Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύγχρονη τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύγχρονη τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4.9.10

Συλλογισμοί (γύρω από μια συλλογή)





Πάρε όμως δυο καλούς ζουγράφους· φαντάσου πως δε διάβασαν ποτές τους μήτ’ Όμηρο μήτε Ντάντε. Βάλ’ τους να διαβάσουν. Κλείσ’ τους έπειτα μέσα σε ξέχωρες κάμαρες, και πες τους να ζουγραφίσουν, ας πούμε το νησί της Καλυψώς κι έναν κύκλο της Κόλασης, καταπώς τα παράλαβαν από τον Όμηρο κι από τον Ντάντε. Πάρ’ τις εικόνες τους ύστερα και κάμε σύγκριση —

Αργύρης Εφταλιώτης,
Η Μαζώχτρα


Επιδίωξη και γοητεία μιας ομαδικής έκθεσης πέραν της πολύπλευρης εικαστικής ανίχνευσης του ζητήματος το οποίο θέτει, είναι η ίδια η πράξη της καλλιτεχνικής συνομιλίας των δημιουργών και η επακόλουθη επισήμανση της διαφορετικότητας της ατομικής καλλιτεχνικής ματιάς .
Το ενδιαφέρον είναι σαφώς μεγαλύτερο όταν αυτή ξεπερνά το ατομικό πλαίσιο και γίνεται πλέον συνομιλία γενεών. Τότε εξάλλου είναι που εισβάλει και ο μέγας παράγοντας Ιστορία.
Ο μυτιληνιός δημοτικιστής συγγραφέας Αργύρης Εφταλιώτης κάπου στις αρχές του 20ου αιώνα μιλάει για τη μοναδικότητα της ματιάς του κάθε καλλιτέχνη στον μικρό πρόλογο μιας εξαιρετικής αλλά πικρής του ιστορίας.
Η δική μας πάλι ιστορία - εξαιρετική και πικρή επίσης - εκτυλίσσεται στις παρυφές της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα ξεκινά όμως περίπου τριάντα χρόνια πριν. Εκεί στις θρυλικές αρχές του 80', μια Αυγουστιάτικη Κυριακή όταν ο μικρός Μόλυβος, με το μεγάλο πολιτιστικό βάρος, αποκτά επιτέλους πανηγυρικά τη δημοτική του πινακοθήκη. Η γόνιμη μαγιά 77 έργων, δωρεών από καλλιτέχνες και φιλότεχνους σηματοδοτεί ευοίωνα την έναρξη μιας σημαντικής συλλογής ελληνικής τέχνης που διατρέχει τον εγχώριο μοντερνισμό μέχρι τη γενιά του 70'. Πέραν όμως μιας πρώτης ενθουσιώδους και καρπερής δεκαετίας – μέσα στην οποία η συλλογή διπλασιάζεται- η μετέπειτα πορεία της φθίνει σταδιακά περνώντας εντέλει στην πλήρη αφάνεια, θύμα της αξιοσημείωτης αδιαφορίας της χώρας μας για το σύγχρονο πολιτισμό της.
Τριάντα χρόνια μετά τα εγκαίνια -μια ακόμη Αυγουστιάτικη βραδιά του 2010 πλέον- η άνιση ιστορία της δημοτικής πινακοθήκης Μήθυμνας επαναπροσεγγίζεται με ένα εγχείρημα που φιλοδοξεί να σχολιάσει την παραμελημένη τοπική εικαστική πραγματικότητα αναδεικνύοντας ένα μέρος της πλούσιας μεν “ξεχασμένης” δε συλλογής και να διαβάσει τη σύγχρονη πολιτιστική μας ιστορία μέσα από την αντιπαραβολή αυτού με έργα νέων καλλιτεχνών. Όλα αυτά με άξονα την αναβίωση ενός ιστορικού πεπραγμένου, των πρώτων εκείνων εγκαινίων της δημοτικής πινακοθήκης.
Η προκείμενη έκθεση γίνεται έτσι αυτή καθαυτή ένα είδος ζωντανού αρχείου και στα εγκαίνιά της θα μπορούσε να αποδοθεί ακόμα και ένας χαρακτήρας performance, ιδιαζόντως διαδραστικής καθώς γινόμαστε όλοι -κοινό, συμμετέχοντες και οργανωτές- μέτοχοι τόσο της ανασύστασης της ιστορικής στιγμής όσο και του κριτικού σχολιασμού αυτής -ως σημείο καιρών φορτισμένων με ελπίδα – και της εξέλιξής της, απέναντι στο νεφελώδες σημερινό τοπίο.
Στο εύρος λοιπόν που η εικαστική αναβίωση λειτουργεί πρωτίστως ως παραστατικό ντοκουμέντο, με τη χειρονομία αφ΄ ενός της επαν-έκθεσης ενός μέρους του υλικού της συλλογής επιχειρείται τελικώς μια υπενθύμιση/ σκιαγράφηση– ένα υπόμνημα εξάλλου γνωστοποιεί, τιμά μια μνήμη αλλά και ερμηνεύει - του ενθουσιώδους πολιτισμικού ορμέμφυτου μιας άλλης εποχής, όχι και τόσο μακρινής για να θεωρηθεί «νοσταλγικά» ανεπίστρεπτο, αλλά και της εντόπιας μοντερνιστικής και μετέπειτα παράδοσης που κυοφόρησε τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία. Αφ’ εταίρου δίνει πρόσβαση σε νέους δημιουργούς να εκφραστούν καλλιτεχνικά με εφαλτήριο τη συλλογή, την ιστορία της και το πολιτικό-πολιτιστικό κατεστημένο που η τελευταία προϋποθέτει και συνεπάγεται.

Στην επικείμενη συμβίωση εποχών και τεχνοτροπιών λοιπόν η βαριά ακινησία των ανδροπρεπών ανθρωποειδών του Γαϊτη στη διαρκή και διακαή αναζήτηση της ελληνικότητας διαλέγεται με την ξέγνοιαστη κινητικότητα των ά-τοπων και ά-χρονων ανάλαφρων μαθητριών της Σγουρομύτη . Η ποιητική της απόγνωσης και του αποκλεισμού του Ακριθάκη συμβαδίζει με μια μάταιη απώλεια της αίσθησης του οικείου στο έργο του Νούλα αλλά και με την αναγύρεψη και επαναδιαπραγμάτευση των συνόρων που υπεισέρχεται στη ματιά της Σαρρή. Το ιερό και το ανίερο αποδομούνται τόσο στην διαζευκτική εγκατάσταση του Λαγουδιανάκη όσο και στον άμεσο διάλογο της σκωπτικής κριτικής του καταναλωτισμού του Μπιτσάκη με τον κατανυκτικό αλλά και εφιαλτικό Χαλεπά. Ο αιχμηρά πολιτικός νέος ρεαλισμός του Ψυχοπαίδη επικαλούμενος ανοιχτά την ελληνική πνευματικότητα σε μια ιδιαίτερη αντίστιξη εντέλει μοιράζεται τις ίδιες ανησυχίες με την τραχιά σαρκαστική οπτική του Καραμανώλη απέναντι στη σύγχρονη θεώρηση της παράδοσης αλλά και με την πολιτιστική και γνωστική αδηφαγία που υπογραμμίζει γλαφυρά ο Χαλάτσης. Το ζοφερό φορμαλιστικό τοπίο της Πανουκλιά από τη μία απαντά αναπάντεχα στο φυσιολατρικό ρεαλισμό του Βαλαβανίδη από την άλλη αποπνέει την αύρα της αστικής αποξένωσης και της υπαρξιακής θλίψης του Μπότσογλου. Οι γοτθικές γεωμετρικές προοπτικές της Μαραθάκη συναντιούνται με τις γραμμές της Μαρκάκη και συμπορεύονται με το νοσταλγικό λυρισμό του Σολούνια. Ταυτόχρονα ο υπόκωφος πεσιμισμός της παραπέμπει στη στοιχειωμένη ησυχία του Βαρλάμου. Ο Μπαχαριάν και ο Κατσούδας παραθέτουν δύο διαφορετικές κατευθύνσεις της αυτοαναφορικότητας και της βιωματικής δημιουργίας.
Και αν η νέα «ανάγνωση» του επιλεγμένου μέρους της συλλογής που επιχειρεί ο Βολανάκης μέσα από το πρίσμα του σύγχρονου χρηματοοικονομικού κατεστημένου της τέχνης συνομιλεί με σύσσωμο το σημερινό κοινωνικό και πολιτιστικό μας τοπίο ο πηγαίος εξπρεσιονισμός του Τέτση συνομιλεί ανέμελα με τον ίδιο το Μόλυβο στο φως του αιώνιου κατακαλόκαιρου.

Υπάρχει στις φυσικές επιστήμες ένα ενδιαφέρον φαινόμενο, η ενισχυτική συμβολή, όπου η «σωστή» συνάντηση δύο κυμάτων γίνεται πηγή νέων και ισχυρότερων. Ας αντιληφθούμε λοιπόν την προκείμενη περίσταση ως τη χωροχρονική συμβολή δύο ετερόχρονων πολιτιστικών κυμάτων με βαθύτερο σκοπό την παραγωγή των καινούριων και ικανών να καταφέρουν κάποτε να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.

(κείμενο καταλόγου της έκθεσης *υπόμνημα που έλαβε χώρα στη Δημοτική Πινακοθήκη Μήθυμνας 11-19/8/2010)

(Η φωτογραφία είναι από το έργο του Βασίλη Νούλα "Salon de Vicky")




http://www.ipomnima.com/

23.7.10

* υπόμνημα



σύγχρονες προσεγγίσεις στο υλικό της Δημοτικής Πινακοθήκης Μήθυμνας


Η δημοτική πινακοθήκη της Μήθυμνας – όραμα μιας δυναμικής τοπικής κοινότητας του 60’με εικαστικές και γενικότερες πολιτιστικές ευαισθησίες- εγκαινιάστηκε τον Αύγουστο του 1981 με διάστημα δραστηριοποίησης μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90’. Εβδομήντα επτά έργα σημαντικών ελλήνων καλλιτεχνών που συγκεντρώθηκαν με κόπο μεταξύ του 1965 και του 1980 – συστήνοντας έτσι ένα χαρακτηριστικό δείγμα μιας σημαντικής περιόδου της ελληνικής τέχνης αφού οριοθετεί τη μετάβαση από τον ελληνικό μοντερνισμό στο μετέπειτα στάδιο– παρέμειναν, για το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας εικοσιπενταετίας, παντελώς απρόσιτα.

Η πρωτοβουλία του να ξανανοιχθεί η Δημοτική Πινακοθήκη της Μήθυμνας τον Αύγουστο του 2010 αποσκοπεί σε έναν αναστοχασμό πάνω στη σύγχρονη πορεία του πολιτισμού στη χώρα μας μέσα από τη σύγκριση/αντιπαράθεση της ευρύτερης εποχής των πρώτων εγκαινίων του ιδρύματος στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μιας από τις μάλλον πιο ελπιδοφόρες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας που στοιχειώθηκε από τα οράματα του «εκσυγχρονισμού», με ένα παρόν που χαρακτηρίζεται όχι μόνο από μια δυσκολία «επανεκκίνησης» και πνευματικές εκπτώσεις αλλά κυρίως από την πλήρη απουσία ελπίδος. Η ίδια η πράξη του ανοίγματος λοιπόν, υπό τις τρέχουσες δυσοίωνες συνθήκες - έστω και για εννιά μέρες- ενός μουσείου που ιδρύθηκε μεν, αλλά η φθίνουσα πορεία του είναι ενδεικτική του τέλος μιας εποχής, αποκτά καταρχάς τη δυναμική μιας διακήρυξης της αδιαμφισβήτητης σημαντικότητας της τέχνης σε περιόδους κρίσης. Αφ’ ετέρου, μια τέτοια κίνηση αποβλέπει στην ανασύσταση μιας ιστορικής στιγμής, αυτής των εν λόγω εγκαινίων του 1981, ερευνώντας με αυτό τον τρόπο τους μηχανισμούς αναβίωσης στην τέχνη, καθώς και την ουσιαστική λειτουργία της διαδικασίας αυτής ως ερέθισμα, τόσο ενεργοποίησης της ιστορικής μνήμης, όσο και ανασκόπησης του καλλιτεχνικού γίγνεσθαι. Στην προκειμένη περίπτωση η λειτουργία αυτή ενισχύεται σημαντικά με το κάλεσμα νέων δημιουργών προς καλλιτεχνική συνδιαλλαγή με μέρος από τα υπάρχοντα έργα της συλλογής της πινακοθήκης.


