
Καταρχάς είναι πάντα απόλαυση να βλέπεις τον Τομ Γουέιτς στην οθόνη – πόσο μάλλον όταν σχεδόν παίζει τον εαυτό του, μια και η προσωποποίηση του κακού, το λοξό βλέμμα και το βαμμένο μουστάκι, του πάει γάντι, έξοχος- εξοχότατος σατανάς - μετά είναι φυσικά ο Γκίλιαμ, των Μόντυ Πάιθον και του απερίγραπτου και αξεπέραστου Brazil (και του Μυνχάουζεν και των 12 πιθήκων και των Αδερφών Γκριμ και τέλος πάντων όλων των σύγχρονων αγαπημένων κινηματογραφικών φαντασμαγοριών ) που μήπως -λέω- αφηγείται το παραμύθι του -λέγοντας ακόμα μαγικές ιστορίες, μετά από 1000 χρόνια για να μη σταματήσει ο χρόνος - ποιητική επιμήκυνση του δημιουργικού του χρόνου- πόσες γενιές εξάλλου από τους Python μέχρι σήμερα;-και πόσες ακόμα- και τέλος- γιατί επιμένουμε στο πνεύμα των ημερών - ο πάτερ φαμίλιας που στοίχειωσε Χριστούγεννα και Χριστούγεννα των παιδικών μας χρόνων χέρι χέρι με την Τζούλυ Άντριους , ο Κάπτεν φον Τραπ της χιλιοπαιγμένης Μελωδίας – καλομελέτα και έρχεται στο εορταστικό πρόγραμμα των ευφάνταστων καναλιών μας- με την υπέροχη επιβλητική του φωνή εξακολουθώντας να σώζει οικογένειες o Κρίστοφερ Πλάμερ και τι άλλο στο κάτω κάτω να θέλει κανείς για ένα ντεμί-χειμωνιάτικο προχριστουγεννιάτικο τεμπέλικο βράδυ; Άσε που δεν είναι μόνο αυτά, γιατί έχει και Κιθ Λέτζερ για άλλη μια (τελευταία) φορά τόσο πανέμορφος και εξαίρετος ηθοποιός, και Τζόνι Ντέπ -πάντα Τζόνι Ντεπ, γιατί τον αγαπώ ό,τι κι αν κάνει- και Τζουντ Λο και Κόλιν Φάρελ και την φρέσκια φρέσκια Λίλυ Κολ που μοιάζει με ρώσικη κούκλα και τα μαγικά κουστούμια και τα όνειρα και τα γκιλιανικά απίστευτα σκηνικά που δεν χορτάσαμε ποτέ και τέλος πάντων είναι πάντα ωραία τα μεγαλοπρεπή πολύχρωμα παραμύθια όσο εξωφρενικά και υπερβολικά και τραβηγμένα και ζαλιστικά κι αν είναι - όσο κι αν στην έξοδο και αφού συνέλθεις κάπως από το δίωρο οπτικό τριπ το πρώτο πράγμα που αναρωτιέσαι είναι μα τι πίνει αυτός ο άνθρωπος τόσα χρόνια τώρα;
9.12.09
Dr. Parnassus - Sympathy for the devil
20.10.09
Υπάρχει σεξ μετά τον Αντίχριστο;

(Είναι πολύ δύσκολο να μείνει κανείς αντικειμενικός στα κριτήριά του μιλώντας για μια ταινία για την οποία έχουν γραφεί και ειπωθεί τόσα πολλά.
Οι απανωτοί σχολιασμοί και οι ακραίες κριτικές από τις Κάνες και μετά λίγα περιθώρια αφήνουν για προσωπική εκτίμηση. Παρ’ όλα αυτά καθώς παραμένει η πιο ενδιαφέρουσα κινηματογραφική δουλειά που έχω δει φέτος θα επιχειρήσω να εκφράσω μερικές σκέψεις.)
Οδυνηρά ενοχικός και με ένα ακατάσχετο τρόμο για τη φύση –ανθρώπινη και μη- ο Τρίερ διεκδικεί το δικαίωμα της ποιότητας στο σπλάτερ- ήδη το είχε κάνει για το χάρντκορ πορνό στους Ηλίθιους- γυρίζοντας μια ταινία που πολύ λιγότερα έχει να κάνει με τη θρησκεία απ΄ ότι περιμένει κανείς, παρά τον προκλητικό της τίτλο και τους εύκολους συμβολισμούς.
