορεί κανείς να βρει στο blog της
http://pascalepetit.blogspot.com
Πάντα βεβαίως με την πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για ποιητική μετάφραση αλλά μόνο για απόδοση.
H τρυφερή αγκαλιά του σύμπαντος,
η Γη (του Μεξικού), ο Ντιέγκο, Εγώ και ο κύριος Ξολότλ
Όταν ήρθες πάλι σε μένα-
έφτιαξα ένα χέρι από μέρα πράσινη κι ένα από νύχτα καστανή
να αναδύεται από μέσα τους το Μεξικό, με τα φαράγγια του και τις ερήμους του,
τους κάκτους του – αυτούς που μοιάζουν με κηροπήγια.
Και ήμασταν κι εμείς εκεί, μέσα στην αγκαλιά του τόπου μας
Ήσουν εσύ το γυμνό μου μωρό
κάθε στιγμή να ξαναγεννιέσαι με ανοιχτό το μάτι σου το τρίτο
Κι ακόμα κι ο σκύλος μας, ο κύριος Ξολότλ, κουλουριασμένος
ήτανε πάνω στον καρπό του χεριού του απογεύματος,
έτοιμος να κουβαλήσει τις ψυχές μας στον κάτω κόσμο, αν έπρεπε.
Κι έτσι όπως μαζί βυθίζαμε το βλέμμα μας, μακρυά από την εικόνα μας,
είδαμε στο σκοτεινό παράθυρο μια γυναίκα μικρή σε πολυθρόνα αναπηρική
εξορισμένη σε εργαστήρι πέρα κι από το φεγγάρι
ν' ανακατεύει απεγνωσμένα του έρωτα τα χρώματα
μέχρι αυτά ν' αρχίσουνε να πάλλονται-
τα πράσινα του καρπουζιού, τα κόκκινα της πιπεριάς, το πορτοκαλί της κολοκύθας
Εκείνη με βιάση σχεδίασε τα μπράτσα τα θρυμματισμένα
του σύμπαντος -
να μας βαστάνε όλους μαζί
σαν να 'μασταν βουνό που στάζει ρίζες και βράχια.
Για ακόμα περισσότερες πληροφορίες για την Pascal Petit:
http://pascalepetit.co.uk
Και εδώ ο ομώνυμος πίνακας που ενέπνευσε την ποιήτρια.
1.2.10
not a cup of tea
(Λίγες κουβέντες για την εντροπία)
"no one knows what [thermodynamic] entropy really is,
so in a debate you will always have the advantage".
John von Neumann προς τον Claude Shannon (Sci. Am. 1971 , 225 , 180.)
Humpty Dumpty sat on a wall,
Humpty Dumpty had a great fall;
Threescore men and threescore more,
Cannot place Humpty dumpty as he was before
(Παλιό Αγγλικό παιδικό τραγούδι)
"Όλα πηγαίνουν στο ίδιο μέρος· όλα έγιναν από χώμα και όλα επιστρέφουν στο χώμα."
Όσο αφοριστική και να ακούγεται η περίφημη ρήση του βιβλικού Εκκλησιαστή, πριν από περίπου 150 χρόνια μόλις, αποκτούσε τον επίσημο όρο της.
Η λέξη εντροπία αν και στην Αμερική της δεκαετίας του 1950 αποδιδόταν από μερικούς στον κατ' εξοχήν λογοτεχνικό της εκπρόσωπο, Thomas Pynchon, στην πραγματικότητα κατάγεται από τον μεγάλο φυσικό Clausius, που ήδη έναν αιώνα νωρίτερα - το 1865 - διακήρυττε την ανακάλυψη του επιστημονικού μεγέθους της ανθρώπινης ματαιότητας. Κι αν ακόμα ο φιλόσοφος Bergson στις αρχές του 20ου τολμούσε να αποκηρύσσει τον Χρόνο – με τις μέχρι τότε ισχυρές πλάτες της κλασσικής μηχανικής- η νέα φυσική φρόντιζε να τον φέρει σε πρώτο πλάνο με όλα τα συμπαρομαρτούντα του. Η οξεία επίγνωση του χρόνου αναδύεται θριαμβευτικά στα μέσα του 19ου αιώνα, σε αντιπαράθεση με την ασάλευτη και ράθυμη αιωνιότητα του Νεύτωνα. Το βέλος του χρόνου-εκτοξευόμενο από την άρτι αφιχθείσα στο επιστημονικό λεξιλόγιο εντροπία- κατευθύνεται μάλλον απειλητικά προς το μακάριο ντετερμινιστικό μοντέλο.
Ο 2ος θερμοδυναμικός νόμος, που εκπροσωπεί την εντροπία, πέραν του ότι δεν χαρίζει ηλικίες, αποκαλύπτει κυνικά δυο μεγάλες και αλληλένδετες αλήθειες. Πρώτον, ότι η φύση έχει μια αθεράπευτη τάση προς τις άτακτες δομές -γεγονός που δημιουργεί και την αίσθηση της χρονικότητας. Δεύτερον, ότι το πρώτον συνεπάγεται ένα σταδιακό εκφυλισμό της συνολικής κοσμικής ενέργειας, που μονοδρομείται προς έναν θερμικό θάνατο του σύμπαντος.
Η γοητεία της αμφιταλάντευσης μεταξύ της παιδικότητας που αποπνέει η αταξία και της αμερόληπτης σοβαρότητας του θανάτου, φέρνει την εντροπία στο στόχαστρο της έμπνευσης εικαστικών και λογοτεχνών του 20ου αιώνα, όταν πλέον αυτή έχει βρει τη θέση της τόσο στην βιολογία όσο και στην θεωρία της πληροφορίας, μεταξύ άλλων.
Επιρρεπείς ανέκαθεν στον ίλιγγο της ματαιότητας οι καλλιτέχνες - ας μη ξεχνάμε τα δημοφιλή αναγεννησιακά memento mori - προσεγγίζουν ποικιλοτρόπως την καινούρια πραγματικότητα που επιδεικνύει αλαζονικά η νέα επιστήμη. Το αναπόφευκτο μέλλον γαρ που έρχεται επιταχυνόμενο κατά πάνω μας, αλλά και την τραγική ειρωνεία που διέπει έναν κόσμο προσκολλημένο σε κανόνες, όταν η φύση, αργά ή γρήγορα, θα επιβάλλει καταχρηστικά την μοιραία ακαταστασία της.
