A Little Fable
"Alas," said the mouse, "the whole world is growing smaller every day. At the beginning it was so big that I was afraid, I kept running and running, and I was glad when I saw walls far away to the right and left, but these long walls have narrowed so quickly that I am in the last chamber already, and there in the corner stands the trap that I must run into."
"You only need to change your direction," said the cat, and ate it up.
Franz Kafka
illustration
14.10.09
παραμύθι
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 13:49 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία, mic
15.9.09
C'est pas la mer(e) a boire

(λίγες σκέψεις για το τελευταίο βιβλίο της Άντζελας Δημητρακάκη «Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα»)
Η ποίηση και δη οι ποιητές -ενεργοί και εν δυνάμει-χαίρουν μιας ιδιότροπης εκτίμησης στη χώρα μας. Αν για τον εστέτ ο ποιητής αποτελεί αντικείμενο λατρείας για τον υπόλοιπο κόσμο θεωρείται μάλλον άξιος χλευασμού.
Όταν πριν από λίγο καιρό ανέφερα σε μερικούς γνωστούς ότι είχα σκοπό να πάω σε μια βραδιά ποίησης το πρώτο πράγμα που ακούστηκε σαν σχόλιο ήταν η γνωστή αναφορά στον ποιητή Φανφάρα και την αντίστοιχη σκηνή απαγγελίας από το χιλιοπαιγμένο Ξύπνα Βασίλη...(Άσπρα κοράκια κτλ..) Έτσι όταν η φανταστική ποιήτρια Θαλασσία Ύλη -ουσιαστική αν και όχι τυπική πρωταγωνίστρια στο τελευταίο βιβλίο της Άντζελας Δημητρακάκη “Μέσα σ΄ ένα κορίτσι σαν κι εσένα”- ομολογεί ότι η βράβευσή της –και η «επισημοποίησή» της έτσι ως ποιήτριας- την έκανε να νιώσει ότι ο κόσμος θα την αντιμετώπιζε στο εξής ωσάν τον Φανφάρα -γιατί για τον μέσο Έλληνα αυτή είναι η φιγούρα του ποιητή- ουσιαστικά περιγράφει μια ακόμη θλιβερή αλήθεια της σύγχρονης πολιτιστικής μας πραγματικότητας. Μαζί με άλλες. Η ίδια εξάλλου η συγγραφέας μιλώντας για το βιβλίο της και τη σχέση του με την ποίηση λέει
«Σκέφτομαι ενίοτε ότι η συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος ίσως υπήρξε μια πρόφαση για να γράψω, να διαβάσω, να σκεφτώ τι θα πει «ποίηση», όχι διαχρονικά, αλλά στη δική μας ιστορική συγκυρία.»*.
Αν και η προφανής και προσφιλής αρετή του βιβλίου είναι η πολύ γλαφυρή έως αμείλικτη περιγραφή της σύγχρονης Αθήνας μέσα από τα μάτια μιας άρτι επαναπατριζόμενης Ελληνίδας του εξωτερικού-της Ελληνοαμερικάνας αφηγήτριας – που τυγχάνει να ανήκει και σε μια μειονότητα που σπανίζει στην ελληνική λογοτεχνία -τη λεσβιακή-, για μένα το πιο ελκυστικό στοιχείο του βιβλίου είναι η σκιαγράφηση μιας άκρως ενδιαφέρουσας-όσο και αμφιλεγόμενης- γυναικείας προσωπικότητας. Αυτής της γνωστής- άγνωστης ποιήτριας που είναι και η ουσιαστική πρωταγωνίστρια του βιβλίου. Η ποιήτρια με το ιδιότροπο όνομα Θαλασσία Ύλη διαγράφεται μέσα από αποσπασματικές αναμνήσεις της αφηγήτριας και ερευνήτριας, μέσα από ανακοινώσεις συνεδρίων, σκόρπιους στοίχους της και απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις που τελικώς σχηματίζουν ένα από τα γοητευτικότερα- αλλά και προκλητικότερα- λογοτεχνικά γυναικεία προφίλ των τελευταίων χρόνων**.
Όπως στο φανταστικό βιβλίο Πορεία προς τον Αλ Μουτασίμ που περιγράφει στο ομώνυμο πεζό του ο Μπόρχες- συγγραφέας που τυγχάνει να είναι και δηλωμένη επιρροή της ποιήτριας μαζί με τον Σελίν και τη Ριτς- όπου τόσο ο ήρωας όσο και το βιβλίο περιγράφεται αλλά δεν εμφανίζεται ποτέ, κάπως έτσι και η Θαλασσία Ύλη διαρκώς δεσπόζει χωρίς να υπάρχει μέσα στο βιβλίο. Και αυτή αλλά και το έργο της, που περιγράφεται ενίοτε ή δίνεται μόνο σε αποσπάσματα. Ακόμα και οι συνεντεύξεις της παρουσιάζονται ως ντοκουμέντα –στοιχεία της κόρης της και όχι ως δράση.