Ομολογώ ότι γι’ αυτά που είχα ακούσει και είχα διαβάσει μέχρι να τη δω, το θέαμα τελικώς ήταν ίσως και πιο light απ’ ό,τι περίμενα και όσο και αν είμαι δηλωμένη πολέμια της άσκοπης «διασκεδαστικής» βίας στον κινηματογράφο-βλ. Ταραντίνο- στην προκειμένη περίπτωση αν και με ενόχλησε έντονα–όπως και έπρεπε εξάλλου- έως και με πόνεσε, δεν με θύμωσε. Τολμώ λοιπόν να πω ότι μου άρεσε ο Αντίχριστος. Αν και διαφωνώ καθέτως με τη φιλοσοφική δήλωση του δημιουργού του, παραδέχομαι ότι για άλλη μια φορά ο Τρίερ κατάφερε να δώσει την αντιδραστική μεν ερμηνεία του για την ανθρώπινη φύση απέναντι στον πολιτισμό, απογειώνοντας δε το εκφραστικό του μέσο.
Η φύση λοιπόν εκεί έξω, γόνιμη και εντροπική, ο απώτατος εχθρός, «ο ναός του σατανά», το τέλος του πολιτισμού, το χάος που απειλεί να βασιλέψει. Η φύση λοιπόν βαθιά μέσα μας όλος ο κίνδυνος, η τρέλα, η σαρωτική και ανεξέλεγκτη σεξουαλική ορμή, το τέλος της λογικής, το αχαλίνωτο θηρίο που πρέπει να υποταχθεί για να μην αποκτηνωθούμε. Ο απόλυτος φόβος του Τρίερ. Η γυναίκα από τη μία η σατανική φύση, ο άντρας απέναντί της ο ήρεμος πολιτισμός –το παιδί που σκοτώνεται –αφού πρώτα έχει ασυνείδητα κακοποιηθεί- λόγω της αμέλειας της γυναίκας (βεβαίως) ο καταλύτης της σχέσης. Οι συμβολισμοί του Τρίερ είναι απλούστατοι. Δεν προσπαθεί καθόλου να τους μεταμφιέσει -η ουσία της ταινίας δεν είναι μια δύσκολη αποκρυπτογράφηση αλλά μια ευανάγνωστη αλλά αδυσώπητη αλληγορία- το δάσος που καταφεύγουν είναι η Εδέμ ο άντρας Νταφόε, πάλαι πότε Ιησούς στον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορτσέζε, η Γκένσμπουργκ η απόλυτα γήινη γυναίκα/πειρασμός, η φύση και το κακό αυτοπροσώπως. Δεν υπάρχουν κρυφά νοήματα-όλα αποσαφηνίζονται με συνέπεια παραμυθιού μέχρι την έσχατη τιμωρία με τη βίαιη και αιματηρή αχρήστευση των οργάνων αναπαραγωγής αμφοτέρων και το εμβληματικό τέλος με τις αμέτρητες απρόσωπες γυναίκες που πλημμυρίζουν απειλητικά το δρόμο της επιστροφής του επιζώντα μεν, μοιραία χτυπημένου όμως Άντρα.(και εδώ βεβαίως δεν μπορώ να μην θυμηθώ τους απρόσωπους άντρες που απειλούν αντιστοίχως την ανορεξική Ζαρίν στην ταινία της Ιρανής εικαστικού Σιρίν Νεσάτ Women without men…)
Ο Τρίερ επιστρέφει στο λυρισμό του Δαμάζοντας τα κύματα, πιο σκοτεινός όμως και πιο απελπισμένος. Το δάσος σκηνικό νομίζεις ότι αναπνέει και κινείται σαν ενιαίος οργανισμός, η φωτογραφία εφιαλτική-και εξαιρετική- ενίοτε θυμίζει Μπάρτον. Ό,τι έμβιο μοιάζει απειλητικό (πέρα από τη γυναίκα, ζώα και πουλιά κάνουν επίσης δύσκολη τη ζωή του άντρα)η ηχητική υπόκρουση μινιμαλιστική αλλά ευφυέστατη. Εκείνος εκνευριστικά ψύχραιμος. Εκείνη αχόρταγη σεξουαλικά και αδίστακτη.