Η Τελευταία ερώτηση, στο ομώνυμο διήγημα του 52' του Isaac Asimov, παραμένει για
δισεκατομμύρια χρόνια αναπάντητη από τον υπερεξελιγμένο υπολογιστή Multivac.
“Είναι δυνατόν να αντιστρέψουμε την εντροπία;”
Ρωτάει αενάως ο άνθρωπος του μέλλοντος .Γίνεται να αντισταθούμε στο απέραντο επερχόμενο χάος;
Μερικά χρόνια αργότερα ο Καλλίστο στην “Εντροπία” του Pynchon απλοποιεί μάλλον πεσιμιστικά τον φυσικό νόμο:
...δεν μπορείς να κερδίσεις, τα πράγματα θα χειροτερεύσουν πριν καλυτερεύσουν, και ποιος μας λέει ότι θα καλυτερέψουν τελικά;
Ο Marcel Duchamp, πάντως, υμνούσε την γοητεία του απρόβλεπτου πριν ακόμα καν ραγίσει το Μεγάλο γυαλί και δημιουργήσει έτσι τυχαία το θεσπέσιο “ενεργειακό” πλέγμα ρωγμών, μεταξύ νύφης και μνηστήρων. Ο Robert Smithson πάλι,– ο κυριότερος εικαστικός σχολιαστής της εντροπίας – την ανάγει στη σημαντικότερη έννοια παραγωγής καλλιτεχνικής πρακτικής στα τέλη της δεκαετίας του 60'– τα αντι-μνημειακά land -art έργα του, ως άλλα vanitas, υπενθυμίζουν τον δρόμο προς την καταστροφή - ενώ το παράπονο του εφήμερου και του χρονικά φθαρτού διακρίνεται εντόνως και στα υλικά καλλιτεχνών όπως ο Anselmo ή ο Goldsworthy (οργανικά υλικά που αποσυντίθενται σταδιακά και πάγος αντιστοίχως). Ο Cage συνθέτει βάσει της τυχαιότητας αλλά και ένα ολόκληρο κίνημα, το Fluxus διακατέχεται από την έννοια του απρόβλεπτου. Μήπως όμως και τα σαρκαστικά έργα του Hirst μέσα στη δεκαετία του 90' – όπως το εμβληματικό A Thousand Years όπου ο κύκλος ζωής-θανάτου συμπυκνώνεται σε μια βιτρίνα με μύγες, τις οποίες παρακολουθούμε να γεννιούνται και να πεθαίνουν– δεν αποτελούν ένα φόρο τιμής στην ματαιότητα;
Η σεβάσμια Rosalind Krauss ανακαλύπτει την εντροπία όχι μόνο στον Smithson αλλά και στα έργα των Bruce Nauman και Allan McCollum, ενώ ακόμα και στα “αναστρέψιμα” βιβλία του Ed Ruscha ή στο “ακατάστατο” Κουτσό του Julio Cortasar θα έλεγε κανείς ότι διακρίνεται το στίγμα της.
Πέρα λοιπόν από εμμονή του Pynchon και του Smithson, η εντροπία καραδοκεί παντού γύρω μας και όχι μόνο στο “σχολικό” φλιτζάνι τσάι που κρυώνει ταχύτατα ανεβάζοντας, με τη θερμότητα που χάνει, την εντροπία του σύμπαντος. Τη συναντάμε στην Αλίκη στη Χώρα των θαυμάτων και στα έργα του Pollock, στα μποτιλιαρίσματα τις βροχερές μέρες στους Αθηναϊκούς δρόμους και στο νεροχύτη όταν τα άπλυτα πιάτα συσσωρεύονται ταχύτατα (και καθόλου τακτικά), στην ακαταστασία ενός παιδικού δωματίου και στο ρίξιμο μιας πασιέντζας.
Και αν για τον ρομαντικό Arnheim μόνο η τέχνη έχει τη δύναμη να της αντιστέκεται, ο Asimov, ο πιο πιστός θιασώτης της επιστήμης και της τεχνολογίας, επιφυλάσσει μια “φωτεινή” κατάληξη στο περίφημο διήγημα του:
Μετά από εκατομμύρια χρόνια, και αφού η εντροπία έχει οδηγήσει τον κόσμο στο τέλος του, ο αλάνθαστος υπολογιστής έχει βρει τον τρόπο να την αντιστρέψει:
«Γεννηθήτω φως!» αρθρώνει
Και εγένετο φως.