Προσωπικότητα με ένα μάλλον δυσμεταχείριστο βάρος αφού με την έντασή της καταστρέφει τόσο τον πυρομανή γιο όσο και την ομοφυλόφιλη κόρη μέσα από πράξεις πέραν ήθους και θεσμικών επιταγών. Πέρα από τις σεξουαλικές της ιδιαιτερότητες – ίσως και λόγω αυτών- η ποιήτρια ζει μια διπλή ζωή αυτή μιας καταπιεσμένης μητέρας-νοικοκυράς των Ελλήνων της διασποράς από τη μία και εκείνη μιας εκκεντρικής μυστηριώδους περσόνας διανοούμενης και ακτιβίστριας που γράφει ποιήματά της στους δρόμους ή τα δημοσιεύει σε φανζίν περιοδικά.
Η κόρη-αφηγήτρια περιφέρεται στην Αθήνα ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας της, από το Κολωνάκι στα Εξάρχεια, μεταξύ πανάκριβων βιτρινών και δακρυγόνων σαν μέσα σε τρανς. Νοικιάζει ένα παρακμιακό διαμέρισμα στην πλατεία Θεάτρου, αγανακτεί με τις εταιρίες τηλεφωνίας, πάει σε πάρτι, τρομάζει με τους καυγάδες από το φωταγωγό, δεν της φτάνει ο μισθός της, γίνεται ανάδοχος γονέας ενός παιδιού από την Αφρική, προσπαθεί να κάνει φίλους, να επικοινωνήσει με την νεαρή –και «μέσα στα πράγματα»- ξαδέρφη της, να συμφιλιωθεί γενικώς με την παράλογη-εκ των πραγμάτων- Αθηναϊκή πραγματικότητα και να ξεπεράσει αφενός το δηλητηριώδες μίσος της για τον φαλλοκράτη πατέρα της και αφετέρου δυο μεγάλες απώλειες. Αυτή της συντρόφου της με την οποία χώρισαν μετά από μια σοβαρή και πολύχρονη σχέση και φυσικά της μητέρας της με την οποία είχε μια απόλυτη σχέση εξάρτησης. Με άξονες λοιπόν από τη μία ένα πολύ πρόσφατο Αθηναϊκό σκηνικό – αυτό του 2006-2007 που η συγγραφέας βρισκόταν στην Ελλάδα- και από την άλλη την ιδιότυπη ιδιοσυγκρασία μιας νεαρής διανοούμενης – η αφηγήτρια μόλις παράτησε ένα διδακτορικό στην ποίηση λόγω υπερβολικής εμπλοκής στο θέμα- ομοφυλόφιλης γυναίκας –φιγούρας που τόσο λείπει από την ελληνική λογοτεχνία όπως η ίδια η συγγραφέας υποδεικνύει– η οποία παλεύει να κατανοήσει έναν κόσμο στον οποίο δεν μπορεί επ’ουδενί να ενσωματωθεί –και όχι μόνο λόγω της σεξουαλικής της ταυτότητας- η Δημητρακάκη σχολιάζει εύστοχα και χωρίς καμία επιείκεια τη σύγχρονη παντελή απουσία κουλτούρας του μέσου Έλληνα, την γυναικεία ομοφυλοφιλία και πέρα από αυτό τα αδιέξοδα μιας μερίδας ανθρώπων που δεν μπορούν να βρουν θέση στο σύγχρονο τοπίο.
Η απολύτως διάφανη ματιά στα πράγματα βέβαια μόνο οδυνηρή μπορεί να είναι τελικώς -πόσο μάλλον για μια μειονότητα όπως η λεσβιακή που ακόμα στην Ελλάδα-ως τόπο και ως συλλογικό ασυνείδητο- δεν δείχνει να έχει βρει ακόμα μια επαρκή αποδοχή.