Όπως και να χει το μήνυμα είναι σχεδόν οικολογικό. Με τη φύση δεν παίζουμε.
Ούτε με τη γυναίκα φυσικά.
26.6.09
...and the loving is easy

Ώριμη και κομψότατη, πρόσχαρη κυρία, πάσχουσα από αβάσταχτη μοναξιά, κάπου κοντά στα 50 επιχειρεί μόνη της ταξίδι στη Βενετία για το οποίο μάζευε χρόνια τώρα τις οικονομίες της -όνειρο ζωής κοινώς – ελπίζοντας σιωπηρά να ζήσει και αυτή το θαύμα που ο καθείς αξίζει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του. Μένει στην πανσιόν γοητευτικής συνομήλικης της χήρας που κάνει παρέα -και όχι μόνο όπως αποδεικνύεται-με γνωστό Αμερικάνο ζωγράφο παντρεμένο με όμορφη νεαρή...
Το Summertime με τον αγγλικό παιχνιδιάρικο τίτλο aka Summer madness είναι μια περιήγηση-ωδή στη Βενετία- τόσο επίκαιρης λόγω της φετινής bienalle! – κάτι δηλαδή σαν το Vicky Christina Barcelona με τη Βαρκελώνη, σαν το Lisbon story με τη Λισαβόνα ή σαν το Funny Face με το Παρίσι. Όσο γοητευτική και να είναι η Κάθριν Χέμπορντ μέσα στα υπέρκομψα ρούχα της και ελκυστικός ο γκριζοκρόταφος Ροζάνο Μπράτσι η μεγάλη πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η Βενετία,- ακόμα αβύθιστη μισό αιώνα πριν- η πλατεία του Αγ. Μάρκου, το palazzo Ducale, τα κανάλια, οι γόνδολες, το πολύχρωμο Murano, οι Ιταλοί και οι Ιταλίδες.
Μέσα σε αυτό το μαγευτικό σκηνικό η ώριμη κυρία γνωρίζει τον ακαταμάχητο και ευγενή μεν, παντρεμένο δε- έστω και εν διαστάσει - ο οποίος θα της χαρίσει το μικρο της θαύμα -σύντομο ανέμελο σεξ και αξέχαστο ρομάντζο- εξαλείφοντας γαρ όλες τις γυναικείες ηθικές αναστολές μιας υπερσυντηρητικής πενηντάχρονης Αμερικάνας του 50' που σοκάρεται αφάνταστα ανακαλύπτοντας την παράνομη σχέση της ξενοδόχου της αλλά καταλήγει να ζει μια ερωτική ιστορία με έναν παντρεμένο άντρα. Και εδώ βέβαια είναι που το Summertime παύει να είναι μόνο ένα συμβατικό μεταπολεμικό ρομάντζο ή μια αστραφτερή καρτ ποστάλ της Βενετίας – politically correct και happy ended- και γίνεται κάτι λίγο-έστω- παραπάνω (τέτοιες μικρές διαφορές κάνουν σπουδαία όλα τα έργα του David Lean, από το Λόρενς της Αραβίας μέχρι το Πέρασμα στην Ινδία). Μια μικρή δήλωση υπέρ του δικαιώματος στην απόλαυση και στον ελεύθερο έρωτα -ακόμα και αν αυτός είναι υπαινικτικός στην ταινία- πέραν ηλικιών, κοινωνικών επιβολών και ηθικών προσχημάτων. Φανταστείτε το εκείνη την εποχή!
Η Χέμπορντ είναι υπέροχη όπως πάντα και ο Μπράτσι γοητευτικότατος με τους γκρίζους κροτάφους του. Οι σκηνές που παίζουν με τα μάτια απολαυστικές, το Μουράνο παραμύθι όπως και όλη η Βενετία εξάλλου.
Γλυκό και ευχάριστο για καλοκαιρινές βραδιές.
18.11.08
χωρίς...