9.12.09
Dr. Parnassus - Sympathy for the devil

Καταρχάς είναι πάντα απόλαυση να βλέπεις τον Τομ Γουέιτς στην οθόνη – πόσο μάλλον όταν σχεδόν παίζει τον εαυτό του, μια και η προσωποποίηση του κακού, το λοξό βλέμμα και το βαμμένο μουστάκι, του πάει γάντι, έξοχος- εξοχότατος σατανάς - μετά είναι φυσικά ο Γκίλιαμ, των Μόντυ Πάιθον και του απερίγραπτου και αξεπέραστου Brazil (και του Μυνχάουζεν και των 12 πιθήκων και των Αδερφών Γκριμ και τέλος πάντων όλων των σύγχρονων αγαπημένων κινηματογραφικών φαντασμαγοριών ) που μήπως -λέω- αφηγείται το παραμύθι του -λέγοντας ακόμα μαγικές ιστορίες, μετά από 1000 χρόνια για να μη σταματήσει ο χρόνος - ποιητική επιμήκυνση του δημιουργικού του χρόνου- πόσες γενιές εξάλλου από τους Python μέχρι σήμερα;-και πόσες ακόμα- και τέλος- γιατί επιμένουμε στο πνεύμα των ημερών - ο πάτερ φαμίλιας που στοίχειωσε Χριστούγεννα και Χριστούγεννα των παιδικών μας χρόνων χέρι χέρι με την Τζούλυ Άντριους , ο Κάπτεν φον Τραπ της χιλιοπαιγμένης Μελωδίας – καλομελέτα και έρχεται στο εορταστικό πρόγραμμα των ευφάνταστων καναλιών μας- με την υπέροχη επιβλητική του φωνή εξακολουθώντας να σώζει οικογένειες o Κρίστοφερ Πλάμερ και τι άλλο στο κάτω κάτω να θέλει κανείς για ένα ντεμί-χειμωνιάτικο προχριστουγεννιάτικο τεμπέλικο βράδυ; Άσε που δεν είναι μόνο αυτά, γιατί έχει και Κιθ Λέτζερ για άλλη μια (τελευταία) φορά τόσο πανέμορφος και εξαίρετος ηθοποιός, και Τζόνι Ντέπ -πάντα Τζόνι Ντεπ, γιατί τον αγαπώ ό,τι κι αν κάνει- και Τζουντ Λο και Κόλιν Φάρελ και την φρέσκια φρέσκια Λίλυ Κολ που μοιάζει με ρώσικη κούκλα και τα μαγικά κουστούμια και τα όνειρα και τα γκιλιανικά απίστευτα σκηνικά που δεν χορτάσαμε ποτέ και τέλος πάντων είναι πάντα ωραία τα μεγαλοπρεπή πολύχρωμα παραμύθια όσο εξωφρενικά και υπερβολικά και τραβηγμένα και ζαλιστικά κι αν είναι - όσο κι αν στην έξοδο και αφού συνέλθεις κάπως από το δίωρο οπτικό τριπ το πρώτο πράγμα που αναρωτιέσαι είναι μα τι πίνει αυτός ο άνθρωπος τόσα χρόνια τώρα;
4.12.09
Rooms 2009


Η χωρομέτρηση του δωματίου έκανε εντέλει προφανές ότι το δωμάτιο στενεύει κάθε μέρα (ή Ξαναδιαβάζοντας τον Κάφκα)
Ο μικρός και απόλυτα ορισμένος χώρος ενός δωματίου αναπόφευκτα προκαλεί συνειρμούς εκούσιου ή ακούσιου εγκλεισμού. Ο εγκλεισμός βέβαια δεν έχει ανάγκη από δωμάτια. Η εξουσία ως γενικευμένη έννοια – φορέας πάσης φύσης εγκλεισμών – επιτυγχάνει να μας περικυκλώνει με νόμους- τοίχους, κτίσματα – θεσμούς όπου οι εκάστοτε «Κόμηδες» αλλάζουν κατά βούληση τα όρια μας, μπερδεύοντας και αλυσοδένοντας και τους πιο περίεργους και ανήσυχους «χωρομέτρες».
«Συχνά όμως είναι ασφαλέστερο να είσαι αλυσοδεμένος παρά ελεύθερος» δηλώνει πικρά ο Κάφκα σε έναν από τους περίφημους αφορισμούς του, κι έτσι αφηνόμαστε στην επίπλαστη θαλπωρή της αλυσίδας μας αφού πέρα από αυτή παραμονεύει ο εχθρός- ο ίδιος αυτός που μας έφτιαξε το φαιδρό καταφύγιο. Ο ίδιος που ενίοτε μας προσφέρει γενναιόδωρα ψευδαισθήσεις διαφυγής.
Ο κόσμος του Κάφκα είναι αναμφίβολα κλειστοφοβικός και απαισιόδοξος. Αλλά κυρίως οδυνηρά σύγχρονος. Η εξουσία που σκιαγραφείται στα έργα του είναι απόλυτη, απροσπέλαστη και αφηρημένη, ένα γλαφυρό λογοτεχνικό ανάλογο της Φουκωικής μεταφυσικής.
Η Ινώ Βαρβαρίτη και η Αλεξάνδρα Παλαντζά, ευαίσθητες χωρομέτρες υπό το απρόσιτο βλέμμα του Πύργου, επιχειρώντας μια εικαστική ανατομία του Καφκικού λογοτεχνικού σύμπαντος, ψηλαφούν τελικώς τους αόρατους μηχανισμούς της εξουσίας- το σχεδόν απόκοσμο απροσέγγιστο αυτής, το αδύνατο κάθε ελπίδας διεξόδου, τις πολυδιάστατες ψυχολογικές και υλικοτεχνικές δομές της - και τους ερμηνεύουν φιλτραρισμένους μέσα από τις δικές τους φρέσκες καλλιτεχνικές και προσωπικές ανησυχίες.
(…)«Δεν έχεις παρά να αλλάξεις κατεύθυνση» είπε η γάτα (στο ποντίκι) και το έφαγε.
Μικρός μύθος
Franz Kafka
(κείμενο που δημοσιεύτηκε στον κατάλογο της έκθεσης Rooms 2009 που διοργανώθηκε από την γκαλερί Kappatos στο ξενοδοχείο Lycabetus τον Δεκέμβρη του 2009)
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 14:25 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
23.10.09
Κι αυτός ο e.e. cummings τι βάσανο...
)when what hugs stopping earth than silent is
by: e.e. cummings
)when what hugs stopping earth than silent is
more silent than more than much more is or
total sun oceaning than any this
tear jumping from each most least eye of star
and without was if minus and shall be
immeasurable happenless unnow
shuts more than open could that every tree
or than all life more death begins to grow
end's ending then these dolls of joy and grief
these recent memories of future dream
these perhaps who have lost their shadows if
which did not do the losing spectres mime
until out of merely not nothing comes
only one snowflake(and we speak our names
20.10.09
Υπάρχει σεξ μετά τον Αντίχριστο;

(Είναι πολύ δύσκολο να μείνει κανείς αντικειμενικός στα κριτήριά του μιλώντας για μια ταινία για την οποία έχουν γραφεί και ειπωθεί τόσα πολλά.
Οι απανωτοί σχολιασμοί και οι ακραίες κριτικές από τις Κάνες και μετά λίγα περιθώρια αφήνουν για προσωπική εκτίμηση. Παρ’ όλα αυτά καθώς παραμένει η πιο ενδιαφέρουσα κινηματογραφική δουλειά που έχω δει φέτος θα επιχειρήσω να εκφράσω μερικές σκέψεις.)
Οδυνηρά ενοχικός και με ένα ακατάσχετο τρόμο για τη φύση –ανθρώπινη και μη- ο Τρίερ διεκδικεί το δικαίωμα της ποιότητας στο σπλάτερ- ήδη το είχε κάνει για το χάρντκορ πορνό στους Ηλίθιους- γυρίζοντας μια ταινία που πολύ λιγότερα έχει να κάνει με τη θρησκεία απ΄ ότι περιμένει κανείς, παρά τον προκλητικό της τίτλο και τους εύκολους συμβολισμούς.