Τόσο η μορφή του βιβλίου-πιστή στις μεταμοντέρνες επιταγές του νέου μυθιστορήματος- επιστολογραφική στην αρχή, ημερολογιακή στη συνέχεια με ένα είδος appendix στο τέλος που περιλαμβάνει την ανακοίνωση της ερευνήτριας-κόρης της ποιήτριας σε συνέδριο ποίησης και τις συνεντεύξεις της Θαλασσίας Ύλης, όσο και η άμεση σύγχρονη γλώσσα -που η Δημητρακάκη είχε κατακτήσει από την Ανταρκτική κιόλας - νομίζω ότι κρατάνε το ενδιαφέρον του αναγνώστη που αν και καταλαβαίνει από νωρίς τη σχέση της τυπικής με την πραγματική πρωταγωνίστρια δεν παύει να εκπλήσσεται διαρκώς με τα κομμάτια του μωσαϊκού της ιστορίας που προσφέρονται σταδιακά και επιτήδεια από τη συγγραφέα.
* http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=22/05/2009&id=46833
** ένα επίσης από τα πιο γοητευτικά γυναικεία προφίλ που έχω συναντήσει στις τελευταίες αναζητήσεις μου αναζητήσεις στην Ελληνική λογοτεχνία ήταν πέρσι στο Λίγο από το αίμα σου της Σώτης Τριανταφύλλου η υπέροχη Μπέθανι.
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 19:27 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
11.6.09
I could sit right here and think a thousand miles away... (λίγα λόγια για το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ)

Στο «Κουτσό» βουτάς. Και δεν ξέρεις αν θα ξαναβγείς. Ίδιος τουλάχιστον. Είναι ένα βιβλίο θάλασσα, ρουφήχτρα, κάτι από Ταρκοφσκική αποκάλυψη ή Φελινική κρίση αυτογνωσίας ή Νιτσεικός μηδενισμός.
Ο Κορτάσαρ θα έλεγες ότι παραληρεί ιλιγγιωδώς και σε παρασύρει μαζί του σε μια κατρακύλα σχεδόν απάνθρωπης αποφλοίωσης της ανθρώπινης φύσης.
Στην περίπτωση μιας συναισθηματικής άφεσης το αποτέλεσμα μπορεί να είναι οδυνηρό- βάναυσες ενδοσκοπήσεις και συναντήσεις με σκέψεις που δεν θα’ θελες να κάνεις, όλες οι αισθήσεις στο ζενίθ τους η δημιουργικότητα, η αυτοεκτίμηση,η φιλία, ο έρωτας, η περιφρόνηση, η απόγνωση, η αφοσίωση, η ειρωνεία, η ιδεολογία, η πάλη με την τέχνη, η πάλη με το εγώ.
Γνήσιος μαθητής του Μπόρχες, ίσως όχι με τόσο έντονα αναγνωρίσιμο το μεταφυσικό στοιχείο-μάλλον με έντονη την αναζήτηση αυτού-, θαυμάσιος πάντως ασκητής του μεταμοντέρνου με διαρκείς καίριες αναφορές σε όλη την ιστορία τέχνης και καθώς άλλης εποχής και κουλτούρας τα συναπαντήματά του δεν μένουν μόνο στην λογοτεχνία και την φιλοσοφία όπως αυτά του πάνσοφου τυφλού δασκάλου αλλά διακλαδίζονται με εντρύφηση σε εικαστικά και μουσική-με μια ευρύτατη γνώση από κλασσική έως jazz, από Τζιότο μέχρι Πόλοκ- γεγονός φυσικά που θα έκανε πολύ ελκυστική- αν και ενδεχομένως αδύνατη μια και οι αναφορές του είναι πάμπολλες και αλλεπάλληλες έως υπεροπτικά αυτονόητες- μια αναλυτική –και απολαυστική-επιμέλεια του είδους Κυριακίδη.
Η παιγνιώδης φύση του βιβλίου υπαγορεύει δυο-τουλάχιστον- μεθόδους ανάγνωσης. Αν και στην αρχή το, εναλλακτικό μεν, υποδεικνυόμενο από τον συγγραφέα δε, “πέρα δώθε” του βιβλίου φαίνεται κουραστικό και ίσως αποτρεπτικό, από κάποια στιγμή και μετά είναι εθισμός.
Στο τέλος κάθε κεφαλαίου κεφαλαίου είναι επιταγή πλέον η κυνική ματιά του Μορέλι –το άλλο πρόσωπο του Ιανού-συγγραφέα, ή μάλλον ένα από τα άλλα πρόσωπα -ή οι μυστήριες επεξηγηματικές παρεμβάσεις του συγγραφέα που ανατρέπουν το ήδη ανατρεπόμενο, ή έστω ένα ποιητικό ιντερμέδιο που αποφορτίζει ή επαναφορτίζει, λες και από τα κεφάλαια κάτι σου λείπει πάντα στο τέλος ή σε ξεπερνά -ίσως όμως και σε επαναφέρει σε μια πραγματικότητα που δεν επιθυμείς, οπότε υπάρχει πάντα και ο συμβατικός δρόμος ανάγνωσης με τη γραμμική φορά και τη συνεπή αφήγηση.