Το ότι ο Αλέξανδρος Αβρανάς είναι εικαστικός-και μάλιστα αξιόλογος- είναι κάτι που δεν γίνεται να διαφύγει από τον θεατή που παρακολουθεί το Without, την πρώτη ταινία του 30χρονου φερέλπιδος δημιουργού, με την οποία συμμετέχει στο 49ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Καθώς επίσης και το ότι έχει συνεργαστεί με μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών και τεχνικών…Κάθε πλάνο της ταινίας είναι τόσο απόλυτα ζυγισμένο και στυλιζαρισμένο που ενίοτε το αποτέλεσμα διαφεύγει των ορίων της έβδομης τέχνης. Τα περισσότερα κάδρα θυμίζουν μάλλον καλλιτεχνική φωτογραφία ή σύγχρονο ζωγραφικό φωτορεαλισμό. Οι γωνίες λήψης αναπάντεχες, οι φωτισμοί τέλειοι, τα κουστούμια υπέρκομψα, εκκεντρικά αν και λιτά και γενικώς μια ευφάνταστη σκηνογραφία που ισορροπεί άριστα μεταξύ ενός ψυχεδελικού αν και κλασσικού ρετρό και ενός αποστειρωμένου αλλά στυλάτου σημερινού ώστε να εξυπηρετεί λειτουργικότατα τον «μη-χρόνο» και «μη –τόπο» που επιδιώκει ο σκηνοθέτης. Το φουστάνι της πρωταγωνίστριας ταιριάζει χρωματικά με τα καρότα από το μισάνοιχτο ψυγείο και τα εσώρουχά της με τα πλακάκια του μπάνιου, η μπλούζα του παιδιού με τον καναπέ, οι πετσέτες της κουζίνας με την καρέκλα κ.ο.κ. Οι ερμηνευτές (ένα εντυπωσιακότατο καστ, Σαολίδου, Οικονομίδου, Στάνκογλου, Γιάνναρης κτλ.) περιφέρονται μηχανικά ή στήνονται- σαν να πρόκειται για φωτογραφήσεις μόδας- καπνίζοντας αρειμανίως, οι διάλογοι στοιχειώδεις, η εκφορά του λόγου δύσκολη –μια δυστοκία, λες και καταβάλουν προσπάθεια για να μιλήσουν- οι σιωπές μεγάλες, τα περισσότερα πλάνα υποφωτισμένα σαν τη διάθεση των πρωταγωνιστών τους. Σαφώς η τεχνική αρτιότητα έχει επιτευχθεί απολύτως όπως και η δημιουργία μιας ζοφερής ατμόσφαιρας αναμονής κάποιου ξεσπάσματος- που θυμίζει λίγο Λιντς – αλλά τελικώς το τόσο απλοποιημένο σενάριο δεν υποστηρίζεται από την αφήγηση και η ανάλυση των χαρακτήρων πάσχει...Η πρόθεση της σκιαγράφησης του αβάσταχτου βάρους της κοινής καθημερινότητας χάνεται εντέλει πίσω από την άσκηση αισθητικής τελειομανίας του σκηνοθέτη…
14.12.05
Always look at the bright side of death (Η νεκρή νύφη)

Πόσο ενδιαφέρουσα μπορεί να είναι η επιλογή των Χριστουγέννων για ένα διαλογισμό πάνω στο θάνατο? Μόνο ο σκηνοθέτης του Nightmare before Christmas θα μπορούσε να διεκπεραιώσει κάτι τέτοιο…
Ο Burton, λοιπόν, με μια ακόμα δουλειά πάνω σε αρχετυπικά δίπολα, μας αναλύει τα μεταφυσικά του οράματα βαδίζοντας με χιούμορ αλλά και σκεπτικισμό στα όρια ζωής και θανάτου, απαισιόδοξος πάνω στη ζωή-αισιόδοξος πάνω στο θάνατο…
Καταρρίπτοντας το κοινωνικώς αποδεκτό και ορισμένο επιλέγει ύπουλα το ασπρόμαυρο για έναν κόσμο τεθλιμμένων θλιβερών ζωντανών και το έγχρωμο για ένα οργιαστικό πανηγύρι κεφάτων συμπαθέστατων νεκρών.