Ομολογώ ότι γι’ αυτά που είχα ακούσει και είχα διαβάσει μέχρι να τη δω, το θέαμα τελικώς ήταν ίσως και πιο light απ’ ό,τι περίμενα και όσο και αν είμαι δηλωμένη πολέμια της άσκοπης «διασκεδαστικής» βίας στον κινηματογράφο-βλ. Ταραντίνο- στην προκειμένη περίπτωση αν και με ενόχλησε έντονα–όπως και έπρεπε εξάλλου- έως και με πόνεσε, δεν με θύμωσε. Τολμώ λοιπόν να πω ότι μου άρεσε ο Αντίχριστος. Αν και διαφωνώ καθέτως με τη φιλοσοφική δήλωση του δημιουργού του, παραδέχομαι ότι για άλλη μια φορά ο Τρίερ κατάφερε να δώσει την αντιδραστική μεν ερμηνεία του για την ανθρώπινη φύση απέναντι στον πολιτισμό, απογειώνοντας δε το εκφραστικό του μέσο.
Η φύση λοιπόν εκεί έξω, γόνιμη και εντροπική, ο απώτατος εχθρός, «ο ναός του σατανά», το τέλος του πολιτισμού, το χάος που απειλεί να βασιλέψει. Η φύση λοιπόν βαθιά μέσα μας όλος ο κίνδυνος, η τρέλα, η σαρωτική και ανεξέλεγκτη σεξουαλική ορμή, το τέλος της λογικής, το αχαλίνωτο θηρίο που πρέπει να υποταχθεί για να μην αποκτηνωθούμε. Ο απόλυτος φόβος του Τρίερ. Η γυναίκα από τη μία η σατανική φύση, ο άντρας απέναντί της ο ήρεμος πολιτισμός –το παιδί που σκοτώνεται –αφού πρώτα έχει ασυνείδητα κακοποιηθεί- λόγω της αμέλειας της γυναίκας (βεβαίως) ο καταλύτης της σχέσης. Οι συμβολισμοί του Τρίερ είναι απλούστατοι. Δεν προσπαθεί καθόλου να τους μεταμφιέσει -η ουσία της ταινίας δεν είναι μια δύσκολη αποκρυπτογράφηση αλλά μια ευανάγνωστη αλλά αδυσώπητη αλληγορία- το δάσος που καταφεύγουν είναι η Εδέμ ο άντρας Νταφόε, πάλαι πότε Ιησούς στον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορτσέζε, η Γκένσμπουργκ η απόλυτα γήινη γυναίκα/πειρασμός, η φύση και το κακό αυτοπροσώπως. Δεν υπάρχουν κρυφά νοήματα-όλα αποσαφηνίζονται με συνέπεια παραμυθιού μέχρι την έσχατη τιμωρία με τη βίαιη και αιματηρή αχρήστευση των οργάνων αναπαραγωγής αμφοτέρων και το εμβληματικό τέλος με τις αμέτρητες απρόσωπες γυναίκες που πλημμυρίζουν απειλητικά το δρόμο της επιστροφής του επιζώντα μεν, μοιραία χτυπημένου όμως Άντρα.(και εδώ βεβαίως δεν μπορώ να μην θυμηθώ τους απρόσωπους άντρες που απειλούν αντιστοίχως την ανορεξική Ζαρίν στην ταινία της Ιρανής εικαστικού Σιρίν Νεσάτ Women without men…)
Ο Τρίερ επιστρέφει στο λυρισμό του Δαμάζοντας τα κύματα, πιο σκοτεινός όμως και πιο απελπισμένος. Το δάσος σκηνικό νομίζεις ότι αναπνέει και κινείται σαν ενιαίος οργανισμός, η φωτογραφία εφιαλτική-και εξαιρετική- ενίοτε θυμίζει Μπάρτον. Ό,τι έμβιο μοιάζει απειλητικό (πέρα από τη γυναίκα, ζώα και πουλιά κάνουν επίσης δύσκολη τη ζωή του άντρα)η ηχητική υπόκρουση μινιμαλιστική αλλά ευφυέστατη. Εκείνος εκνευριστικά ψύχραιμος. Εκείνη αχόρταγη σεξουαλικά και αδίστακτη.
Όπως και να χει το μήνυμα είναι σχεδόν οικολογικό. Με τη φύση δεν παίζουμε.
Ούτε με τη γυναίκα φυσικά.
14.10.09
παραμύθι
A Little Fable
"Alas," said the mouse, "the whole world is growing smaller every day. At the beginning it was so big that I was afraid, I kept running and running, and I was glad when I saw walls far away to the right and left, but these long walls have narrowed so quickly that I am in the last chamber already, and there in the corner stands the trap that I must run into."
"You only need to change your direction," said the cat, and ate it up.
Franz Kafka
illustration
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 13:49 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία, mic
13.10.09
και λίγη ποίηση
πρόσφατα ανακάλυψα το blog Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό. Ο συγκεκριμένος Καρούζος ήταν σαν την σημερινή βροχή. Απόλαυση.
3.10.09
In dire(ct) democracy - virtual tour
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 11:51 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
29.9.09
In dire(ct) democracy
We won't do it without the roses
Σε ένα από τα πρώτα του και πιο γνωστά διηγήματα στο Ένα ρόδο για την Έμιλι ο Φόκνερ περιγράφει την μάλλον ανατριχιαστική ιστορία της αλύγιστης γεροντοκόρης Έμιλι που προκειμένου να κρατήσει κοντά της φευγάτο και μάλλον μπερμπάντη γαμπρό τον δηλητηριάζει με αρσενικό και διατηρεί το πτώμα του στο νυφικό κρεβάτι μέχρι το θάνατό της οπότε και αποκαλύπτεται. Το πτώμα στο εντωμεταξύ σαπίζει με συνέπεια βεβαίως, αλλά η, πεισματικά προσκολλημένη σε ένα ένδοξο οικογενειακό παρελθόν, Έμιλι καλύπτει ως ένα σημείο επιτήδεια τις προδοτικές ύποπτες μυρωδιές-τα υπόλοιπα των οποίων ενδεχομένως και να συνηθίστηκαν κάποια στιγμή από τον κόσμο- πεθαίνοντας εντέλει με την ικανοποίηση ότι κράτησε κοντά της για πάντα τον νυμφίο...