Το «Κουτσό»όμως είναι προπαντός ένα παιχνίδι. Από τη Γη στον Ουρανό. Από το 1 στο 12. Σε παρασύρει να παίξεις, να ακολουθήσεις τους φιλοσοφικούς λαβυρίνθους της περίεργης παρέας της Λέσχης του φιδιού, να ταυτιστείς άθελά σου με τον Ολιβέιρα -καθόλου εύκολος άνθρωπος- να συζητήσεις με τον πιο αιρετικό των αιρετικών Μορέλι, με τον αδιάλλακτο ζωγράφο Ετιέν, τον αφηρημένο μουσικό Ρόλαντ και την κεραμίστρια -”ποιμενίδα των σκιών”- Μπάμπς.
Σε προκαλεί να εύχεσαι να ζούσες εκεί ανάμεσά τους, να συμμετείχες στις παράδοξες σιωπηλές jazz βραδιές τους, στις οργισμένες συζητήσεις τους περί τέχνης και φιλοσοφίας-για την εκλέπτυνση του Κλεέ και το απολυτό του Μοντριάν, να γνώριζες όλους αυτούς τους ιδιόρρυθμους μποέμ διανοούμενους του Παρισιού του 50'.
Δύσκολο βιβλίο φαντάζομαι με εξαιρετικές δυσκολίες στη μετάφραση καθώς ο Κορτάσαρ – Μορέλι διαρκώς πειραματίζεται με τη γλώσσα ,την τσαλακώνει και τη χλευάζει-θέλεις να το διαβάσεις στο πρωτότυπο αλλά φοβάσαι - υπάρχει και αυτό το παράδοξο κεφάλαιο 34 όπου δυο κείμενα εναλλάσσονται γραμμή παρά γραμμή, υπάρχουν τα τρυφερά γλίγλικα στο 68 και όλα αυτά τα παιχνίδια με τη γλώσσα με τα χι της Νοτιοαμερικάνικης προφοράς των ισπανικών και τα θου της καστελιάνικης, πόσο καλά ισπανικά πια να γνωρίζει κανείς-και να ταν μόνο αυτό βεβαίως, πόσο καλά να γνωρίζεις τον Τζόις τον Κίρκεγκωρ και τον Όσκαρ Πήτερσον στο κάτω κάτω;
Το αποτέλεσμα παρά τις φαινομενικές γνωστικές δυσκολίες πάντως είναι τόσο μαγνητικό –με όλες αυτές τις παράδοξες αλλά και τόσο οργανικά εύστοχες μεταφορές και αυτή τη σκληρή και σκοτεινή κριτική στον άνθρωπο-που δεν μπορείς να το αφήσεις ή μάλλον δεν σε αφήνει, σε ακολουθεί. Το κλείνεις και η σκέψη του Ολιβέιρα, το μαρτύριό του είναι στο μυαλό σου και κει που φοβάσαι μην ταυτιστείς μαζί του. γιατί δεν έχεις καταλήξει αν τελικώς είναι ο πλέον αξιέραστος ή απεχθής και δυστυχής άνθρωπος, εμφανίζονται στη σκηνή ο Τράβελερ και η Ταλίσα, αυτό το υπέροχο ζεύγος σαν δροσερό ρεύμα αέρα. Και γίνεται έτσι σαν ξημέρωμα το πέρασμα από το πνιγηρό Παρίσι σε ένα ηλιόλουστο Μπουένος Άιρες . Και όπως το Παρίσι από την άλλη πλευρά μοιάζει με μια Μεγάλη Κρύα Νύχτα- υπέροχο υπέροχο κεφάλαιο 73-σκοτεινό και αποπνιχτικό, με τις σκιώδεις φιγούρες της Λέσχης του φιδιού βουλιαγμένες μέσα στη σκέψη και την αποτυχία αλλά γοητευτικό και απείρως ερωτικό ταυτόχρονα κάτω από τις γέφυρες, γύρω από τον Σηκουάνα, μέσα στις στοές και τα στενά του, το Μπουένος Άιρες ανατέλλει από την εδώ πλευρά φωτεινό ακόμα και στα βράδια του- ένα ατελείωτο ζεστό μεσημέρι διχασμένο ανάμεσα σε ένα τσίρκο και ένα φρενοκομείο-τι μεταφορά!- μέσα σε αυλές σπιτιών και ανοιχτά παράθυρα όπου το περίεργο τρίγωνο των Ολιβέιρα με τον Τράβελερ και την Ταλίτα –ο Τράβελερ που ονειρεύεται άδοξα να ταξιδέψει, το alter ego του, ο doppelgänger του και η προσγειωμένη ευφυής Ταλίτα με την παράδοξη ομοιότητα της με τη Μάγα- τη Μάγα που εξαφανίστηκε μετά το θάνατο του Ροκαμαδούρ, που ίσως και να πήδηξε στο ποτάμι, ίσως όμως και όχι και να τριγυρνά απλώς άσκοπα και που ο Ολιβέιρα δεν σταματά να αποζητά ακόμα και γυρνώντας στην Αργεντινή. Και ίσως ο Τράβελερ και η Ταλίσα να είναι μια παράλληλη εναλλακτική πραγματικότητα του Ολιβέιρα και της Μάγας με την οποία αυτός βρίσκεται θλιβερά αντιμέτωπος.