Η έκθεση Υπόμνημα θα λάβει χώρα στη Δημοτική Πινακοθήκη Μήθυμνας
11- 19 Αυγούστου 2010 υπό την αιγίδα της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και του Δήμου Μήθυμνας.
Από τη συλλογή της Δημοτικής Πινακοθήκης έχουν επιλεχθεί έργα των

Αλέξη Ακριθάκη, Γιάννη Γαϊτη, Γιάννη Βαλαβανίδη, Γιώργη Βαρλάμο, Τζένη Μαρκάκη, Ασαντούρ Μπαχαριάν, Χρόνη Μπότσογλου, Αριστοτέλη Σολούνια, Παναγιώτη Τέτση, Γιάννη Χαλεπά, Γιάννη Ψυχοπαίδη.

Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Αντώνης Βολανάκης, Άγγελος Ζάβαλης, Στέλιος Καραμανώλης, Δημήτρης Κατσούδας, Γιώργος Λαγουδιανάκης, Εύα Μαραθάκη, Μανώλης Μπιτσάκης, Βασίλης Νούλας, Ελένη Πανουκλιά , Χριστίνα Σγουρομύτη, Μαρία Σαρρή, Δημήτρης Χαλάτσης.



Την έκθεση επιμελούνται οι Γκέλυ Γρυντάκη και Χριστίνα Σγουρομύτη.

http://www.ipomnima.com/


.

26.3.10

Container Full

Καινούριος χώρος τέχνης στη Θεσσαλονίκη!
Το Container άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό την Τρίτη 23 Μαρτίου με 14 φρέσκους καλλιτέχνες να συμμετέχουν στην εναρκτήρια έκθεσή του και πολύ πολύ κόσμο να το καλωσορίζει.
Εδώ μερικές φωτογραφίες από τα εγκαίνια





Στην τρέχουσα έκθεση συμμετέχουν οι καλλιτέχνες:
Χρήστος Βενέτης, Νίκος Ευαγγελόπουλος, Κατερίνα Ιορδανίδου, Νίκος Κόκκαλης, Βασιλική Κοσκινιώτου, Valentino Marengo, Ευαγγελία Μπαντιάκα, Βασίλης Μπότουλας, Δημήτρης Νοταράς, Θεοφάνης Νούσκας, Ιορδάνης Ρουμελιώτης, Ερη Σκυργιάννη, Αννέτα Σπανουδάκη και Παύλος Χαμπίδης.

Ωράριο λειτουργίας: Τρίτη-Πέμπτη-Παρασκευή: 11.00-21.00, Τετάρτη-Σάββατο: 10.30-15.00. Διάρκεια έκθεσης μέχρι τις 10 Μαΐου.

Container Χώρος Συνάντησης Τεχνών

Ν. Φωκά 8 -54621 Θεσσαλονίκη

τηλ.2310269187-6947600519

info@containerspace.gr / www.containerspace.gr

4.12.09

Rooms 2009




Η χωρομέτρηση του δωματίου έκανε εντέλει προφανές ότι το δωμάτιο στενεύει κάθε μέρα (ή Ξαναδιαβάζοντας τον Κάφκα)


Ο μικρός και απόλυτα ορισμένος χώρος ενός δωματίου αναπόφευκτα προκαλεί συνειρμούς εκούσιου ή ακούσιου εγκλεισμού. Ο εγκλεισμός βέβαια δεν έχει ανάγκη από δωμάτια. Η εξουσία ως γενικευμένη έννοια – φορέας πάσης φύσης εγκλεισμών – επιτυγχάνει να μας περικυκλώνει με νόμους- τοίχους, κτίσματα – θεσμούς όπου οι εκάστοτε «Κόμηδες» αλλάζουν κατά βούληση τα όρια μας, μπερδεύοντας και αλυσοδένοντας και τους πιο περίεργους και ανήσυχους «χωρομέτρες».
«Συχνά όμως είναι ασφαλέστερο να είσαι αλυσοδεμένος παρά ελεύθερος» δηλώνει πικρά ο Κάφκα σε έναν από τους περίφημους αφορισμούς του, κι έτσι αφηνόμαστε στην επίπλαστη θαλπωρή της αλυσίδας μας αφού πέρα από αυτή παραμονεύει ο εχθρός- ο ίδιος αυτός που μας έφτιαξε το φαιδρό καταφύγιο. Ο ίδιος που ενίοτε μας προσφέρει γενναιόδωρα ψευδαισθήσεις διαφυγής.
Ο κόσμος του Κάφκα είναι αναμφίβολα κλειστοφοβικός και απαισιόδοξος. Αλλά κυρίως οδυνηρά σύγχρονος. Η εξουσία που σκιαγραφείται στα έργα του είναι απόλυτη, απροσπέλαστη και αφηρημένη, ένα γλαφυρό λογοτεχνικό ανάλογο της Φουκωικής μεταφυσικής.
Η Ινώ Βαρβαρίτη και η Αλεξάνδρα Παλαντζά, ευαίσθητες χωρομέτρες υπό το απρόσιτο βλέμμα του Πύργου, επιχειρώντας μια εικαστική ανατομία του Καφκικού λογοτεχνικού σύμπαντος, ψηλαφούν τελικώς τους αόρατους μηχανισμούς της εξουσίας- το σχεδόν απόκοσμο απροσέγγιστο αυτής, το αδύνατο κάθε ελπίδας διεξόδου, τις πολυδιάστατες ψυχολογικές και υλικοτεχνικές δομές της - και τους ερμηνεύουν φιλτραρισμένους μέσα από τις δικές τους φρέσκες καλλιτεχνικές και προσωπικές ανησυχίες.

(…)«Δεν έχεις παρά να αλλάξεις κατεύθυνση» είπε η γάτα (στο ποντίκι) και το έφαγε.
Μικρός μύθος

Franz Kafka

(κείμενο που δημοσιεύτηκε στον κατάλογο της έκθεσης Rooms 2009 που διοργανώθηκε από την γκαλερί Kappatos στο ξενοδοχείο Lycabetus τον Δεκέμβρη του 2009)