Το 1972 στην Documenta 5 η συμμετοχή του Μπόυς γίνεται με ένα “γραφείο πληροφοριών” όπου συζητιέται ανοιχτά το θέμα της Άμεσης δημοκρατίας. Το γραφείο, πίσω από το οποίο κάθεται επί 100 ολόκληρες μέρες ο Joseph Beuys και συζητά ανοιχτά με το κοινό, κοσμείται επίσης από ένα ρόδο -όπως άλλωστε βλέπουμε και στο φωτογραφικό έργο We won’t do it without the rose όπου ο Μπόυς συζητά μπροστά από το προκείμενο ρόδο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μικρή εγκατάσταση που αποτελείται από ένα ογκομετρικό σωλήνα μέσα στον οποίο επιβιώνει ένα -κόκκινο- τριαντάφυλλο. Τι να αντιπροσωπεύει το πορφυρό ρόδο για τον Μπόυς; Είναι το σοσιαλιστικό όνειρο; Ή η φυσική διαδικασία ενδοσκόπησης που οδηγεί αναπόφευκτα προς την επανάσταση; Το- κοινωνικό- μπουμπούκι που σταδιακά μετατρέπεται σε εύμορφο και εύοσμο τριαντάφυλλο, μια φυσική διεργασία που οδηγεί σε μια -επαναστατική- αλλαγή. Και όλο αυτό μέσα σε έναν ογκομετρικό σωλήνα, ένα εξάρτημα εργαστηρίου που αντιπροσωπεύει την επιστημονική έρευνα. Η επανάσταση γαρ, μέσα από την προσωπική, εμπειρική αναζήτηση. Αλλά και το τεχνητό-επιστημονικό στην υπηρεσία του φυσικού. Οι ριζοσπαστικές απόψεις του Μπόυς καθώς και η πίστη του στην επιστήμη συνδυάζονται εδώ ευκρινώς. Η εν λόγω εγκατάσταση πάντως ονομάζεται Rose für direkte Demokratie (Ρόδο για την Άμεση δημοκρατία).
Στις 24 του Ιουλίου που μας πέρασε εορτάστηκαν τα 35 χρόνια από την ανάκαμψη της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σε μια χρονιά όμως σαν αυτή που διανύουμε που ξεκίνησε με τον απόηχο των γεγονότων του περασμένου Δεκεμβρίου, συνεχίστηκε με τις εξελίξεις πάσης φύσεως πολιτικών και οικονομικών σκανδάλων και κορυφώθηκε με την εκκωφαντική αποχή των εκλογών του Ιουνίου, η λέξη εορτασμός θα μπορούσε να ακουστεί και ως τραγική ειρωνεία.
Προφανώς το μπουμπούκι της Ελληνικής Δημοκρατίας μέσα στα τελευταία χρόνια μαραίνεται.
Η σύγχρονη “δημοκρατική” Ελλάδα, άκαμπτη και περίτρανα προσκολλημένη σε ένα ένδοξο μεν ανεπίστρεπτο δε παρελθών, κοιμάται ήσυχα αγκαλιά με το κουφάρι μιας δημοκρατίας προ πολλού αποδημούσας στο πάλαι πότε -35 ήδη ετών- νυφικό της κρεβάτι ωσάν την Φοκνερική Έμιλι. Κι αν ακόμα καλύπτει επιτήδεια τη μυρωδιά της αποσύνθεσης -την οποία και τείνουμε αφελώς να συνηθίσουμε- ενίοτε αυτή “σκανδαλωδώς” διαφεύγει και μόνο τότε ο κόσμος προβληματίζεται και αντιδρά μπροστά στα περίτρανα σημάδια της κοινωνικής σήψης.. Και μόνο τότε βεβαίως ξεκινούν ουσιαστικές συζητήσεις.
Συνομιλώντας σε μια γλώσσα που απευθύνεται σε επίπεδα της ανθρώπινης αντίληψης πέραν του αρθρωμένου λόγου η τέχνη είναι ένα καίριο μέσον διερεύνησης της εικόνας της κοινωνίας και των προσδοκιών του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και εφαλτήριο σκληρής κοινωνικής κριτικής. Ο ίδιος εξάλλου ο Μπόυς πίστευε ότι το πραγματικό έργο τέχνης οφείλει να διαπερνά την κοινωνία και να θέτει κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα. Ως εκ τούτου ο χώρος της τέχνης όφειλε πάντα να είναι-αν μη τι άλλο- ένας κατεξοχήν χώρος δημοκρατικής έκφρασης.
Χωρίς να επιχειρούμε να ορίσουμε πολιτεύματα -γι' αυτό ευτυχώς υπάρχουν οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες- επιθυμούμε να αφουγκραστούμε το πως αντιλαμβάνεται ο σημερινός Έλληνας αυτό που τόσο αβίαστα ονομάζεται δημοκρατία από πολιτικούς και μίντια, τι περιμένει και τι εισπράττει από αυτή. Τι μάθαμε στο σχολείο ως δημοκρατία και τι συναντήσαμε στον πραγματικό κόσμο. Που τη βρίσκουμε και που δεν τη βρίσκουμε.
Μετά από έναν αιώνα ουσιαστικών αγώνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και λόγω ακριβώς αυτών αναρωτιόμαστε ηχηρά - μέσα από αυτό το εγχείρημα - αν η πραγματική δημοκρατία-και δη η άμεση- είναι άλλη μια ουτοπία.. Πόσο αληθινό και πόσο σύγχρονο ήταν και είναι το πολιτικό και καλλιτεχνικό όραμα του Μπόυς. Και τελικά το κρίσιμο ερώτημα πάντα παραμένει το εάν και πως μπορεί η τέχνη να θέσει γόνιμα πολιτικά ερωτήματα.