Γιατί υπάρχει μια διάχυτη μελαγχολία στο Κουτσό που έχει έδρα την αδιαπραγμάτευτη καταδίκη του ανθρώπου στη μοναξιά. Ο Ολιβέιρα αναζητά το κέντρο της ύπαρξής του, τα μεταφυσικά ποτάμια, τον σκοπό της ανθρώπινης φύσης, το πέρασμα στην αλήθεια, αποδομεί με χειρουργική ακρίβεια τη φιλία, τον έρωτα, την απλή συμπάθεια και τη συμπόνοια χωρίς όμως τελικώς να αποστασιοποιηθεί από αυτά αφού εξακολουθεί να ψάχνει ανομολόγητα για τη Μάγα- αν και “το κέντρο της ύπαρξής της σίγουρα δεν βρισκόταν στο κεφάλι της”- και επιδιώκει αχόρταγα την παρέα του Τράβελερ και της Ταλίσα-μήπως αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα της ζωής λοιπόν; Αυτό το “απλωμένο χέρι” στο οποίο “έπρεπε να απαντήσει ένα άλλο απλωμένο χέρι απ' έξω, από την άλλη μεριά” ;
Τι άλλο να πω... Είναι και αυτό το περίφημο κεφάλαιο 7-toco tu boca...- είναι τα ψάρια, τα κίτρινα λουλούδια, τα πράσινα κεριά, οι κύκλωπες “ο έρωτας όμως αυτή η λέξη...”
Είναι η Αναίς Νίν, ο Κάρλος Γκαρντέλ, ο Γκομπρόβιτς, ο Οκτάβιο Παζ, ο Μπατάιγ, ο Λέβι Στρος, ο Καρτέσιος, το swing, ο Κρεβέλ, το σκάκι, ο Σέλιν, ο Τσακ Μπέρυ, ο Μπένυ Κάρτερ, η Μπέσυ Σμιθ, είναι η τρέλα και η λογική, οι αναμνήσεις, οι λέξεις, ο Έλιοτ, η Αλίκη, ο χρόνος και πάνω απ' όλα η μοναξιά.
“Και σκεφτόμασταν αυτό το απίστευτο πράγμα που είχαμε διαβάσει, πως το ψάρι όταν είναι μόνο του μέσα στη γυάλα μαραζώνει και ότι αρκεί να βάλεις ένα καθρέφτη και το ψάρι ξαναγίνεται ευτυχισμένο...”