3.10.09

In dire(ct) democracy - virtual tour

29.9.09

In dire(ct) democracy




We won't do it without the roses


Σε ένα από τα πρώτα του και πιο γνωστά διηγήματα στο Ένα ρόδο για την Έμιλι ο Φόκνερ περιγράφει την μάλλον ανατριχιαστική ιστορία της αλύγιστης γεροντοκόρης Έμιλι που προκειμένου να κρατήσει κοντά της φευγάτο και μάλλον μπερμπάντη γαμπρό τον δηλητηριάζει με αρσενικό και διατηρεί το πτώμα του στο νυφικό κρεβάτι μέχρι το θάνατό της οπότε και αποκαλύπτεται. Το πτώμα στο εντωμεταξύ σαπίζει με συνέπεια βεβαίως, αλλά η, πεισματικά προσκολλημένη σε ένα ένδοξο οικογενειακό παρελθόν, Έμιλι καλύπτει ως ένα σημείο επιτήδεια τις προδοτικές ύποπτες μυρωδιές-τα υπόλοιπα των οποίων ενδεχομένως και να συνηθίστηκαν κάποια στιγμή από τον κόσμο- πεθαίνοντας εντέλει με την ικανοποίηση ότι κράτησε κοντά της για πάντα τον νυμφίο...
Το 1972 στην Documenta 5 η συμμετοχή του Μπόυς γίνεται με ένα “γραφείο πληροφοριών” όπου συζητιέται ανοιχτά το θέμα της Άμεσης δημοκρατίας. Το γραφείο, πίσω από το οποίο κάθεται επί 100 ολόκληρες μέρες ο Joseph Beuys και συζητά ανοιχτά με το κοινό, κοσμείται επίσης από ένα ρόδο -όπως άλλωστε βλέπουμε και στο φωτογραφικό έργο We won’t do it without the rose όπου ο Μπόυς συζητά μπροστά από το προκείμενο ρόδο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μικρή εγκατάσταση που αποτελείται από ένα ογκομετρικό σωλήνα μέσα στον οποίο επιβιώνει ένα -κόκκινο- τριαντάφυλλο. Τι να αντιπροσωπεύει το πορφυρό ρόδο για τον Μπόυς; Είναι το σοσιαλιστικό όνειρο; Ή η φυσική διαδικασία ενδοσκόπησης που οδηγεί αναπόφευκτα προς την επανάσταση; Το- κοινωνικό- μπουμπούκι που σταδιακά μετατρέπεται σε εύμορφο και εύοσμο τριαντάφυλλο, μια φυσική διεργασία που οδηγεί σε μια -επαναστατική- αλλαγή. Και όλο αυτό μέσα σε έναν ογκομετρικό σωλήνα, ένα εξάρτημα εργαστηρίου που αντιπροσωπεύει την επιστημονική έρευνα. Η επανάσταση γαρ, μέσα από την προσωπική, εμπειρική αναζήτηση. Αλλά και το τεχνητό-επιστημονικό στην υπηρεσία του φυσικού. Οι ριζοσπαστικές απόψεις του Μπόυς καθώς και η πίστη του στην επιστήμη συνδυάζονται εδώ ευκρινώς. Η εν λόγω εγκατάσταση πάντως ονομάζεται Rose für direkte Demokratie (Ρόδο για την Άμεση δημοκρατία).
Στις 24 του Ιουλίου που μας πέρασε εορτάστηκαν τα 35 χρόνια από την ανάκαμψη της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σε μια χρονιά όμως σαν αυτή που διανύουμε που ξεκίνησε με τον απόηχο των γεγονότων του περασμένου Δεκεμβρίου, συνεχίστηκε με τις εξελίξεις πάσης φύσεως πολιτικών και οικονομικών σκανδάλων και κορυφώθηκε με την εκκωφαντική αποχή των εκλογών του Ιουνίου, η λέξη εορτασμός θα μπορούσε να ακουστεί και ως τραγική ειρωνεία.
Προφανώς το μπουμπούκι της Ελληνικής Δημοκρατίας μέσα στα τελευταία χρόνια μαραίνεται.
Η σύγχρονη “δημοκρατική” Ελλάδα, άκαμπτη και περίτρανα προσκολλημένη σε ένα ένδοξο μεν ανεπίστρεπτο δε παρελθών, κοιμάται ήσυχα αγκαλιά με το κουφάρι μιας δημοκρατίας προ πολλού αποδημούσας στο πάλαι πότε -35 ήδη ετών- νυφικό της κρεβάτι ωσάν την Φοκνερική Έμιλι. Κι αν ακόμα καλύπτει επιτήδεια τη μυρωδιά της αποσύνθεσης -την οποία και τείνουμε αφελώς να συνηθίσουμε- ενίοτε αυτή “σκανδαλωδώς” διαφεύγει και μόνο τότε ο κόσμος προβληματίζεται και αντιδρά μπροστά στα περίτρανα σημάδια της κοινωνικής σήψης.. Και μόνο τότε βεβαίως ξεκινούν ουσιαστικές συζητήσεις.
Συνομιλώντας σε μια γλώσσα που απευθύνεται σε επίπεδα της ανθρώπινης αντίληψης πέραν του αρθρωμένου λόγου η τέχνη είναι ένα καίριο μέσον διερεύνησης της εικόνας της κοινωνίας και των προσδοκιών του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και εφαλτήριο σκληρής κοινωνικής κριτικής. Ο ίδιος εξάλλου ο Μπόυς πίστευε ότι το πραγματικό έργο τέχνης οφείλει να διαπερνά την κοινωνία και να θέτει κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα. Ως εκ τούτου ο χώρος της τέχνης όφειλε πάντα να είναι-αν μη τι άλλο- ένας κατεξοχήν χώρος δημοκρατικής έκφρασης.
Χωρίς να επιχειρούμε να ορίσουμε πολιτεύματα -γι' αυτό ευτυχώς υπάρχουν οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες- επιθυμούμε να αφουγκραστούμε το πως αντιλαμβάνεται ο σημερινός Έλληνας αυτό που τόσο αβίαστα ονομάζεται δημοκρατία από πολιτικούς και μίντια, τι περιμένει και τι εισπράττει από αυτή. Τι μάθαμε στο σχολείο ως δημοκρατία και τι συναντήσαμε στον πραγματικό κόσμο. Που τη βρίσκουμε και που δεν τη βρίσκουμε.
Μετά από έναν αιώνα ουσιαστικών αγώνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και λόγω ακριβώς αυτών αναρωτιόμαστε ηχηρά - μέσα από αυτό το εγχείρημα - αν η πραγματική δημοκρατία-και δη η άμεση- είναι άλλη μια ουτοπία.. Πόσο αληθινό και πόσο σύγχρονο ήταν και είναι το πολιτικό και καλλιτεχνικό όραμα του Μπόυς. Και τελικά το κρίσιμο ερώτημα πάντα παραμένει το εάν και πως μπορεί η τέχνη να θέσει γόνιμα πολιτικά ερωτήματα.
Η εικαστική αναζήτηση βεβαίως απέχει μακράν της επιστημονικής καθότι διατρέχει την κοινωνία σε διαφορετικές τροχιές. Μέσα από αυτές τις τροχιές ο Αντώνης Βολανάκης δημιουργεί ένα ιδιόμορφο τρίο εκκινούμενος από την ανθρωποσοφία του Ρούντολφ Στάινερ –τρανός εμπνευστής του Μπόυς- και προκαλώντας τον θεατή να εξηγήσει με τον δικό του τρόπο στο λαγό-που αναμένει στην έκθεση- τις εικόνες που του παράγονται από το τριπλό ιδανικό κοινωνικό μοντέλο του Στάινερ, την οξεία πολιτική-αλλά και ποιητική- ματιά του Θερβάντες και από τον κυκλικό -και ατέρμονο γαρ- ονειρικό κόσμο των λογοτεχνικών Φίνεγκαν. Και με όποια σειρά θέλει. Ο Γιώργος Διβάρης πάλι, απομονώνοντας σκόρπιες αλλά σαφείς εικόνες από πολεμικές ανταποκρίσεις, επισημαίνει επικριτικά ως Υπεροψία τόσο την αλαζονεία της εξουσίας, όσο και την αδράνεια του ενημερωμένου μεν αμέτοχου δε σύγχρονου πολίτη. Για τη Μαρία Πασχαλίδου η άσκηση της δημοκρατίας σήμερα όχι μόνο δεν αντιτάσσεται στον αποκλεισμό και την επιβολή ομοιογένειας αλλά και στρατεύεται υπέρ μιας απειλητικά επεκτεινόμενης βιοπολιτικής, ενώ η καρτ-ποστάλ παραδεισένια εικόνα της Ελλάδας που άλλα υπόσχεται και άλλα προσφέρει σε μετανάστες και μη, υπονομεύεται σκωπτικά από τη Λία Πέτρου σε ένα έργο-σχόλιο των δύο όψεων της κάθε αλήθειας. Και αν από τη μία οι απροσδιόριστες γλυπτικές φόρμες του Χρήστου Πόνη που υπαινίσσονται βιομηχανικά αγαθά διεκδικούν το-δημοκρατικό- δικαίωμα του καλλιτέχνη στον αυτοπροσδιορισμό αποτείνοντας φόρο τιμής στα αυτοαναφορικά γλυπτά του Μπόυς, ο Δημήτρης Χαλάτσης ως αντίπαλο δέος αποδομεί τόσο το χτίσιμο μιας θρυλικής προσωπικής μυθολογίας όσο και τις δημοκρατικές δηλώσεις του Γερμανού καλλιτέχνη - σαμάνου παραφράζοντας εμπράκτως την περίφημη «υπερτιμημένη σιωπή του Ντισάν» σε «υπερτιμημένο λόγο του Μπόυς».
Η Μαρία Σαρρή ψάχνει εκφάνσεις της δημοκρατίας στο φιλόξενο διαδίκτυο μέσα από ένα βίντεο στο you tube που, παρά τους ανήλικους πρωταγωνιστές του, καταφέρνει και γίνεται ένα υποτυπώδες πεδίο μάχης εθνικών διεκδικήσεων αλλά και προβολής της πίκρας και των τραυμάτων ενός πολέμου ενώ τέλος οι In to the Pill επανερμηνεύουν τη σύγχρονη ασθμαίνουσα Αθηναϊκή πραγματικότητα μέσα από παράδοξες θεωρίες συνομωσίας, σχολιάζοντας έτσι την εσκεμμένη παραμόρφωση της πληροφορίας από τα ΜΜΕ και τη σχετικότητα του πραγματικού.
Για να τριτώσουμε με τα προσφιλή στον Μπόυς άνθη η Γερτρούδη Στάιν είχε πει “ένα ρόδο είναι ένα ρόδο είναι ένα ρόδο”. Πέρα από τις λέξεις και τα σύμβολα υπάρχει μια καταιγιστική πραγματικότητα. Την οποία τα οράματα οφείλουν να αφουγκράζονται. Η λέξη δημοκρατία δεν είναι μόνο αυτό που υπήρξε το χρυσό αιώνα, δεν είναι ένα σύμβολο της αρχαίας Ελλάδας -σαν την ακρόπολη σε καρτ ποστάλ. Ούτε το ότι ζούμε εδώ που ζούμε -και απ’ όπου κάποτε ξεκίνησε - την εξυπακούεται. Η δημοκρατία είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να διεκδικείται διαρκώς. Κι αν ακόμα στην ιδανική μορφή της είναι μάλλον απροσέγγιστη για την κοινωνία μας, ο κόσμος δεν μπορεί να γίνει καλύτερος αν πάψουμε να πιστεύουμε στις ουτοπίες.
Και η τέχνη ήταν και είναι η υπερευαίσθητη οθόνη των ανθρώπινων προσδοκιών και δη ουτοπιών.


(κείμενο για την έκθεση In dire(ct) democracy που δημοσιεύτηκε στον κατάλογο του συνεδρίου "Η δημοκρατία σε κίνηση" 1-2/10/2009 ΑΣΚΤ)

5.7.09

Οι Biennale, οι Callas και ο Aχιλλέας Δρούγκας

Τα τελευταία τεκταινόμενα στον χώρο των τεχνών μου προκαλούν ομολογώ μια εκτενή σύγχυση. Δεν δύναμαι να το προσδιορίσω απολύτως... Απλώς εικάζω ότι επικρατεί μια παράνοια στον τόπο μας τούτους τους καιρούς τους χαλεπούς. Δεν ξέρω από που να ξεκινήσω...
Από την μία, επιχειρήσεις κλείνουν, ανεργία, δάνεια, ελλείμματα, περικοπές και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο βιβλικό και ο ελεήμων κ. Σαμαράς κάνει έκπτωση στους φορολογούμενους από 6 εκατομμύρια που ήταν να πληρώσουμε τα 45 σεπτά λεπτά των εγκαινίων του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως τελικώς θα πληρώσουμε μόνο τα 3 (εκατομμύρια) (ευρώ), και βεβαίως πρώτο πρώτο μας θέμα και πρόβλημα εθνικό γίνεται ξανά η επιστροφή των μαρμάρων από το Λονδίνο - λες και δεν γνωρίζουμε κατά βάθος και πολύ καλά όλοι όσοι τα έχουμε δει στο Βρετανικό Μουσείο πόσο καλύτερα για τα ίδια είναι να παραμείνουν εκεί όπου τα προσέχουν σοβαρά στο κάτω κάτω. Από την άλλη είναι και αυτή η ιστορία με τις μπιενάλε μας.




Πέρα από το φαιδρό του ότι πριν τρία χρόνια δεν είχαμε τίποτα παρόμοιο ενώ τώρα -χα!-έχουμε δύο παρακαλώ μπιενάλε – μία δεν θα μας έφτανε βεβαίως τόσο πληθωρικοί -και πλούσιοι - που είμαστε- έπρεπε και να λάβουν χώρα ταυτοχρόνως; Και πες ΟΚ, το καλοκαίρι είναι πρόσφορη εποχή, έχουμε και πολύ υλικό (!) να δείξουμε τι να κάνουμε, μία δεν μας φτάνει, τελικώς όμως τι λάβαμε από τις δύο Μπιενάλε; Πάνω, εκτός από την -πραγματικά καλή -έκθεση των Σέρβων στο Βυζαντινό, λίγα σκόρπια καλά έργα -Λοϊζίδου, Kimsooja, McMillan, Σπηλιόπουλος- και έναν πολύ καλό κατάλογο που ήταν τελικώς η συζήτηση περί “Πράξης”;




Εννοώ ότι οι Μπιενάλε δεν γίνονται μόνο για να δείξουν έργα, υποτίθεται ότι εξυπηρετούν κάποια προβληματική η οποία, θεωρώ ότι εδώ υπήρξε μόνο ως πρόσχημα. Αν κάνω λάθος πραγματικά-με κάθε ειλικρίνεια- θα ήθελα να ακούσω την άλλη άποψη.
Στην Αθήνα, δε, ενώ επιτέλους οι διοργανωτές βρήκαν έναν λειτουργικό και αβανταδόρικο χώρο, πώς κατάφεραν και έκαναν τόσο πρόχειρη δουλειά και τόσο άσχημο κατάλογο;



Και αν εξαιρέσουμε το πιο αξιοπρεπές κομμάτι της Αργυροπούλου που έδειξε μερικά ενδιαφέροντα βίντεο-και ίσως κάποια έργα από το κομμάτι του Μαρίνου- τελικώς πόσο ασχολήθηκαν με το- τόσο ευρύ και τόσο γόνιμο για πάσης φύσεως επίκαιρες συζητήσεις- θέμα του Παραδείσου που έθετε η έκθεση;



Και αλήθεια σε μια επίσημη μπιενάλε δίπλα σε Χαλεπά, Πεντζίκη, Ακριθάκη και Νάνο Βαλαωρίτη, δίπλα σε Robert Smithson και Svankmajer τι δουλειά έχουν οι κιτς κακοτεχνίες των Callas - ποιος τους πρότεινε στο κάτω κάτω στην Martinez και γιατί εκείνη τους δέχτηκε-; Αυτοί χάρτες δεν κάνουνε; Γιατί και πως αυτοανακυρήχτηκαν καλλιτέχνες; Και αν μου πει κανείς, μα εδώ η αυτού μεγαλειότης ο ίδιος ο Δάκης-ο Ιωάννου, όχι ο τραγουδιστής- τους έχει φιλοξενήσει στο ΔΕΣΤΕ, δεν θα μπουν τώρα στη Μπιενάλε, ειλικρινά το αλλοπρόσαλλο αισθητικό κριτήριο του wannabe Έλληνα Saatshi προσωπικά δε με καθησυχάζει καθόλου όταν πρόκειται για μια πλατφόρμα όπου υποτίθεται ότι έχουμε την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με ό,τι πιο ενδιαφέρον και φρέσκο γίνεται αυτή τη στιγμή στο χώρο των τεχνών τόσο από πλευράς δημιουργίας όσο και ματιάς. Ο κύριος Ιωάννου ας πίνει τσάι με λεμόνι με τον Barney στην Ύδρα μετά από τελετουργικούς ενταφιασμούς σκυλόψαρων ενισχύοντας δυναμικά το εικαστικό μας παράλογο. Παρεμπιπτόντως, λατρεύω τον Mathew Barney. Οι Callas όμως με θυμώνουν.
Επιπροσθέτως και για να συνεχίσω τις απορίες μου πάνω στην αθηναϊκή Μπιενάλε αναρωτιέμαι, μετά από όλο αυτό το σκάνδαλο με τα ξεσπιτώματα και τα loft πρόπερσι, στην πρώτη Μπιενάλε στο ReMap και σε συνδυασμό με όλα όσα συμβαίνουν αυτό τον καιρό όσον αφορά στους μετανάστες - βλ. Αγ. Παντελεήμονα κτλ κτλ.- με τι θράσος επαναλαμβάνεται αυτό το εγχείρημα πόσο μάλλον μέσα στα πλαίσια θεματικής που μιλάει για παραδείσους ; Ή απλώς πρόκειται για ένα κακόγουστο σχήμα οξύμωρο;
Ίσως στο τέλος τέλος να είμαι εγώ η συντηρητική και η γκρινιάρα.ΟΚ υπήρχαν κάποια προβληματάκια με τη μπιενάλε -ελλείψει προϋπολογισμού αφού τα δώσαμε όλα για τα εγκαίνια του νέου μουσείου μπας και μας γυρίσουν τα μάρμαρα και γεμίσουμε τουρίστες - αλλά γενικώς απ΄ όπου και να το δεις το εικαστικό πρόγραμμα φέτος είναι πλούσιο σε θεάματα... Είναι το μουσείο, είναι ο γεμάτος υπονοούμενα Mathew, είναι ο Δρούγκας στην Πινακοθήκη...
Γιατί τον Δρούγκα που τον πας; Τι νεκρές φύσεις τι ολόδροσα φυτά και άνθη και φρούτα και καρποί τι διάφανα, στίλβοντα -για όνομα του Θεού! - νεοκλασικά σκεύη, τι παραδείσια πουλιά και άγρια ζώα, το δελτίο τύπου είναι τόσο μαγευτικό όσο και το τηλεοπτικό διαφημιστικό της έκθεσης όπου η κυρία Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα - βραβευμένη εξάλλου από το περιοδικό Life and Style ως γυναίκα της χρονιάς στον τομέα της Τέχνης...-μιλάει για την “υπέρβαση του χρόνου μέσα από την ομορφιά”.Εδώ βεβαίως πρέπει να αναφέρω χάριν συνέπειας και ομοιομορφίας ότι φήμες λένε πως και ο Αχιλλέας Δρούγκας υπήρξε από τους καλλιτέχνες που στις απαρχές της συλλογής του ηγάπησε και συνέλεξε και ο κύριος Ιωάννου (με τους Callas και τον Barney που λέγαμε...). Έτσι για να μη ξεχνιόμαστε.