Παραθέτει ένα διονυσιακό υπόκοσμο-που κινείται μεταξύ γαλλικού καμπαρέ και μπαρ περιόδου ποτοαπαγόρευσης- με λάγνο κέφι και έντονο χρώμα σε αντιδιαστολή με το θλιβερά ανέραστο γκρίζο σκηνικό της Βρετανικής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Μια τόσο διαφορετική εκδοχή που διχάζει εξ´ αρχής τον θεατή χωρίς ελαφρυντικά–ποια λοιπόν πρέπει να διαλέξει ο χλωμός θλιμμένος ρομαντικός ήρωας? Τη νεκρή ή τη ζωντανή νύφη? Ένα πραγματικό δίλημμα, μια αναπάντεχη σύγχυση αφού στο προκείμενο –παράλογο-«ερωτικό» τρίγωνο σε αυτή τη μαύρη-σχεδόν πεισιθάνατη -παραλλαγή του, η έννοια του ζωντανού και του νεκρού είναι σχετικές…
Η φαινομενικά θριλερική συνεύρεση νεκρών και ζωντανών με σκοπό την κουμπαριά ζωής και θανάτου-που σαφώς οδηγεί στο αδύνατο της πράξης… -καταλήγει σε μια- σύντομη βέβαια- απρόσμενα- αν και όχι και τόσο τελικά…- φιλική συνύπαρξη, με συγκινητική τρυφερότητα και νοσταλγία των μεν για τους δε και τούμπαλιν, μια διαφορετική έγερση των κατοίκων του κάτω κόσμου οι οποίοι θυμούνται, αναπολούν και αγαπούν ακόμα και με τις σταματημένες τους καρδίες που ίσως και να νιώθουν περισσότερα από τις σκληρές καρδιές των «από πάνω».
Ανατρέποντας τετριμμένες ηθικές και παρωχημένες δεισιδαιμονίες ο Barton δημιουργεί άλλο ένα σκοτεινό παραμύθι με γοτθικές αποχρώσεις χτισμένο με τις κλασσικές δραματικές δομές, με καλούς και κακούς, αδικίες και προδοσίες και με μια –κοσμογονική- κορύφωση που καταλήγει στη νέμεση και τη λύτρωση.
Και έζησαν αυτοί καλά και αυτοί που δεν έζησαν μπορεί και καλύτερα…
25.10.05
Περί πετρελαίου

Στη μέση ενός βουβού και πλούσιου ωκεανού, στο εσωτερικό ενός πλοίου-ναού που θα μπορούσε να είναι φαλαινοθηρικό ή πετρελαιοφόρο, πραγματοποιείται ένας γάμος Shinto μεταξύ δύο «εκλεγμένων» ξένων- ενώ παράλληλα στο κατάστρωμα συντίθεται βαζελίνη σε ένα αλλόκοτο γλυπτό.
Ένα σχόλιο πάνω στον πόνο και τη δημιουργικότητα, στην οδύνη πριν τη μεταμόρφωση, στην προσπάθεια που προϋποθέτει κάθε αναγέννηση.
Η ανεξάντλητη φύση που αναμένει να προσφέρει την ενέργειά της, η τέχνη που βασανίζει για να αναδυθεί κι ένας υπόκωφος ερωτισμός που πληγώνει για να λυτρώσει.
Μια από τις πιο ιδιότροπες ερωτικές σκηνές που έχουν ποτέ γυριστεί, να παραπαίει στα όρια άκρατου αισθησιασμού και αδυσώπητου σαδομαζοχισμού και να σε στοιχειώνει ανελέητα…
Το sui generis εικαστικό ιδίωμα του Barney εμπλέκει επιδέξια στοιχεία από τον Ιαπωνικό πολιτισμό, τον σιωπηλό κόσμο του βυθού και τη βαριά βιομηχανία του πετρελαίου. Δεν παραλείπει βέβαια να υπογράψει με το προσωπικό του σύμβολο-που το έχουμε γνωρίσει τόσο στα Cremaster όσο και στα υπόλοιπα Drawing Restrain- τη φόρμα του γλυπτού, το οποίο εξάλλου δημιουργείται από ένα υλικό στο οποίο ο καλλιτέχνης έχει κατά καιρούς δείξει ιδιαίτερη προτίμηση για την κατασκευή των εγκαταστάσεων-σκηνικών του.
Δίπλα στον Barney, η Bjorg δείχνει να είναι η μοναδική επιλογή που θα μπορούσε κανείς να κάνει για αυτό τον ρόλο
Στο αργό τέλος η λύτρωση.
Το χημικό γλυπτό καταρρέει χωρίς την ανθρώπινη υποστήριξη.
Οι εραστές ελευθερώνονται στο υγρό στοιχείο για πάντα.
Drawing Restraint 9
Matthew Barney
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:54 0 σχόλια
Ετικέτες σινεμά, σύγχρονη τέχνη