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 17:11 2 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
18.7.08
εν αναμονή βελτίωσης
Το αντιλαμβάνομαι, το να είσαι γόνος σπουδαίων και χαρισματικών ανθρώπων μπορεί να είναι μεγάλο βάρος και να δημιουργεί εσπευσμένες προσδοκίες από τον κόσμο. Επίσης, θεωρώ ότι γνωρίζοντας μια μόνο δουλειά ενός καλλιτέχνη δεν μπορεί κανείς να βγάλει συμπεράσματα κι έτσι δεν βιάζομαι να κρίνω τον συγγραφέα Θανάση Χειμωνά μόνο από την Ραγδαία Επιδείνωση. Δεν μπορώ όμως και να μην αναφέρω το πόσο απογοητεύτηκα από ένα βιβλίο-και έναν συγγραφέα εκ των πραγμάτων- τόσο προβαλλόμενο και πολυσυζητημένο τον τελευταίο καιρό. Και όσο κι αν αποφεύγω να γράφω για πράγματα που δεν μου αρέσουν- προτιμώ πολύ συνειδητά να μοιράζομαι ενθουσιωδώς όσο και όταν μπορώ ωραίες εμπειρίες τέχνης- στην προκειμένη περίπτωση μάλλον θύμωσα λίγο με όλη αυτή τη δημοσιότητα ενός βιβλίου πνιγμένου στις ευκολίες και στα κλισέ και γι΄ αυτό προέκυψε αυτό το κείμενο. Φυσικά όλα αυτά είναι απολύτως προσωπικές απόψεις. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη, Εγώ Προσωπικά το μοτίβο του μοναχικού, μυστηριώδους, γοητευτικού και μες τα ψυχοφάρμακα καλλιτέχνη-συγγραφέα το θεωρώ εξαιρετικά παρωχημένο όσο και το σκηνικό της πανέμορφης και ταλαντούχας ερωμένης που τον αφήνει –παρά τον σφοδρό τους έρωτα- για να παντρευτεί κάποιον πλούσιο και πετυχημένο για να μετανιώσει κάποτε -φυσικά όταν θα είναι αργά- οικτρά. Κάτι από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, κάτι από αμερικάνικο αισθηματικό, δεν ξέρω τι να πω, κάτι απροσδιόριστο, πάντως κάτι μου θυμίζει εντόνως. Αυτό το έργο το έχω ξαναδεί κοινώς. Η μοναξιά της μεγαλούπολης και το που αυτή μπορεί να οδηγήσει σίγουρα δεν είναι θέμα με το οποίο αυτό το βιβλίο πρωτοτυπεί. Και βεβαίως, δε λέω, είναι πάντα επίκαιρο και πάρα πολύ σημαντικό αλλά δεν ξέρω κατά πόσο δικαιολογεί την επινόηση μιας στρατιάς από τόσους ήρωες που συνδέονται μεν μέσω χαλαρών-και αδιάφορων κατά τη γνώμη μου- μυθοπλαστικών δεσμών αλλά τελικά όχι μόνο οι περισσότεροι δεν αναλύονται και δεν εξελίσσονται καθόλου ως χαρακτήρες αλλά και για όσους ακόμα αυτό γίνεται κάπως, ο τρόπος είναι τόσο βεβιασμένος και ρηχός που δεν πείθεται τελικά ο αναγνώστης για το ρεαλισμό της κατάστασης ούτε μοιράζεται τους όποιους προβληματισμούς του συγγραφέα. Και ναι, φυσικά, απαντώ εκ των προτέρων στο επερχόμενο σχόλιο περί της υπερβολής που ενίοτε οφείλει να χειρίζεται η τέχνη προκειμένου να υποδείξει την τραγωδία της καθημερινότητας, ο ρεαλισμός και η αληθοφάνεια δεν είναι πάντοτε το ζητούμενο αλλά –αλίμονο!- η ιστορία του γεροπαράξενου αποτυχημένου συγγραφέα που εκτυλίσσεται μέσα από επιστολές-και αυτό το βρίσκω κλισέ, συγνώμη- και καταλήγει στην αποκάλυψη του «φοβερού μυστικού»–ας μην αποκαλύψω το μοναδικό αν και άνευρο σασπένς του βιβλίου-ξεφεύγει εντέλει από το πλαίσιο της τραγωδίας και μάλλον αγγίζει τα όρια του τραγελαφικού… Όσο για την νέα πλούσια πανέμορφη και αθώα ερωτευμένη Έλια που ανακαλύπτει το δράμα των αλλοδαπών μέσω της υπηρέτριάς της, ε εδώ τι να πω; Δεν βρίσκω ούτε πρωτόγνωρο ούτε συναρπαστικό το ότι ένας άνθρωπος με υπηρέτη(!) στις μέρες μας δεν γνωρίζει τίποτα για το τι γίνεται εκεί έξω και όχι δεν συγκινούμαι με την έκπληξή του αλλά ούτε και παρακολούθησα μέσω αυτής καμιά «ραγδαία» ηθική αφύπνιση ή κανένα ευφάνταστο σχόλιο πάνω στη σχέση «πλούσιων και φτωχών» ή «αφέντη και δούλου». Τόσο η όμορφη ΄Ελια όσο και η ρωσίδα (νομίζω) Σβέτα παραμένουν ανενεργές επιφάνειες, ούτε καν τροχοί για την ανάδειξη και την ανάλυση κάποιου άλλου ήρωα. Ο συγγραφέας –πυρήνας οδηγείται στο φινάλε του βιβλίου επίσης «ραγδαία»-μάλλον βιαστικά εγώ θα έλεγα- και σχεδόν αναίτια μετά από ανούσιες ανακλήσεις παιδικών τραυμάτων και το διάβασμα της αλληλογραφίας-σαπουνόπερας του εκλιπόντος συναδέλφου του ενώ η πρώην ερωμένη του και επίσης ανεξιχνίαστη (πανέμορφη, πλούσια κτλ κτλ.)Δάφνη αμφιταλαντεύεται ακόμα (αλλά ω, πλέον άσκοπα) μεταξύ αυτού και της κατά τα άλλα τέλειας συζυγικής της ζωής…Και κάπου εκεί μάλλον διακυβεύεται και όλη η φιλολογία για τους ερωτευμένους στην οποία φιλοδοξεί το βιβλίο. Απέλπιδοι έρωτες
όμορφων αλλά προβληματικών ανθρώπων…Και μοναξιά, πολύ μοναξιά.