Και να οι κούροι και οι Αθηνές και τα κλαδιά ελιάς και οι γαλανόλευκες και οι κίονες, η επιτομή της εθνικοφροσύνης και της αρχαιολατρείας, η χαρά του τελάρου, της στείρας αναπαράστασης, του κακού φωτορεαλισμού και του “σπιτικού” ελληνικού πίνακα, να δακρύζει ο Καρατζαφέρης και να στέκεται προσοχή ο Άδωνις. Πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ σε τι διάθεση βρέθηκε η κυρία Πλάκα - ίσως πάλι αυτά τα μάρμαρα... – για να οργανώσει αυτή την έκθεση αλλά κάθε φορά που περνάω μπροστά από την Εθνική μας Πινακοθήκη-μένω και κοντά βλέπετε- και βλέπω την τεραστίων διαστάσεων αφίσα του Αχιλλέα Δρούγκα να ανεμίζει, κυριολεκτικά ανατριχιάζω και αναρωτιέμαι. Μόνο σε μένα φαίνεται περίεργο;
Και για να μην τελειώσω το κείμενο γκρινιάζοντας ας υπενθυμίσω ότι μεταξύ άλλων αυτό τον καιρό λαμβάνει χώρα στο Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς μια έκθεση που μου άρεσε πολύ. Όχι μόνο γιατί με γοητεύει πολύ η Kara Walker, εκτιμώ τη δουλειά της Χριστιάνας Σούλου -που ομολογουμένως ήταν από τις καλές στιγμές και της Μπιενάλε της Αθήνας- και λατρεύω ό,τι κάνει ο William Kentridge αλλά γιατί «Το Εγκώμιο της Σκιάς» είναι μια έκθεση που αν και θα μπορούσε ίσως να είναι λίγο πιο “πολυεθνική”, αναπτύσσει πάραυτα με συνέπεια και επάρκεια την αντίληψη της σκιάς στη σύγχρονη τέχνη.



Με πολύ καλή παρουσίαση και πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές, ίσως από τα καλύτερα πράγματα που έχω δει τον τελευταίο καιρό.

25.5.09

Το πολύ το τσίκι τσίκι κάνει το παιδί ζωγράφο

(από τις "πειραγμένες" παροιμίες του ζωγράφου)












Μανώλης Ζαχαριουδάκης στην γκαλερί Άστρα, Καρυάτιδων 8 στην Ακρόπολη μέχρι την Παρασκευή

decAdAnce


Οι Ολυμπιακές εγκαταστάσεις του Παλαιού Φαλήρου πάντως έξοχος χώρος. Δίπλα στη θάλασσα, καραβάκια, ηλιοβασιλέματα. Κάτι είναι κι αυτό. Μέσα δε κάτι σε πιάνει, δεν ξέρω τι φταίει, η Μεγάλη επέλαση της ζωγραφικής, τα τόσο φιλικά στον θεατή πια έργα, τα αρπαχτικά βλέμματα, περάστε κόσμε, κάτι για το σαλόνι σας, τιμαί λογικαί…
Επιλογές συμβατικές, χωρίς καμία τόλμη, χωρίς άποψη ή πρόταση, χωρίς προκλήσεις πάνω απ' όλα, λιγοστά βίντεο, χιλιοειδωμένες φωτογραφίες – αισθητική παζαριού συν μια μιζέρια…
Τα παιδιά με τις μάσκες στα εγκαίνια να ταλαιπωρούν βάναυσα ένα πιάνο σε μια τελετουργία καταστροφή (ς) -δεν το ‘σπαγαν μια και καλή όπως εκείνες τις παλιές χρυσές εποχές…- ο κόσμος να χειροκροτεί αμήχανα, μια απορία, μια απογοήτευση, ένα μισοειρωνικό χαμόγελο-αυτό είναι όλο; Πόσο μικρή φαίνεται η Art Athina απ’ το μπαλκόνι!
Σε εποχές «κρίσης»- λέξη τόσο καραμέλα πια που μια φίλη και εξαίρετη καλλιτέχνης μου απαγορεύει να προφέρω καν – όλοι και όλα πισωγυρίζουν, κλείνονται σε κουκούλια δήθεν παράδοσης και σκληροπυρηνικού συντηρητισμού. Η τέχνη βεβαίως- τρανή βιτρίνα του καιρού της- πρώτη και καλύτερη. Οι φουάρ ως επίσημοι κράχτες των εικαστικών τεχνών είναι μάλλον οι πιο έγκυροι τόποι αναγνώρισης του φαινομένου. Μάλιστα κυρίες και κύριοι, είμαστε σε κρίση!
(πολύ γκρίνια τον τελευταίο καιρό το ξέρω...)

21.5.09

taf όπως Τέχνη

Ένας καινούριος χώρος για τις τέχνες εμφανίζεται στο Μοναστηράκι. Το taf (the art foundation) έκανε τα εγκαίνια του την Τρίτη με δυο- ενδεικτικές για το τι πορεία θα ακολουθήσει-εκθέσεις ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών σε ένα πανέμορφο κτήριο -που δεν θα περίμενες ποτέ να βρεις πίσω από την πλατεία Αβησσυνίας-, όπου συνδυάζει εκτός από το τυπικό «λευκό κουτί» και εναλλακτικές δυνατότητες έκθεσης με μικρά πέτρινα δωμάτια που περιστοιχίζουν την εσωτερική αυλή του κτηρίου. Υπεύθυνοι για αυτή την φρέσκια άφιξη είναι οι τρομεροί Αφοι Γεωργακόπουλοι της Cheap Art και ο εικαστικός Χαράλαμπος Δερμάτης.
Welcome!
http://www.theartfoundation.gr/

15.5.09

Big in Japan

Μέσα σε έναν κιτς πλουραλισμό και μια μικροαστική υπερβολή, σε χονδροειδείς προχειρότητες και τετριμμένα κοινωνικά σχόλια, σε άκομψους αστεϊσμούς, χιούμορ ανύπαρκτης λεπτότητας, ντεμέκ πολιτικές θέσεις και life style ευσεβείς προσδοκίες, μέσα στην επενδυμένη ακριβές ιδέες αποφορά του κατά βάση «δηλωμένου» καλλιτεχνικού κόσμου ενίοτε-όλο και πιο σπάνια - αναδύονται μοναδικές μακρές στιγμές απόλαυσης που σου υπενθυμίζουν γιατί τέλος πάντων αξίζει να ασχολείται κανείς-λιγότερο ή περισσότερο, με αγάπη ή απλώς ενδιαφέρον- με αυτό το άμορφο που ονομάζεται σύγχρονη τέχνη- εν Ελλάδι.
Αν και εκτιμώ γενικώς τον προβληματισμό του Σαπουντζή πάνω στο μνημείο, θεωρώ τη ζωγραφική της Ευσταθίου πολύ καλής ποιότητας και την ολιστική γλυπτική άποψη του Αργιανά πραγματικά ενδιαφέρουσα -και με εμφανή και φερέλπιδα περιθώρια εξέλιξης -ήταν η δουλειά της Χάρις Επαμεινώνδα που με κέρδισε απολύτως εχθές, από την έκθεση των υποψηφίων για το φετινό βραβείο ΔΕΣΤΕ. Με αυτή τη λεπτότητα και την μαγική ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει καλλιτέχνες σαν την Μαρία Λοϊζίδη ή την Kiki Smith, μια τέχνη που πολύ εύκολα από μια πρώτη βιαστική ματιά χαρακτηρίζεται γυναικεία, είναι όμως απλώς υψηλής ευαισθησίας και ευφυΐας, τα μικρού μεγέθους ανεπαίσθητα κολάζ όπου η ντελικάτη, σχεδόν αόρατη επεξεργασία της εικόνας δημιουργεί παράδοξες παραστάσεις, παράγει και υπονομεύει ταυτόχρονα τη νοσταλγία μιας αθωότητας -μια «μακρινή» χωρικά - χρονικά εποχή που ενισχύεται από το γεγονός ότι αναφέρεται σε έναν τόσο ξένο πολιτισμό. Δουλειά πολύ ιδιαίτερη και νέα, χωρίς εξεζητημένες χειρονομίες, με μια ηρεμία που λείπει γενικώς από τη σύγχρονη δημιουργία του οπτικού θορύβου και λειτουργεί τελικά σαν αισθητική όαση. Μπράβο.

14.5.09

Nam June Paik




Με αφορμή το μεγάλο αφιέρωμα στον πολύ αγαπημένο fluxus καλλιτέχνη Nam June Paik που ξεκινά απόψε με το Athens Video Festival ανεβάζω εδώ ένα κείμενο που είχα γράψει μετά τον θάνατό του πριν 3 χρόνια, μέρος του οποίου είχε τότε δημοσιευτεί στη LIFO.