Η εικαστική αναζήτηση βεβαίως απέχει μακράν της επιστημονικής καθότι διατρέχει την κοινωνία σε διαφορετικές τροχιές. Μέσα από αυτές τις τροχιές ο Αντώνης Βολανάκης δημιουργεί ένα ιδιόμορφο τρίο εκκινούμενος από την ανθρωποσοφία του Ρούντολφ Στάινερ –τρανός εμπνευστής του Μπόυς- και προκαλώντας τον θεατή να εξηγήσει με τον δικό του τρόπο στο λαγό-που αναμένει στην έκθεση- τις εικόνες που του παράγονται από το τριπλό ιδανικό κοινωνικό μοντέλο του Στάινερ, την οξεία πολιτική-αλλά και ποιητική- ματιά του Θερβάντες και από τον κυκλικό -και ατέρμονο γαρ- ονειρικό κόσμο των λογοτεχνικών Φίνεγκαν. Και με όποια σειρά θέλει. Ο Γιώργος Διβάρης πάλι, απομονώνοντας σκόρπιες αλλά σαφείς εικόνες από πολεμικές ανταποκρίσεις, επισημαίνει επικριτικά ως Υπεροψία τόσο την αλαζονεία της εξουσίας, όσο και την αδράνεια του ενημερωμένου μεν αμέτοχου δε σύγχρονου πολίτη. Για τη Μαρία Πασχαλίδου η άσκηση της δημοκρατίας σήμερα όχι μόνο δεν αντιτάσσεται στον αποκλεισμό και την επιβολή ομοιογένειας αλλά και στρατεύεται υπέρ μιας απειλητικά επεκτεινόμενης βιοπολιτικής, ενώ η καρτ-ποστάλ παραδεισένια εικόνα της Ελλάδας που άλλα υπόσχεται και άλλα προσφέρει σε μετανάστες και μη, υπονομεύεται σκωπτικά από τη Λία Πέτρου σε ένα έργο-σχόλιο των δύο όψεων της κάθε αλήθειας. Και αν από τη μία οι απροσδιόριστες γλυπτικές φόρμες του Χρήστου Πόνη που υπαινίσσονται βιομηχανικά αγαθά διεκδικούν το-δημοκρατικό- δικαίωμα του καλλιτέχνη στον αυτοπροσδιορισμό αποτείνοντας φόρο τιμής στα αυτοαναφορικά γλυπτά του Μπόυς, ο Δημήτρης Χαλάτσης ως αντίπαλο δέος αποδομεί τόσο το χτίσιμο μιας θρυλικής προσωπικής μυθολογίας όσο και τις δημοκρατικές δηλώσεις του Γερμανού καλλιτέχνη - σαμάνου παραφράζοντας εμπράκτως την περίφημη «υπερτιμημένη σιωπή του Ντισάν» σε «υπερτιμημένο λόγο του Μπόυς».
Η Μαρία Σαρρή ψάχνει εκφάνσεις της δημοκρατίας στο φιλόξενο διαδίκτυο μέσα από ένα βίντεο στο you tube που, παρά τους ανήλικους πρωταγωνιστές του, καταφέρνει και γίνεται ένα υποτυπώδες πεδίο μάχης εθνικών διεκδικήσεων αλλά και προβολής της πίκρας και των τραυμάτων ενός πολέμου ενώ τέλος οι In to the Pill επανερμηνεύουν τη σύγχρονη ασθμαίνουσα Αθηναϊκή πραγματικότητα μέσα από παράδοξες θεωρίες συνομωσίας, σχολιάζοντας έτσι την εσκεμμένη παραμόρφωση της πληροφορίας από τα ΜΜΕ και τη σχετικότητα του πραγματικού.
Για να τριτώσουμε με τα προσφιλή στον Μπόυς άνθη η Γερτρούδη Στάιν είχε πει “ένα ρόδο είναι ένα ρόδο είναι ένα ρόδο”. Πέρα από τις λέξεις και τα σύμβολα υπάρχει μια καταιγιστική πραγματικότητα. Την οποία τα οράματα οφείλουν να αφουγκράζονται. Η λέξη δημοκρατία δεν είναι μόνο αυτό που υπήρξε το χρυσό αιώνα, δεν είναι ένα σύμβολο της αρχαίας Ελλάδας -σαν την ακρόπολη σε καρτ ποστάλ. Ούτε το ότι ζούμε εδώ που ζούμε -και απ’ όπου κάποτε ξεκίνησε - την εξυπακούεται. Η δημοκρατία είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να διεκδικείται διαρκώς. Κι αν ακόμα στην ιδανική μορφή της είναι μάλλον απροσέγγιστη για την κοινωνία μας, ο κόσμος δεν μπορεί να γίνει καλύτερος αν πάψουμε να πιστεύουμε στις ουτοπίες.
Και η τέχνη ήταν και είναι η υπερευαίσθητη οθόνη των ανθρώπινων προσδοκιών και δη ουτοπιών.
(κείμενο για την έκθεση In dire(ct) democracy που δημοσιεύτηκε στον κατάλογο του συνεδρίου "Η δημοκρατία σε κίνηση" 1-2/10/2009 ΑΣΚΤ)
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 10:23 0 σχόλια
Ετικέτες εκθέσεις, σύγχρονη τέχνη
15.9.09
C'est pas la mer(e) a boire

(λίγες σκέψεις για το τελευταίο βιβλίο της Άντζελας Δημητρακάκη «Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα»)
Η ποίηση και δη οι ποιητές -ενεργοί και εν δυνάμει-χαίρουν μιας ιδιότροπης εκτίμησης στη χώρα μας. Αν για τον εστέτ ο ποιητής αποτελεί αντικείμενο λατρείας για τον υπόλοιπο κόσμο θεωρείται μάλλον άξιος χλευασμού.
Όταν πριν από λίγο καιρό ανέφερα σε μερικούς γνωστούς ότι είχα σκοπό να πάω σε μια βραδιά ποίησης το πρώτο πράγμα που ακούστηκε σαν σχόλιο ήταν η γνωστή αναφορά στον ποιητή Φανφάρα και την αντίστοιχη σκηνή απαγγελίας από το χιλιοπαιγμένο Ξύπνα Βασίλη...(Άσπρα κοράκια κτλ..) Έτσι όταν η φανταστική ποιήτρια Θαλασσία Ύλη -ουσιαστική αν και όχι τυπική πρωταγωνίστρια στο τελευταίο βιβλίο της Άντζελας Δημητρακάκη “Μέσα σ΄ ένα κορίτσι σαν κι εσένα”- ομολογεί ότι η βράβευσή της –και η «επισημοποίησή» της έτσι ως ποιήτριας- την έκανε να νιώσει ότι ο κόσμος θα την αντιμετώπιζε στο εξής ωσάν τον Φανφάρα -γιατί για τον μέσο Έλληνα αυτή είναι η φιγούρα του ποιητή- ουσιαστικά περιγράφει μια ακόμη θλιβερή αλήθεια της σύγχρονης πολιτιστικής μας πραγματικότητας. Μαζί με άλλες. Η ίδια εξάλλου η συγγραφέας μιλώντας για το βιβλίο της και τη σχέση του με την ποίηση λέει
«Σκέφτομαι ενίοτε ότι η συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος ίσως υπήρξε μια πρόφαση για να γράψω, να διαβάσω, να σκεφτώ τι θα πει «ποίηση», όχι διαχρονικά, αλλά στη δική μας ιστορική συγκυρία.»*.