Σε τελική ανάλυση μπορεί απλώς αυτό το βιβλίο να μην είναι του γούστου μου… Θα ξαναδιαβάσω Θανάση Χειμωνά για να αποφασίσω αν μου αρέσει ή όχι το ιδίωμα του-ή και να το βρω τελικά γιατί κάποιο προσωπικό ύφος ομολογώ ότι δε διέκρινα. Και αν τελικά δεν μου αρέσει δεν θα ξαναγράψω τίποτα περί τούτου γιατί ήδη νιώθω πολύ πολύ κακός άνθρωπος ξαναδιαβάζοντας το κείμενό μου...
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 16:30 2 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
9.6.08
Η αθανασία είναι οι λέξεις
Το βιβλίο Πεθαίνω σαν χώρα έπεσε στα χέρια μου τυχαία πριν πολλά πολλά χρόνια. Δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ ποιος μου το έδωσε αλλά ήταν σε κάποια παράσταση που είδα 9.30 η ώρα, στις 26 εκείνου του Νοέμβρη και στην οποία έκατσα στη θέση Β13 και το εισιτήριο μου- προφανώς φοιτητικό- έκανε λέει 3000 δραχμές (για τόσο παλιά μιλάμε) και δεν έγραφε τον τίτλο της παράσταση πάνω του. Αφού λοιπόν μου το έκοψαν το έβαλα μηχανικά μέσα στο βιβλίο, ή ίσως και να το χρησιμοποίησα για αυτοσχέδιο σελιδοδείκτη αφού το ξεφύλλισα φαντάζομαι λίγο αφηρημένα, και ίσως και να σκάλωσα σε μερικές φράσεις αλλά μετά το ξέχασα όπως ένα σωρό άλλα στην τότε πάντα γεμάτη από βιβλία τσάντα και αφέθηκε άδοξα σε κάποιο ράφι στην φοιτητική μου βιβλιοθήκη για να το βρω απόψε όταν το μικρό-μόνο σε πάχος- βιβλίο του Δημήτρη Δημητριάδη ανασύρθηκε μετά από εσπευσμένη αναζήτηση από την τωρινή μου βιβλιοθήκη στη οποία βρισκόταν κρυμμένο διακριτικά τα τελευταία χρόνια ακολουθώντας με ευτυχώς πιστά στις εκάστοτε μετακομίσεις μου. Και έτσι το ξεχασμένο μου εισιτήριο από εκείνη την παράσταση αγνώστου τίτλου, πάνω από δέκα χρόνια τώρα, βρέθηκε ξανά στα χέρια μου κι όλα αυτά διότι το Σάββατο το βράδυ είχα την τύχη να παρακολουθήσω την εξαιρετική δραματοποίησή του εν λόγω βιβλίου από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό.
Ο Δημητριάδης αφ΄ ενός είναι δύσκολος. Οι αλήθειες του είναι τόσο ωμές και αιρετικές που ο αναγνώστης από τη μία μαγεύεται με τον πραγματικά συναρπαστικό του λόγο και από την άλλη μουδιάζει σοκαρισμένος από την σκληρότητά του- γιατί πρόκειται για μια σκληρότητά που απευθύνεται σε αυτόν τον ίδιο κατάφορα και απερίφραστα, σε αυτήν εδώ την χώρα και σε αυτούς τους ανθρώπους της και σε όλα όσα αυτοί πρεσβεύουν και πιστεύουν και τα οποία τινάζει ένα ένα δίχως δεύτερη σκέψη και έλεος στον αέρα ανάβοντας το φιτίλι και της πιο ελάχιστης αμφιβολίας για ό,τι θεωρείται ιερό, εθνικό, ηθικό, πρέπον, σωστό, ωφέλιμο κτλ. κτλ.. Η γλώσσα του κατρακυλάει με φόρα και τόλμη παρασέρνοντας κάθε ίχνος συστολής, κάθε επίφαση καθωσπρεπισμού, τσαλαπατάει ό,τι έχει να κάνει με το «politically correct», ενοχλεί και προσβάλει, ενίοτε με υπεροψία αλλά χωρίς ποτέ μα ποτέ να γίνεται χυδαία. Γλώσσα πλούσια διακλαδωτή και δαιδαλώδης ως Μπορχικός λαβύρινθος ( θυμίζει έξάλλου έντονα Μπόρχες ιδιαίτερα σε διηγήματα όπως «Το Λαχείο στη Βαβυλώνα» ή «Η αίρεση του Φοίνικα») στη οποία όλες οι λέξεις, πολύτιμες ή ημιπολύτιμες, στέκουν τόσο καλά παρατεταγμένες και ζυγισμένες που το τελικό σύνολο αν και ακούγεται παραληρηματικό και χειμαρρώδες τελικά είναι απροσδόκητα συμπαγές και στέρεο.