"As collage technique replaced oil paint, the cathode-ray tube will replace the canvas."
Nam June Paik , 1965

Μια μέρα του Οκτώβρη του 1965, ο Πάπας Παύλος VI επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη. Την ίδια εκείνη μέρα, ο Nam June Paik αγοράζει την πρώτη του Sony Portapret, μια από τις πρώτες βιντεοκάμερες που μόλις έχουν βγει στην αγορά, και βιντεοσκοπεί μέσα από το ταξί του την πομπή του Πάπα στην πόλη, που έχει μποτιλιάρει όλη την 5η Λεωφόρο. Εκείνο το βράδυ -όπως λέει ο μύθος- στο Café a Gogo –jazz bar και στέκι των τότε πιο εναλλακτικών καλλιτεχνικών κύκλων της Αμερικάνικης μητρόπολης- η βιντεοσκοπημένη πομπή προβάλλεται και με αυτό τον τρόπο πραγματοποιείται από τον Κορεάτη καλλιτέχνη η πρώτη video art προβολή στην ιστορία των εικαστικών τεχνών.
Μια νέα εποχή για την τέχνη ξεκινά και ο Nam June Paik στέφεται-αδιαμφισβήτητα- πατέρας της video art.
Γεννημένος το 32’ στη Σεούλ, δυναμικά εφοδιασμένος με σπουδές μουσικής, τέχνης και φιλοσοφίας και έχοντας κάνει την διατριβή του στον –πρωτεργάτη της ατονικής μουσικής-Arnold Schoenberg, ο Nam June Paik φτάνει στη Γερμανία το 1956 όπου και θα συνδεθεί με δυο από τις σημαντικότερες μετέπειτα επιρροές του, όσον αφορά στην ενασχόλησή του με την ηλεκτρονική τέχνη, τον Karlheinz Stockhausen και τον John Cage-ηγετικές φυσιογνωμίες αμφότεροι, στην πειραματική μουσική. Η επαφή του ιδιαίτερα με τον Cage-αφοριστικά καινοτόμο και ευφυή συνθέτη αλλά και πρωτοπόρο performer- θα υπάρξει καταλυτική καθώς ο νεαρός Paik στρέφεται στη συνέχεια υπό την επήρειά του στη σύνθεση και την performance.
Δεν αργεί να εισέλθει στο fluxus-το περίφημο κίνημα αντι-τέχνης που στοιχειώνει την καλλιτεχνική πρωτοπορία της εποχής-μετά από πρόσκληση του ίδιου του ιδρυτή του, George Maciunas.
Αξιομνημόνευτη το 62’ στο πρώτο φεστιβάλ Fluxus στο Wiesbaden της Δυτικής Γερμανίας η ιδιαίτερη ερμηνεία που δίνει στο έργο του συνθέτη Le Monte Young, του οποίου η παρτιτούρα έλεγε μόνο «Σχεδιάστε μια ευθεία γραμμή και ακολουθήστε την». Ο Paik βούτηξε χέρια κεφάλι και γραβάτα σε ένα μπολ με μελάνι και ντοματοχυμό και τα τράβηξε κατά μήκος μιας ευθείας πάνω σε λευκό χαρτί. Η performance αυτή γνωστή ως Zen for head δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα της fluxus αισθητικής που ασπάζεται αλλά και της ικανότητάς του να πραγματοποιεί εναλλακτικές αναγνώσεις στα πράγματα.
Εμμένοντας τόσο στο Ζεν όσο και στο πνεύμα του fluxus, λίγο αργότερα, δίνει τη δική του εκδοχή στα Μαντσονικά άχρωμα παρουσιάζοντας το απόλυτα μινιμαλιστικό φιλμ Zen for films –τίποτα παραπάνω από τριάντα λεπτά εντελώς ακατέργαστου φιλμ!-, βγάζοντας τοιουτοτρόπως περιπαικτικά τη γλώσσα σε έναν ολόκληρο μηχανισμό κινηματογραφικής παραγωγής …
Η άφιξη του video είναι για αυτόν –και για πολλούς άλλους σύγχρονούς του καλλιτέχνες με τις ίδιες ανησυχίες- μια νέα διάσταση για τους πειραματισμούς του πάνω στη μνήμη, την αμεσότητα, το εφήμερο και το χρόνο γενικά-προβληματισμός που τον απασχολεί με συνέπεια σε όλο του το έργο. Συχνά αναφέρεται στη δουλειά του ως Time art (Χρονική τέχνη) και αρνείται να την ταξινομήσει σε οποιοδήποτε άλλο είδος.
Μέσα σε ένα χωροχρόνο έντονων κοινωνικοπολιτικών ανακατατάξεων – δεκαετία του 60’ στις Ηνωμένες Πολιτείες - και με την τεχνολογία να αναπτύσσεται ιλιγγιωδώς και σχεδόν ανεξέλεγκτα, ο Κορεάτης καλλιτέχνης –με αναπόφευκτες λόγω της γενέτειρας του τις επιρροές από την ανατολική κουλτούρα, η οποία αποδέχεται και βιώνει οργανικά τις αλλαγές μέσα από τη Ζεν φιλοσοφία - ξεκινά μια διαδικασία κατανόησης και αφομοίωσης της τεχνολογίας αυτής, για να μπορέσει στη συνέχεια να την εντάξει λειτουργικά στο καλλιτεχνικό του ιδίωμα.
Βασικό του όργανο, η άρτι αφιχθείσα τω καιρώ εκείνο τηλεόραση, που έχει επιδείξει μια εντυπωσιακή «εισβολή» στον αστικό τρόπο ζωής της εποχής. Σαγηνεμένος ήδη από την παιδική του ηλικία, από το ραδιόφωνο, δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από το μαγικό κουτί. Τη χρησιμοποιεί, τη μετατρέπει, επεμβαίνει μοναδικά σε αυτή, την αμφισβητεί, την αναθεωρεί και την επαναπροσδιορίζει. Η τηλεόραση γίνεται –θα έλεγε κανείς-η μούσα του.
Στην πρώτη ατομική του έκθεση το 1963-Exposition of music electronic television- χρησιμοποιεί σκορπισμένες μέσα σε ένα δωμάτιο δεκατρείς οθόνες τηλεόρασης με διαστρεβλωμένο σήμα προκαλώντας τους θεατές να αντιμετωπίσουν τον νέο αυτό θεσμό της ζωής τους και του σπιτιού τους με μια άλλη ματιά. Είναι μόνο η αρχή μιας ολόκληρης σειράς έργων και performances στην ίδια θεματική. Χαρακτηριστικά μόνο μπορούμε να αναφέρουμε εδώ μερικά, TV chair, TV garden, TV clock, Magnet TV, Participation TV.
Επίμονος μελετητής της τεχνολογίας αλλά και αδιάκοπα αμφισβητίας αυτής o Paik πειραματίζεται με το video, την τηλεοπτική εικόνα και όλες τις μορφές ψηφιακής εικονοπλασίας προκειμένου να δημιουργήσει νέα εικαστικά αλφάβητα, νέες προοπτικές δημιουργίας και δυναμικές έκφρασης. Η εξέλιξη σε συνδυασμό με τη γνώση είναι τα σημαντικότερα στοιχεία της φιλοσοφίας του στη ζωή και στην καριέρα του. Σε όλη του την καλλιτεχνική πορεία δεν έμεινε ποτέ στάσιμος, αλλά ακολουθούσε καταπόδας τα τελευταία τεχνολογικά επιτεύγματα, μελετώντας τα και επεμβαίνοντας δημιουργικά σε αυτά με έναν προσωπικό, ιδιαίτερο τρόπο. Ο ευέλικτος και αποτελεσματικό χειρισμός των νέων μέσων γινόταν εφικτός μέσα από συνεργασίες με διάφορους επιστήμονες όπως ο Shuya Abe-συνεργάτης του στην κατασκευή του πρώτου video synthesizer- ή ο Norman Ballard-στο μεταγενέστερο Post video project όπου πειραματίζεται με τεχνολογίες laser.
Παράλληλα όμως με αυτό το θαυμασμό προς το καινούριο, δεν παύει να αναπτύσσει και έναν σκεπτικισμό προς την αβίαστη αποδοχή της τεχνολογίας από την κοινωνία.
Δεν αντιστέκεται στις αλλαγές- Ζεν γαρ- αλλά προσκαλεί τον κόσμο να τις βιώσει μαζί του, να τις αποδεχτεί αφού όμως τις έχει γνωρίσει και κατανοήσει. Μέσα από αυτή την εμπειρία των αλλαγών διαβλέπει μια οξύτερη αίσθηση του κόσμου. Δεν αφήνει την τεχνολογία να τον ελέγξει και να τον περιορίσει –αλλά την ελέγχει και την καθοδηγεί αυτός, ανακαλύπτοντας μια σχεδόν ουμανιστική πλευρά της, μετατρέποντάς την σε καλλιτεχνικό μέσον, προκαλώντας έτσι ένα διάλογο μεταξύ αυτής και της τέχνης.
Η τάση του να αμφισβητεί τα πράγματα δεν μπορεί να αφήσει απ΄ έξω και την ίδια την τέχνη. Σε συνέντευξη δηλώνει προκλητικά, σχεδόν ντανταϊστικά:
«Η τέχνη είναι απάτη. Πρέπει μόνο να κάνεις κάτι που δεν έχει κάνει κανείς άλλος»

Συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του καιρού του. Εκτός από τον Cage, τον Le Monte Young και τον Stockhausen οι συνεργασίες του περιλαμβάνουν ονόματα από τον Joseph Beuys και τον Merce Cunningham μέχρι την Laurie Andersen, τον David Bowie και τους Living Theater.

Η πιο μακροχρόνια και γόνιμη βέβαια συνεργασία του ήταν με την τσελίστρια και performer Charlotte Moorman, μια συνεργασία που κράτησε από το1964 μέχρι το θάνατό της το 1991. Οι performances τους συνδύαζαν το ανθρώπινο δυναμικό με τα τεχνολογικά μέσα, με τη χρήση οθονών και ειδικά επεξεργασμένων ψηφιακών μουσικών οργάνων. Στις δουλειές αυτές ο Paik σχολιάζει και αμφισβητεί τους παραδοσιακούς τρόπους εκτέλεσης, ακρόασης και αντίληψης της μουσικής-προβληματισμό που προφανώς έχει υιοθετήσει και μοιραστεί με τον Cage.
Με ότι και να ασχολείται ο Paik η λογική της performance τον στοιχειώνει. Ακόμα και στα έργα όπου η ανθρώπινη παρουσία λείπει, η παρουσία των εκάστοτε συσκευών είναι σχεδόν οργανική. Γρήγορα εναλλασσόμενες εικόνες και ήχοι σκηνοθετούν απροσδόκητες παρουσίες – θα έλεγε κανείς ότι οι οθόνες γίνονται οι performers του.
Το 1993 εκπροσωπεί τη Γερμανία στη Μπιενάλε της Βενετίας (μαζί με τον Hans Haake) και το 2000 το Guggenheim της Νέας Υόρκης του κάνει αναδρομική έκθεση όπου και παρουσιάζεται η τελευταία του δουλειά με τα laser.

O Nam June Paik έφυγε στις 29 Ιανουαρίου 2006 αφήνοντας “ορφανή” αλλά, χάρη σ΄ αυτόν, καλά εφοδιασμένη τη video art. Στη Νέα Υόρκη, τη Γερμανία, την Ιαπωνία, την Κορέα με αφορμή τον θάνατό του πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη σειρά εκδηλώσεων προς τιμήν του.

Για περισσότερες πληροφορίες http://www.paikstudios.com

8.5.09

Thatsinteresting


Nofound project



« Someone once told me 'ok, so what you like about photography is : sex, drugs and rock and roll!'. I don't like rock and roll ! With 'nofound', I chose to open a space for contemporary photographers to show fragments of their intimate diaries. Go and find the moment wether it was intentional or not. Who cares ? I don't... The look through the eye of the storm, the one picture that will bring out memories, the universal image allowing us to say 'me too'. The one showing us our one humanity through a presence, a glimpse of happiness, a violence, or an absence. This isn't a photo lesson, I wouldn't dare, just a try to search, universes. That's why, 'nofound'. » Emeric Glayse

8.4.09

και μιλώντας για video art ένα εκπληκτικό έργο του Bill Viola-ίσως του σημαντικότερου video artist του καιρού μας- εκτίθεται στο Μουσείο Φωτογραφίας στη Θεσσαλονίκη
το reflecting pool αγγίζει τα όρια της φιλοσοφίας...