Αν και η προφανής και προσφιλής αρετή του βιβλίου είναι η πολύ γλαφυρή έως αμείλικτη περιγραφή της σύγχρονης Αθήνας μέσα από τα μάτια μιας άρτι επαναπατριζόμενης Ελληνίδας του εξωτερικού-της Ελληνοαμερικάνας αφηγήτριας – που τυγχάνει να ανήκει και σε μια μειονότητα που σπανίζει στην ελληνική λογοτεχνία -τη λεσβιακή-, για μένα το πιο ελκυστικό στοιχείο του βιβλίου είναι η σκιαγράφηση μιας άκρως ενδιαφέρουσας-όσο και αμφιλεγόμενης- γυναικείας προσωπικότητας. Αυτής της γνωστής- άγνωστης ποιήτριας που είναι και η ουσιαστική πρωταγωνίστρια του βιβλίου. Η ποιήτρια με το ιδιότροπο όνομα Θαλασσία Ύλη διαγράφεται μέσα από αποσπασματικές αναμνήσεις της αφηγήτριας και ερευνήτριας, μέσα από ανακοινώσεις συνεδρίων, σκόρπιους στοίχους της και απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις που τελικώς σχηματίζουν ένα από τα γοητευτικότερα- αλλά και προκλητικότερα- λογοτεχνικά γυναικεία προφίλ των τελευταίων χρόνων**.
Όπως στο φανταστικό βιβλίο Πορεία προς τον Αλ Μουτασίμ που περιγράφει στο ομώνυμο πεζό του ο Μπόρχες- συγγραφέας που τυγχάνει να είναι και δηλωμένη επιρροή της ποιήτριας μαζί με τον Σελίν και τη Ριτς- όπου τόσο ο ήρωας όσο και το βιβλίο περιγράφεται αλλά δεν εμφανίζεται ποτέ, κάπως έτσι και η Θαλασσία Ύλη διαρκώς δεσπόζει χωρίς να υπάρχει μέσα στο βιβλίο. Και αυτή αλλά και το έργο της, που περιγράφεται ενίοτε ή δίνεται μόνο σε αποσπάσματα. Ακόμα και οι συνεντεύξεις της παρουσιάζονται ως ντοκουμέντα –στοιχεία της κόρης της και όχι ως δράση.
Προσωπικότητα με ένα μάλλον δυσμεταχείριστο βάρος αφού με την έντασή της καταστρέφει τόσο τον πυρομανή γιο όσο και την ομοφυλόφιλη κόρη μέσα από πράξεις πέραν ήθους και θεσμικών επιταγών. Πέρα από τις σεξουαλικές της ιδιαιτερότητες – ίσως και λόγω αυτών- η ποιήτρια ζει μια διπλή ζωή αυτή μιας καταπιεσμένης μητέρας-νοικοκυράς των Ελλήνων της διασποράς από τη μία και εκείνη μιας εκκεντρικής μυστηριώδους περσόνας διανοούμενης και ακτιβίστριας που γράφει ποιήματά της στους δρόμους ή τα δημοσιεύει σε φανζίν περιοδικά.
Η κόρη-αφηγήτρια περιφέρεται στην Αθήνα ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας της, από το Κολωνάκι στα Εξάρχεια, μεταξύ πανάκριβων βιτρινών και δακρυγόνων σαν μέσα σε τρανς. Νοικιάζει ένα παρακμιακό διαμέρισμα στην πλατεία Θεάτρου, αγανακτεί με τις εταιρίες τηλεφωνίας, πάει σε πάρτι, τρομάζει με τους καυγάδες από το φωταγωγό, δεν της φτάνει ο μισθός της, γίνεται ανάδοχος γονέας ενός παιδιού από την Αφρική, προσπαθεί να κάνει φίλους, να επικοινωνήσει με την νεαρή –και «μέσα στα πράγματα»- ξαδέρφη της, να συμφιλιωθεί γενικώς με την παράλογη-εκ των πραγμάτων- Αθηναϊκή πραγματικότητα και να ξεπεράσει αφενός το δηλητηριώδες μίσος της για τον φαλλοκράτη πατέρα της και αφετέρου δυο μεγάλες απώλειες. Αυτή της συντρόφου της με την οποία χώρισαν μετά από μια σοβαρή και πολύχρονη σχέση και φυσικά της μητέρας της με την οποία είχε μια απόλυτη σχέση εξάρτησης. Με άξονες λοιπόν από τη μία ένα πολύ πρόσφατο Αθηναϊκό σκηνικό – αυτό του 2006-2007 που η συγγραφέας βρισκόταν στην Ελλάδα- και από την άλλη την ιδιότυπη ιδιοσυγκρασία μιας νεαρής διανοούμενης – η αφηγήτρια μόλις παράτησε ένα διδακτορικό στην ποίηση λόγω υπερβολικής εμπλοκής στο θέμα- ομοφυλόφιλης γυναίκας –φιγούρας που τόσο λείπει από την ελληνική λογοτεχνία όπως η ίδια η συγγραφέας υποδεικνύει– η οποία παλεύει να κατανοήσει έναν κόσμο στον οποίο δεν μπορεί επ’ουδενί να ενσωματωθεί –και όχι μόνο λόγω της σεξουαλικής της ταυτότητας- η Δημητρακάκη σχολιάζει εύστοχα και χωρίς καμία επιείκεια τη σύγχρονη παντελή απουσία κουλτούρας του μέσου Έλληνα, την γυναικεία ομοφυλοφιλία και πέρα από αυτό τα αδιέξοδα μιας μερίδας ανθρώπων που δεν μπορούν να βρουν θέση στο σύγχρονο τοπίο.
Η απολύτως διάφανη ματιά στα πράγματα βέβαια μόνο οδυνηρή μπορεί να είναι τελικώς -πόσο μάλλον για μια μειονότητα όπως η λεσβιακή που ακόμα στην Ελλάδα-ως τόπο και ως συλλογικό ασυνείδητο- δεν δείχνει να έχει βρει ακόμα μια επαρκή αποδοχή.
Τόσο η μορφή του βιβλίου-πιστή στις μεταμοντέρνες επιταγές του νέου μυθιστορήματος- επιστολογραφική στην αρχή, ημερολογιακή στη συνέχεια με ένα είδος appendix στο τέλος που περιλαμβάνει την ανακοίνωση της ερευνήτριας-κόρης της ποιήτριας σε συνέδριο ποίησης και τις συνεντεύξεις της Θαλασσίας Ύλης, όσο και η άμεση σύγχρονη γλώσσα -που η Δημητρακάκη είχε κατακτήσει από την Ανταρκτική κιόλας - νομίζω ότι κρατάνε το ενδιαφέρον του αναγνώστη που αν και καταλαβαίνει από νωρίς τη σχέση της τυπικής με την πραγματική πρωταγωνίστρια δεν παύει να εκπλήσσεται διαρκώς με τα κομμάτια του μωσαϊκού της ιστορίας που προσφέρονται σταδιακά και επιτήδεια από τη συγγραφέα.
* http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=22/05/2009&id=46833
** ένα επίσης από τα πιο γοητευτικά γυναικεία προφίλ που έχω συναντήσει στις τελευταίες αναζητήσεις μου αναζητήσεις στην Ελληνική λογοτεχνία ήταν πέρσι στο Λίγο από το αίμα σου της Σώτης Τριανταφύλλου η υπέροχη Μπέθανι.
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 19:27 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
14.9.09
Archive again and again

Αν και άκουγα αρκετά ροκ όταν ήμουν φοιτήτρια- και έκανα και αρκετά χρόνια φοιτήτρια είναι αλήθεια- δεν μπορώ να πω ότι εντρύφησα ποτέ σε αυτό. Αργότερα, όταν άρχισα να ασχολούμαι κάπως περισσότερο με τη μουσική και με κέρδισαν άλλα ακούσματα το ροκ ήταν πάντα ο ήχος των φοιτητικών αναμνήσεων. Βεβαίως το ροκ είναι πολύ. Και ενώ εκείνα τα ωραία χρόνια αρχικά είχα «μυηθεί»-λέμε τώρα- σε κάπως πιο ψυχεδελικούς –έως κλασσικούς- ήχους από συμφοιτητές που έπαιζαν σε ροκ γκρουπ και αγαπούσαν τις καλές κιθάρες αργότερα βρέθηκα σε πιο indy alternative χώρους και πέρασα από Decadance μέχρι Mad και Plan b ακούγοντας αρχικώς Ρόδον fm (πολυαγαπημένος) και μετέπειτα Rock fm(όταν ακόμα άξιζε).
Έτσι όταν την Πέμπτη το βράδυ βρέθηκα στους Archive-που εγώ γνώρισα - τον καιρό εκείνο…- με το Again και από τη μετέπειτα πορεία τους ομολογώ ότι αναγνώριζα μόνο το Fuck you- θυμήθηκα ότι υπάρχουν και σ’ αυτές τις μουσικές πολύ καλοί μουσικοί με παρουσίες που σέβονται πραγματικά τον θεατή. Αν και τον καινούριο δίσκο- τον οποίο παρουσίαζαν σε αυτό το tour- δεν τον είχα ακούσει πριν τη συναυλία, και από τα παλιά τους- και πιο γνώριμα μου- είπαν πολύ λίγα, ήταν πάραυτα ένα live που ευχαριστήθηκα ανέλπιστα, καθώς όπως είπα και πριν η σχέση μου με το ροκ έχει ραγίσει πλέον αφενός και αφετέρου το Μπάντμιντον – που κακά τα ψέματα το έχω συνδέσει με τις διαφημίσεις του Μπάξ Μπάνι on ice και άλλων ανεκδιήγητων θεαμάτων- δεν μου πήγαινε σα χώρος.
Φυσικά το μεγάλο πλεονέκτημα στον συγκεκριμένο χώρο ήταν ο εξαιρετικός ήχος-κάτι που λείπει τα μάλα από τις συναυλίες σε εξωτερικούς χώρους στην χώρα μας τουλάχιστον-, όπως και το γεγονός ότι ο θεατρικός χώρος υποβάλλεται με ένα μαγικό τρόπο στο κοινό με αποτέλεσμα αυτό να μη μιλάει κατά τη διάρκεια της συναυλίας-κάτι που παρατήρησε με ευχαρίστηση και το ίδιο το γκρουπ – και έτσι να την απολαμβάνουν καλύτερα όσοι πηγαίνουν πραγματικά για να ακούσουν.
Ενδεχομένως οι συγκεκριμένες μουσικές μου γνώσεις να μην μου επιτρέπουν μια τέτοια αναγωγή, αλλά ως ταπεινή, και ας πούμε απαίδευτη, ακροάτρια ομολογώ ότι οι Archive μου δημιουργούσαν ανέκαθεν και εξακολουθούν να μου δημιουργούν την ίδια αίσθηση ταξιδιού με τους Pink Floyd. Χωρίς να χάνουν σε φωνή και σε αυτόν τον ηλεκτρικό και εντέλει απελευθερωτικό «θόρυβο» -που νομίζεις ότι σου σταματάει ενίοτε το μυαλό- καταφέρνουν να δίνουν μουσική υψηλής ποιότητας που δημιουργεί ιονισμένες ατμόσφαιρες και σε φυγαδεύει από τον δεδομένο και τετριμμένο χωροχρόνο. Ιδιαίτερα το Again στο τέλος ήταν μαγεία.
Και τελικώς -ίσως επειδή ως γνωστόν «ου γαρ…» - δεν με ενόχλησε καθόλου το γεγονός ότι δεν ήμουν όρθια στο Gagarin ή στο Terra Vibe να χτυπιέμαι αλλά καθιστή στο Μπάντμιντον να απολαμβάνω. Και στο κάτω κάτω όταν το νιώσαμε ανάγκη όλοι σηκωθήκαμε και χτυπηθήκαμε (ακόμα κι εμείς οι μεγαλύτεροι...).