7.4.09

Αναβρασμός









Παρά την ταχύτατη ανάπτυξη της χρήσης νέων μέσων στις εικαστικές τέχνες από τα μισά του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα λίγοι είναι οι καλλιτέχνες για τους οποίους θα μπορούσε κανείς να πει ότι κέρδισαν το στοίχημα παρουσιάζοντας δουλειές όχι μόνο τεχνικής αρτιότητας αλλά και εικαστικής δύναμης. Η Shirin Neshat σαφώς συγκαταλέγεται σε αυτούς και γι΄ αυτό και δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Η Ιρανή καλλιτέχνης που με τα υψηλής αισθητικής και πολιτικής ευφράδειας έργα της σχολιάζει την δυσμενή κατάσταση των γυναικών στη χώρα της, παρουσιάζει μια νέα της δουλειά, το Women without Men, αυτό τον καιρό στον ωραίο χώρο του Ωδείου Αθηνών που έχει παραχωρηθεί στο –περιοδεύον- ΕΜΣΤ μας.
5 βίντεοεγκαταστάσεις, εμπνευσμένες από το βιβλίο της Ιρανής συγγραφέως Σαρνούς Παρσιπούρ, κάθε μία και μια ηρωίδα του βιβλίου. 5 Ιρανές γυναίκες που αγωνίζονται η καθεμία με τον τρόπο της να ξεφύγουν από τα δεσμά της εξουσίας, της θρησκείας, της ίδιας της φύσης τους. Η Mahdokht , η παλαιότερη, και ίσως η πιο συγκλονιστική, δουλειά από τις πέντε- την οποία και έχουμε ξαναδεί στις μόνιμες συλλογές του ΕΜΣΤ- παλεύει μέχρι τρέλας με την καταπιεσμένη της σεξουαλικότητα και την εμμονή της με τη γονιμότητα, η ανορεξική πόρνη Zarin ανακαλύπτει με τρόμο ότι οι άντρες γύρω της δεν έχουν πρόσωπα και η απέχθειά της μετατρέπεται σε επίθεση προς το ίδιο της το καχεκτικό ταλαιπωρημένο σώμα, η νεαρή Faezeh με το πρόσωπο- Φαγιούμ αναζητάει τον εαυτό της μετά από έναν βιασμό, η φίλη της ακτιβίστρια Munis μόνο μέσα από τον θάνατο γλιτώνει από την καταπιεστικά θρησκόληπτη οικογένειά της, και, τέλος, η μεσήλικας αστή καλλιτέχνης Farokh Legha υποτάσσεται στη εξουσία προκειμένου να καταξιωθεί.
Τα έργα της Neshat είναι όπως πάντα πλούσια σε συμβολισμούς και μαγικές εικόνες.
Τα παιδιά λουλούδια της Mahdokht, ο βίαιος καθαρισμός-αυτοτιμωρία της Zarin, η πτώση-πέταγμα της Munis, τα απομεινάρια του πλουσιοπάροχου γεύματος που συναντά η Faezeh , η άγρια διακοπή της βεγγέρας της Farokh Legha.
Παρ΄ όλα αυτά οι ιστορίες της Faezeh και της Farokh Legha δεν είναι τόσο δυνατές και ποιητικά εύγλωττες όσο οι υπόλοιπες. Αντιθέτως στην πρώτη και τη δεύτερη το ποιητικό στοιχείο συνομιλεί αποτελεσματικότατα με τη σκληρότητα της πραγματικότητας των ηρωίδων. Το έργο για την Munis είναι πιο αφηγηματικό μεν αλλά εξίσου ποιητικό.
Αν και το Women without men είναι πράγματι ένα μεγαλεπήβολο λυρικό έργο –που αναμένεται να ολοκληρωθεί με μια κινηματογραφική ταινία μεγάλου μήκους- η πιο συνταρακτική δουλειά της Neshat –και μια από τις πιο συνταρακτικές δουλειές video art που εγώ προσωπικά έχω ποτέ δει- που κατά καλή μας τύχη εκτίθεται αυτό τον καιρό παράλληλα με την πενταλογία στο ΕΜΣΤ είναι το Turbulent (το δεύτερο της τριλογίας που περιλαμβάνει και τα εξίσου υπέροχα Rapture και Fervor) το έργο με το οποίο η καλλιτέχνης απέσπασε-δικαίως- το Πρώτο διεθνές βραβείο στη Biennalle της Βενετίας το 1999.






Δυο οθόνες απέναντι η μια στην άλλη. Ένας άντρας και μια γυναίκα στο ίδιο θέατρο δυο διαφορετικές στιγμές εκφράζονται μέσα από το τραγούδι τους. Η γυναίκα περιμένει στα σκοτεινά τη σειρά της. Το τραγούδι του άντρα, μέσα σε ένα γεμάτο θέατρο, ένας υπέροχος μεν παραδοσιακός δε αμανές, σε στίχους του Πέρση ποιητή Ρούμι με μια δοτική έως εξοντωτική θα έλεγε κανείς ερμηνεία. Το τραγούδι της γυναίκας στο άδειο σκοτεινό θέατρο μιας χώρας όπου οι γυναίκες απαγορεύεται να τραγουδούν, ένας σπαρακτικός αυτοσχεδιασμός λαρυγγισμών και κραυγών πέρα από κλίμακες και συμβατά ακούσματα, τη μια στιγμή χαμηλό την άλλη εκκωφαντικό, ενίοτε η φωνή δυσκολεύεται να βγει για να απογειωθεί στη συνέχεια, μια συγκλονιστική ηχητική έκρηξη, αφάνταστα εκφραστική και γεμάτη αντιθέσεις πέραν μουσικών κανόνων και ορίων. Και μετά πάλι η σιωπή.
Νομίζω ότι ό,τι και να πω δεν πρόκειται να περιγράψω σωστά αυτό που λαμβάνει κανείς από το Turbulent. Χαίρομαι απλώς πάρα πολύ που είχα τη δυνατότητα να το δω. Η έκθεση είναι μέχρι 31 Μαΐου προλαβαίνετε να το ζήσετε.


Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης:
Κτίριο Ωδείου Αθηνών, Βασ. Γεωργίου Β΄ 17-19 και Ρηγίλλης
τηλ. 210 9242111-2
Ημέρες και ώρες λειτουργίας :Τρίτη έως Κυριακή: 11.00 - 19.00, Πέμπτη: 11.00 - 22.00 Δευτέρα: Κλειστά
http://www.emst.gr/

17.2.09

Traduttore traditore



Η έξαρση εκθέσεων σε μέρη αντισυμβατικά και απρόσμενα όπως π.χ. αποθήκες, παλιά εργοστάσια, φουαγιέ θεάτρων, εγκαταλελειμμένα κτήρια, άδεια διαμερίσματα, ανοιχτές αγορές, εργαστήρια ή μπαρ που παρατηρείται-έστω και κάπως αργοπορημένα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη- τα τελευταία χρόνια στα μέρη μας είναι μια ευχάριστη αλλαγή για τους περιφερόμενους εραστές των τεχνών και ένας καλός τρόπος εκμετάλλευσης της περιέργειας των πιο «ανυποψίαστων». Η επιτυχία βεβαίως τέτοιων εγχειρημάτων δεν εξαρτάται τόσο από το παράδοξο του χώρου, όσο από τις ανύποπτες συνάφειες που μπορεί να έχει αυτός με το project που φιλοξενεί. Οι απροσδόκητες σχέσεις και σημασίες που μπορούν να αναδειχθούν είναι σε αυτές τις περιπτώσεις το ζητούμενο και όχι ένα διαφορετικό, πρωτότυπο σκηνικό. Εναλλακτικές εκθεσιακές επιλογές τέτοιου είδους ωστόσο, παρά το εν λόγω σαφές πλεονέκτημα του διαφορετικού, πολύ εύκολα μπορεί να παγιδεύσουν και αντί να αναδείξουν να υποθάλψουν τελικώς κάποιες δουλειές, αν δε γίνει προσεκτικά τόσο η επιλογή των έργων όσο και η χωροταξία. Η εικαστικός Ζωή Παππά μετά το Traumaqueen -που συνεπιμελήθηκε πέρσι μαζί με τον Χάρη Κοντοσφύρη στην Ομόνοια, σε ένα ερειπωμένο ξενοδοχείο όπου η νοσηρότητα τόσο της εγκατάλειψής αυτού, όσο και της γύρω βεβαρημένης ποικιλοτρόπως περιοχής, λειτούργησε τουλάχιστον δραστικά στο θέμα της έκθεσης- δοκιμάζει έναν παρόμοιο εγχείρημα, επιλέγοντας δυο άδεια γραφεία σε μια παλιά πολυκατοικία στην οδό Αίολου, για να παρουσιάσει το ελληνικό μέρος της διεθνούς έκθεσης Platform Translation, με τον τίτλο Transleatme. Transleat από το translate και το eat, σε μια προστακτική από τη μία, προκλητική, από την άλλη, επιτακτική. Η μετάφραση είναι μια έννοια που εκ των πραγμάτων επιδέχεται πλήθος ερμηνειών και συγκειμένων, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Συνήθης τόπος παρεξηγήσεων ακουσίων ή μη και επομένως δίαυλος παιχνιδιών εξουσίας, πρόσχημα πάσης φύσεως παραποιήσεων και αιτία ασυνεννοησίας και έλλειψης επικοινωνίας, «κακή» ή «καλή», ένα δίκοπο μαχαίρι στο σερβίτσιο του κανιβαλισμού και της αγριότητας που, σύμφωνα με τους οργανωτές, ενίοτε υποβόσκει στα προσχήματά της. Μεταφορική έκφραση της παραποίησης, πηγή ατελέσφορων διαπραγματεύσεων και έλλειψης διαλόγου, η μετάφραση λοιπόν ως συντελεστής του εμπαιγμού, της υποτίμησης, της κατασπάραξης του αδύναμου, του εκμεταλλευόμενου, του υποχείριου. Η έκθεση Transleatme παίζει ουσιαστικά με τις έννοιες της μετάφρασης και της κυριαρχίας. Η τέχνη, εξάλλου, τυπική βορά ερμηνειών, επιδέχεται και επιδεχόταν ανέκαθεν άπειρων μεταφράσεων… Αν, λοιπόν, κι εκ πρώτης όψεως, ο συσχετισμός μετάφρασης και βρώσης μοιάζει τραβηγμένος από τα μαλλιά τελικώς και αισίως δίνει ένα εύστοχο ερέθισμα για μια αρκετά ευρεία αναζήτηση, πόσο μάλλον όταν παρεμπιπτόντως γίνεται άκρως επίκαιρος στο κέντρο μιας οργισμένης Αθήνας έκρυθμων γεγονότων που αποδόθηκαν/ μεταφράστηκαν /καταβροχθίστηκαν επιμελώς από ΜΜΕ και πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο χώρος στη συγκεκριμένη περίπτωση αν και συνεπέστατα αντισυμβατικός για ένα τέτοιο θέμα-ας μη ξεχνάμε ότι και ο χώρος έκθεσης είναι ένας παράγοντας της ερμηνείας/μετάφρασης αυτής-, άλλοτε «μεταφράζει» με συνέπεια άλλοτε όμως «τρώει» κανονικά τα έργα . Για παράδειγμα, η δουλειά της Marwa Arsanios- καλλιτέχνιδα από την κύρια ομάδα της Platform translation - σχετικά με το ξενοδοχείο Carlton στη Βηρυτό, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καλή δυναμική μέσα στην έκθεση, ως σχόλιο πάνω στις φήμες που ακολουθούν ένα αποτρόπαιο αλλά «πικάντικο» γεγονός (και στην έκταση-παράφραση -μετάφρασή τους) και συνδιαλέγεται λειτουργικά τόσο με το «φυλακισμένο» γλυπτό της Νανάς Σαχίνη, όσο και με τη συγγενή αλλά πιο θεωρητική και πολιτική δουλειά της Άννας Λάγιου Τσουλούφη: ένα σχόλιο στην καλλιτεχνική ερμηνεία μέσα από την οικειοποίηση φορτισμένων αντικειμένων (όπως η κουρτίνα από το Carlton) που συνδέεται με τη συνεργασία της καλλιτέχνιδας με την ομάδα Φιλοπάππου και το project Αλέξανδρος Ιόλας και που στη συγκεκριμένη έκθεση βρίσκει ανταπόκριση και από το ενδιαφέρον παράθυρο/παραπέτασμα της Soledad Pinto. Τελικώς, όμως , και κυρίως λόγω του βιαστικού και ενίοτε αυθαίρετου μοντάζ, το συγκεκριμένο βίντεο αφήνει μια αίσθηση προχειρότητας. Αντιστοίχως, τα έργα του Μάνου Κορνελάκη όσο ευφυή και οξεία και αν είναι, επειδή πάσχουν μερικώς τεχνικά (εικόνα, μοντάζ, ήχος) – κάτι που δεν ενοχλεί στο βίντεο Μμμμ σχετικά με τις ερωτικές συναλλαγές του διαδικτύου όπου οτιδήποτε γλωσσικό έχει μια σωματική απόδοση, αλλά στο άκρως πιο ιδιαίτερο μα και πιο απρόσβατο ερμηνευτικά Η - , εντέλει μάλλον «καταπίνονται» από τον περίγυρό τους. Με άλλα λόγια, έργα με τέτοιου είδους αδυναμίες- όχι στο περιεχόμενο αλλά στην υλοποίηση, ως επί το πλείστον τεχνικές δηλαδή – , ίσως όχι σοβαρές αλλά τουλάχιστον ευδιάκριτες, ιδωμένα σε ένα τέτοιο περιβάλλον «εγκατάλειψης» και μη επιτήδευσης κινδυνεύουν, αντί να ταιριάξουν με τη φύση του χώρου, να απορροφηθούν από αυτόν και να φανούν κακοφτιαγμένα. Από την άλλη πλευρά, έργα πιο στυλιζαρισμένα και εστέτ που ενδεχομένως να είχαν και μια αύρα κοινοτοπίας σε χώρους πιο ουδέτερους και αποφορτισμένους - πιο «γκαλερίστικους»- όπως αυτό του Αντώνη Βολανάκη με τη γαμήλια «βουλιμία», ήτοι τη θεσμική βρώση του ζευγαρώματος – με τον ευφάνταστο τίτλο Solomon ate my brain- άψογα φτιαγμένο και εύγλωττο, τελικώς ξαφνιάζουν μάλλον θετικά με την αντίστιξη που δημιουργούν στο ανεπιτήδευτο τοπίο ενός άδειου και φθαρμένου διαμερίσματος. Δουλειές δε σαν αυτή του Χάρη Κοντοσφύρη- ρωμαλέα και συμπαγής σαν το τσιμέντο που ως γνωστόν και προφανές αγαπάει ο καλλιτέχνης- ή του οργισμένου – απολογητικά δικαίως…- για τις συνθήκες διαβίωσης των έγχρωμων μεταναστών και εικαστικά αμεσότατου Fransisco Papas Fritas, ενσωματώνονται τόσο αβίαστα στον περίγυρο και παράλληλα συζητούν τόσο ευφάνταστα μεταξύ τους- αλλά και με την έγχρωμη ήσυχη συνοδεία του Δημήτρη Αμελαδιώτη, η δουλειά του οποίου κάνει ένα παράδοξο δίδυμο και με αυτήν της Carolina Hoehmn στην άλλη αίθουσα-, που τελικώς δικαιώνουν όχι μόνο τις θεματικές της έκθεσης, αλλά και την επιλογή του συγκεκριμένου χώρου. Αναλόγως λειτουργεί και η έξυπνη εγκατάσταση της Francisca Sanchez για τη σχετικότητα της βιβλιακής μορφής και περιεχομένου, αλλά και το «έντεχνο» γλωσσικό παιχνίδισμα που επιδιώκουν οι Erasers παρεισφρέοντας σκωπτικά και διακριτικά μεν, καθόλου απαρατήρητοι δε, σε όλη την έκταση της έκθεσης. Το έργο του Joaquin Ortuzar πάλι δεν είναι διόλου διακριτικό- εσκεμμένα εξάλλου αφού είναι έργο για εξωτερικό χώρο- και εγκλωβισμένο μέσα στο μικρό δωματιάκι της έκθεσής του, πέρα από το ότι εκμηδενίζει λόγω μεγέθους το συμπαθέστατο σχέδιο της Ειρήνης Καραγιαννοπούλου, χάνει την αρχική του νοηματική σκοπιμότητα αποκτώντας μια άλλη που υπαγορεύεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου πλέον από το θεματικό πλαίσιο της έκθεσης. Ενδιαφέρον σαν πράξη βεβαίως, από την άλλη όμως διεγείρει προβληματισμούς σχετικά με το αν μπορεί κανείς να προσαρμόσει τα πάντα μέσα σε ένα τόσο ευέλικτο θέμα όσο είναι ο σχολιασμός της ερμηνείας.
Η πιο «γυναικεία» ματιά της Elena Bellantoni χωρίς να καινοτομεί ιδιαιτέρως (τέτοιου είδους performance έχουμε δει πολλές από τα τέλη του ’60 μέχρι σήμερα τόσο παγκοσμίως όσο και στα ελληνικά πράγματα) είναι πάντως τίμια, ενώ το φαινομενικά αθώο βίντεο του Tom Robinson με τα στρατιωτάκια, το οποίο συνοδεύεται και από ένα ενδιαφέρον κείμενο που μπορεί κανείς να διαβάσεις στο blog της έκθεσης- http://transleatme.wordpress.com/ -, θέτει επιτυχημένα μια νέα οπτική στο θέμα της έκθεσης σχολιάζοντας το δημόσιο και το ιδιωτικό πρόσωπο της βίας σε περιπτώσεις που προσεγγίζουν τον μαζοχισμό.
Ενδιαφέρον, τέλος, παρουσιάζει και ο ιδιότροπος διάλογος για το επιβαλλόμενο και το ιερό της γνώσης-πληροφορίας, που δημιουργείται μεταξύ του έργου του Μιχάλη Θεοδοσιάδη (επίσης από τους συμμετέχοντες στο ευρύτερο σχήμα του platform translation ) -μια απροσδιόριστη βαριά διάταξη που παραπαίει εμπαικτικά μεταξύ θρησκευτικών και σαδομαζοχιστικών μεταφράσεων / παραπομπών -και της λαβυρινθώδους και μυστήριας μοναστικής σικέ βιβλιοθήκης –ταπετσαρίας της διοργανώτριας Ζωής Παππά.
Η έκθεση Transleatme αποδεικνύει ότι η επιμελήτρια και εικαστικός Ζωή Παππά πέρα από την εύστοχη επιλογή του χώρου, δικαίως δεν φοβάται να συντονίζει τόσους πολλούς καλλιτέχνες σε μία μόνο έκθεση -θεωρώ ότι σπάνια πετυχαίνουν οι πολυπληθείς εκθέσεις- αφού ως επί το πλείστον το αποτέλεσμα ήταν και καλοδομημένο και λειτουργικό.


Έκθεση: Transleatme
Ανεξάρτητος εκθεσιακός χώρος: Αιόλου 48-50,4ος & 5ος όροφος, Αθήνα
Διάρκεια έκθεσης: 14.11.08-14.12.08

30.11.08

Επιμελείς εκθέσεις / εκτεθειμένοι επιμελητές

Τον τελευταίο καιρό βρέθηκα τυχαία με διαφορετικά πρόσωπα και υπό διαφορετικές περιστάσεις σε συζητήσεις σχετικά με τη θέση του επιμελητή σε μια έκθεση και ως επί το πλείστον αντιμέτωπη με καλλιτέχνες. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου επιμελήτρια ούτε ιστορικό τέχνης (με δυο εκθέσεις δεν γίνεται κανείς επιμελητής και το διδακτορικό μου είναι ακόμα στα σκαριά) , παρόλα αυτά με μόλις εκκολαπτόμενες και σίγουρα όχι σθεναρά εκφραζόμενες αυτές τις δύο ιδιότητες διαισθάνθηκα μια αμυντική – έως και εχθρική ενίοτε- θέση εκ μέρους των καλλιτεχνών με τους οποίους μίλησα όσον αφορά στη υποτιθέμενη θέση εξουσίας που συνεπάγεται ένας θεωρητικός ή ένας επιμελητής. Γεγονός που με ξάφνιασε καθώς έμοιαζε σαν να αγνοείται το δεδομένο του ότι για να ασχοληθεί κανείς με αυτά τα πράγματα πρέπει καταρχάς να αγαπά την τέχνη και κατ’ επέκταση να σέβεται και να θαυμάζει τους καλλιτέχνες…(Τώρα που το αντικρίζω γραμμένο ίσως τελικώς σήμερα να φαντάζει μάλλον ρομαντική αυτή η θέση.)
Αναρωτήθηκα και γω λοιπόν για άλλη μια φορά-γνωρίζω βεβαίως πολύ καλά ότι δεν ανακαλύπτω την Αμερική με αυτό μου τον προβληματισμό!- ποιος είναι αυτή τη στιγμή και ποιος πρέπει να είναι τελικώς ο ρόλος του επιμελητή απέναντι στον καλλιτέχνη κατά την επιμέλεια μιας ομαδικής έκθεσης, και πως αντιμετωπίζεται τελικώς λόγω του ρόλου αυτού-με απόλυτη επίγνωση ότι πρόκειται για θέμα που δεν εξαντλείται σε ένα κείμενο…
Αρχικώς φαντάζομαι ότι πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα γιατί γίνεται μια ομαδική έκθεση και σε τι αποσκοπεί. Σίγουρα όχι –μόνο τουλάχιστον- σε ότι αποσκοπεί μια ατομική. Μια ατομική έκθεση έχει πρωταρχικό σκοπό την γνωριμία με το ιδίωμα και τις προβληματικές του καλλιτέχνη και την –όσο το δυνατό καλύτερη- ανάδειξη των έργων του και κατά ανάλογο τρόπο λειτουργούν και οι art fairs ως πρώτη γνωριμία με τα έργα των καλλιτεχνών και τον χαρακτήρα μιας γκαλερί κτλ κτλ. Μια ομαδική όμως έκθεση με συγκεκριμένο θέμα, έχει διαφορετικές προθέσεις. Σαφώς κι εδώ εκ των πραγμάτων εκπληρώνεται η ανάγκη δημοσιοποίησης και ανάδειξης του έργου των καλλιτεχνών, αλλά όχι μόνο αυτό. Μια ομαδική έκθεση με «θέμα» γίνεται για να κοινοποιηθεί και να ανοιχτεί μια «συζήτηση» πάνω σε αυτό το «θέμα» όπου κύριοι συζητητές είναι τα έργα των καλλιτεχνών που συμμετέχουν. (Γι΄ αυτό το λόγο εξάλλου οι πολυπληθείς εκθέσεις εάν δεν είναι πολύ καλά συντονισμένες είναι πολύ εύκολο να καταλήξουν σε χάβρες όπου το προσωπικό στίγμα του κάθε καλλιτέχνη χάνεται μέσα σε ένα «θόρυβο» θεάματος…) Η θέση του επιμελητή σε αυτή την κατάσταση λοιπόν-αν δεχτούμε ότι η αντιστοιχία ομαδικής έκθεσης και συζήτησης είναι θεμιτή- δείχνει να πρέπει να είναι αυτή του οργανωτή/συντονιστή. Αυτό σημαίνει ότι επιλέγει κατ’ αρχάς ένα θέμα που αυτός κρίνει επίκαιρο, σημαντικό, παραμελημένο ή απλώς ενδιαφέρον και στη συνέχεια καλεί καλλιτέχνες που έχουν δείξει να τους απασχολεί το προκείμενο θέμα ή οι προβληματικές της δουλειάς τους είναι συγγενείς με αυτό ή μετά από διάφορες συζητήσεις μαζί τους έχουν εκδηλώσει την επιθυμία να δουλέψουν πάνω σε αυτό... Σε μια διαφορετική κατεύθυνση αντιλαμβάνεται ότι ένα θέμα απασχολεί ευρέως τη δουλειά αρκετών καλλιτεχνών και τους καλεί να το «συν-επικοινωνήσουν» σε μια κοινή έκθεση. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως υπάρχει μια αμοιβαία διάθεση συνεργασίας πάνω σε έναν κοινό άξονα ενδιαφέροντος που αρχικώς τίθεται από τον οργανωτή της έκθεσης. Η πρωτοβουλία μπορεί λοιπόν ναι, να είναι του επιμελητή-που έχει την ιδέα και την όρεξη να την πραγματώσει- αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έτσι μπαίνει σε θέση ισχύος απέναντι στους καλλιτέχνες.

Το ότι η ιδιότητα του γκαλερίστα, κριτικού τέχνης, επιμελητή έχει συνδεθεί με θεσμοθετημένες μορφές εξουσίας-λόγω των προπαγανδιστικών πολιτιστικών πολιτικών της Αμερικής που εμφανίστηκαν το 60'- δε συνεπάγεται ότι στην Αθήνα του σήμερα ο κάθε επιμελητής έχει τέτοιες βλέψεις (ούτε βέβαια ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις, δεν εθελοτυφλώ απλώς δεν μπορώ και να συμμεριστώ στάσεις που αγγίζουν τα όρια μανίας καταδίωξης). Ο μηδενισμός –και η αφέλεια- της θέση του ότι για αυτό το λόγο «μόνο οι καλλιτέχνες πρέπει να επιμελούνται εκθέσεις» αφ' ενός δίνει κατευθείαν στον καλλιτέχνη απλώς άλλον ένα ρόλο (που στο κάτω κάτω μπορεί να τον βάλει στο ίδιο ακριβώς καλούπι «εξουσιαστή» που έχει αποδοθεί στον «απλό» επιμελητή) και αφ’ ετέρου αρνείται να αναγνωρίσει ότι μια ματιά που δεν εμπλέκεται ενεργά αλλά μόνο θεωρητικά με τη δημιουργία, πιο αποστασιοποιημένη γαρ, πιο αντικειμενική (μέσα στην υποκειμενικότητα των προσωπικών αισθητικών της κριτηρίων) -μιλάμε πάντα για ιδανικές καταστάσεις, θέλω να πιστεύω ότι είναι προφανές-, και με έναν ειλικρινή θαυμασμό προς τους δημιουργούς που δεν σχετίζεται με πάσης φύσεως ανταγωνισμούς που είναι σύνηθες να ελλοχεύουν μεταξύ ατόμων με το ίδιο επάγγελμα, ενδέχεται να δώσει και μια άλλη ίσως πιο ανοιχτή διάσταση στα έργα*. Κατά συνέπεια η ύπαρξη επιμελητή ουσιαστικά στοχεύει στη διατήρηση ισορροπιών.
Αυτό σίγουρα δε δηλώνει ότι ο επιμελητής έτσι αποκτά "μεγαλύτερη αξία" από τον καλλιτέχνη (γιατί το άκουσα κι αυτό!) αφού η "αξία" δεν είναι κάτι που εκτιμάται μεταξύ διαφορετικών ιδιοτήτων. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε μήλα και αυγά. Ούτε να κρίνουμε τι είναι πιο σημαντικό. Υπάρχουν καλοί και κακοί καλλιτέχνες και καλοί και κακοί επιμελητές. Δεν υπάρχουν επιμελητές καλύτεροι από τους καλλιτέχνες ούτε το αντίθετο. Ο καθένας κάνει τη δουλειά του. Σε μια συζήτηση ο καλός συντονιστής θέτει το θέμα, οργανώνει τη συζήτηση και οφείλει στο τέλος να βοηθήσει το κοινό να βγάλει τα συμπεράσματά του. Οι ομιλητές όμως είναι αυτοί που θα αναπτύξουν τις θεματικές και θα πραγματοποιήσουν τους σκοπούς της συζήτησης, αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές της. Ο σωστός και συνειδητοποιημένος επιμελητής δεν προσπαθεί να καπελώσει τους καλλιτέχνες-όπως είθισται να κραυγάζεται τον τελευταίο καιρό από ντεμέκ «αδικημένους» καλλιτέχνες- ούτε να επιδείξει εξουσία, ούτε να γίνει «διάσημος» εκμεταλλευόμενος τους αλλά μόνο να τους συντονίσει ώστε να βγουν καινούρια ωραία πράγματα από την συνεργασία τους.

ΟΚ για να είμαι δίκαιη πρέπει να παραδεχτώ ότι ο σύγχρονος καλλιτεχνικός χώρος βρίθει από περιπτώσεις επιμελητών και κριτικών που με τον άλφα ή βήτα τρόπο "χειρίζονται" καριέρες καλλιτεχνών, αφού το να μπει ένας καλλιτέχνης στην έκθεσή τους ή να επιτύχει επαινετικό άρθρο τους τον καθιστά άμεσα "καταξιωμένο". Για το σύστημα όμως που επιβάλει αισθητικά κριτήρια ανάλογα με τις απαιτήσεις και τα γούστα των μεγάλων συλλεκτών ή των πολιτικών βυσμάτων (που αποτελούν τις άλφα και βήτα γερές πλάτες) - αιώνες τώρα- δεν είναι ούτε οι επιμελητές ούτε οι θεωρητικοί που φταίνε. Οι επιμελητές δεν είναι εχθροί των καλλιτεχνών, δεν ξεκινούν με τέτοιες βλέψεις –αν και κάποιοι καταλήγουν πολιτικά όργανα- και η «κατάργησή» τους δεν είναι αυτή που θα άλλαζε το σύστημα ή που θα επέφερε την ευδαιμονία και την αξιοκρατία της καλλιτεχνικής ιδιότητας…

(έπεται συνέχεια)


*Η εναλλακτική θέση που θέλει "ο κάθε καλλιτέχνης να επιμελείται το έργο του" σε μια ομαδική έκθεση συνεπάγεται, εκτός από μια αμιγή θεωρητική κατάρτιση των καλλιτεχνών, πολύ μικρά και ευέλικτα σχήματα με άψογη συνεννόηση και πολύ καλή διάθεση για ομαδική δουλειά και πάσης φύσεως συμβιβασμούς –δεν το θεωρώ αδύνατον χαίρομαι πολύ όταν βλέπω τέτοιες προσπάθειες απλώς νομίζω ότι είναι δύσκολο και σπάνιο. Και πάλι πάντως πιστεύω ότι μια «απ’ έξω» ματιά βοηθάει.

24.11.08

στην κόλαση αδερφές μου, στην κόλαση






Ωραίος ο καινούριος χώρος της Βreeder, λίγο φοβιστικός βέβαια απ'έξω με την τεράστια μεταλλική μαύρη πόρτα στον- εκτυφλωτικά, σε σύγκριση με τη γκρίζα γύρω περιοχή των μπουρδέλων του μεταξουργείου- λευκό τοίχο που με κάποιο τρόπο μοιάζει με κάστρο -σε πιάνει κι ένα "τι με περιμένει εδώ μέσα" φτάνοντας- αλλά τελικώς το τρέχον περιεχόμενο-μια εικαστική κατάβαση στην κόλαση του Δάντη- είναι απολύτως συμβατό με την αισθητική που αποπνέει το κτήριο και βεβαίως με την πάγια αισθητική της γκαλερί εν γένη, που ούτως ή άλλως-κι απ΄όταν ακόμα ήταν περιοδικό- είχε πάντα συγκεκριμένο χαρακτήρα. Η ματιά του Διονύση Καβαλλιεράτου αν και παιχνιδιάρικη-όπως πάντα- κρατάει και μια ελαφριά σκοτεινιά. Πρόκειται-εκτός των άλλων- και για μια "βέβηλη"- όπως οφείλει να είναι η τέχνη εξάλλου - παράφραση της Θείας κωμωδίας μέσα από το οδοιπορικό του φανταστικού ήρωα του καλλιτέχνη Pellelo di Kavla (!) ο οποίος ως άλλος Βιργίλιος παρεά με τον Δάντη περιφέρεται στον άλλο κόσμο σε μια σειρά από σχέδια και γλυπτά που εκφέρουν το κοινωνικό σχόλιο του καλλιτέχνη με πολιτική και προκλητική διάθεση. Με τόσο πρόσφατα τα εκκλησιαστικά σκάνδαλα οποιαδήποτε διακωμώδηση της χριστιανικής ηθικής φαντάζει τραγικά επίκαιρη και στο επίπεδο αυτό η σκανδαλιάρικα ασεβής δουλειά του Καβαλλιεράτου λειτουργεί αποτελεσματικότατα δηκτικά (χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι δικαιώνεται μόνο από την επικαιρότητά της). Τα γοητευτικά αν και μάλλον παρωχημένα-σε σχέση με άλλες πιο τολμηρές και ευτράπελες δουλειές της καλλιτέχνιδος- μεγάλα γυναικεία πορτραίτα της Iris van Dongen πάλι, όσο κι αν μέσα από τη μυστηριώδη τους διαθεση -ή έστω την πρόθεση για αυτήν- ίσως και να συνομιλούν ενίοτε ανεπαίσθητα με τα συγκατοικούντα έργα, σε τελική ανάλυση δεν ξέρω αν προσφέρουν κάτι ουσιαστικό με αυτή τη συνομιλία... Περισότερο δίνουν την εντύπωση ερμητικά αυτόνομων εικόνων -παρόλο που κάποια από αυτά συνδέονται θεματικά με αυτά του Καβαλλιεράτου- που απλώς παρεμβάλλονται αινιγματικά στην ντελιριακή δουλειά του γείτονα καλλιτέχνη. Δεν γνωρίζω αν τα έργα του Καβαλλιεράτου και της van Dongen μόνα τους θα στέκονταν καλύτερα, παρατηρώ μόνο ότι η γειτνίασή τους επιφέρει συχνά πυκνά κάποιες αμηχανίες. Από την άλλη όμως ίσως και αυτό να είναι το ζητούμενο...

13.11.08

οι 100


Και μια και μιλάμε για περιοδικά το Artreview στο τελευταίο τεύχος του παραθέτει τα 100 ισχυρότερα ονόματα στο χώρο της τέχνης παγκοσμίως-κατά την άποψη δημοσιογράφων και ειδικών- μαζί με συμβουλές σχετικά με το πως να καταφέρετε να εισχωρήσετε και σεις του χρόνου στη λίστα…
Όπως θα περιμέναμε ο Damien Hirst είναι το νούμερο 1 στη λίστα, o σερ Nicolas Serota έπεσε στο 4, ο πρώτος καλλιτέχνης στη λίστα μετά τον Hirst (που νομίζω έχει πλέον ξεπεράσει όρους όπως καλλιτέχνης, επιμελητής, συλλέκτης κτλ κτλ.) είναι μόλις στο 9 (ο αγαπημένος Jasper Jones) ενώ ο Δάκης είναι στο 31 (not bad, not bad, αν και πέρσι τα πήγε καλύτερα)…

25.9.08

Η επαναμάγευση του τοπίου








Είναι αυτός ο θλιμμένος λυρισμός που κάνει τη ζωγραφική του Γκόκα παρά τη φρεσκάδα της τεχνικής της να μοιάζει βγαλμένη από τα χέρια κάποιου μοναχικού ρομαντικού ζωγράφου του 17ου.
Ματιά κάπως απαισιόδοξη και νοσταλγική, ικανή να ειδυλλιοποιεί ιδιοτρόπως ακόμα και τα πιο άχαρα και ορφανά τοπία. Όπως σε κάτι παλιές κιτρινισμένες οικογενειακές φωτογραφίες όλα μοιάζουν να αποκτούν μυθιστορηματική χροιά και, πέραν του πραγματικού, ενδιαφέρον, έτσι και εδώ τα πειραγμένα τοπία λειτουργούν σχεδόν σαν σκηνικά ανείπωτων ιστοριών επικής ή επιστημονικής φαντασίας, ή ακόμα και παραμυθένιου τρόμου. Μέσα από τα νερά περιμένεις να ξεπεταχτούν νεραϊδένιες γυναικείες μορφές ή μεταλλικά φολιδωτά τέρατα-ενίοτε καλοκάγαθα αλλά ποτέ δεν ξέρεις...-, πίσω από τους θάμνους να κρύβονται ύπουλα μασκοφόροι κακοί ή τεράστιοι λούτρινοι κούνελοι, ενώ στο τέλος του ορίζοντα μόλις χάθηκαν καλπάζοντας μυστηριώδεις καβαλάρηδες πάνω σε υπερφυσικά άλογα ή διαστημικές μοτοσικλέτες.
Είναι σαν να υπάρχει πάντα μια λύπη κάτι που τελειώνει και κάτι που παραμονεύει.
Γι΄ αυτό μ’ αρέσει τόσο η ζωγραφική του Βαγγέλη. Γιατί με κάνει να φτιάχνω μαγικές ιστορίες χωρίς να χρειαστεί να ανατρέξω σε παρελθοντικές κλισέ εικόνες. Γιατί φέρνει αβίαστα το μεταφυσικό στο πεζό τώρα και τελικά μέσα από την επιδέξια παρέμβασή του στο τοπίο επιχειρεί, και καταφέρνει σε ένα βαθμό, να επαναμαγεύσει το απομαγεμένο...


Βαγγέλης Γκόκας
Sense and Sensibility
Γκαλερί TinT
Χρυσ. Σμύρνης 13,
546 22
Θεσσαλονίκη
25 Σεπτεμβρίου ως τις 25 Οκτωβρίου 2008