Η σκηνοθεσία αφ΄ εταίρου είναι ευφυέστατη. Δεν καταβροχθίζεται από το εκ των πραγμάτων επιβλητικό κείμενο, δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει με φαμφαρόνικα ευρήματα –ο Μαρμαρινός ούτως ή άλλως δεν έχει ανάγκη μετά από τόσα χρόνια ευφάνταστης δημιουργίας να αποδείξει την σκηνοθετική του ευρηματικότητα- χωρίς όμως και να απουσιάζουν οι καινοφανείς ιδέες, δεν καπελώνει το κείμενο αλλά αντιθέτως συνομιλεί με σεβασμό μαζί του, το αποκωδικοποιεί με το εντελώς προσωπικό του ιδίωμα και το προσαρμόζει εύστοχα στην σημερινή πραγματικότητα, επαρκώς συγκρατημένα γιατί αν και το έργο είναι γραμμένο το 78’ και προφανώς εμπνευσμένο από τον εμφύλιο, είναι αναπάντεχα σύγχρονο, κάτι που επίσης αναδεικνύεται εντόνως.
Η παράσταση απογειώνεται από την πρώτη σκηνή με μια υπέροχη μπαλάντα που τραγουδά νοσταλγικά όλος μαζί ο λαός των πολυάριθμων εθελοντών- εύρημα του οποίου η χρήση γίνεται με εξαιρετικά προσεγμένο και καθόλου φλύαρο τρόπο- και μέχρι και την σπαραχτική απόδοση από την παλιά και γήινη σαν την Ιστορία φωνή της Μπέμπα Μπλανς του τελευταίου και πιο σκληροπυρηνικού μέρους-καταγγελίας και επιλόγου του έργου παραμένει στο ύψος της με ασήμαντα κενά αέρος κρατώντας τον ευαίσθητο θεατή σε ασίγαστη συγκινησιακή εγρήγορση.
Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός ποτέ δεν με έχει απογοητεύσει και θεωρώ ότι διαρκώς αποδεικνύει με τις επιλογές του και τις πραγματοποιήσεις τους πως είναι ένας δημιουργός που εξελίσσεται. Με την τελευταία του αυτή παράσταση πραγματικά νιώθω ευγνωμοσύνη που μου υπενθύμισε με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο ένα τόσο μεγάλο κείμενο.
«Τι άλλο είναι ο παράδεισος τουλάχιστον για εκείνους που υφίστανται την απάτη και το μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά το πολυπόθητο και σπανιότατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο κι αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή;…Η Αθανασία είναι οι λέξεις»
Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σαν Χώρα, Εκδόσεις Άγρα
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:52 0 σχόλια
Ετικέτες Θέατρο, λογοτεχνία
12.3.08
Εν τη αμερίστω αγάπη

Ένας οριστικά ατελέσφορος έρωτας, μια αιωρούμενη και απροσδιόριστη ενοχή, ένας φάρος και μια ελιά που δεν αποφασίζει να καρπίσει.
Ένας αγαλμάτινος νεοέλληνας αυτάρεσκος αστός Ερμής και ένα σκοτεινό και λιγομίλητο αγόρι που εισβάλλει αστραπιαία αλλά καταλυτικά στη ζωή του πρώτου και πεθαίνει από έλλειψη αγγίγματος στην προσπάθεια του να ανέβει στον Αλδεβαράν του έρωτά του, το τελευταίο άστρο από τον αστερισμό των Υάδων.
Μια ζωή χωρισμένη σε προ Μύρτου και μετά Μύρτο ένα πέρασμα που πραγματοποιείται μέσω ενός γραπτού ερωτικού σπαράγματος. Μια έξοδος του πρωταγωνιστή από το όλον της μέχρι τότε ζωής του μετά τη συνειδητοποίηση της ενοχής του απέναντι στο Μύρτο, τελικά απέναντι στη ζωή. Ο Μάτεσις αφάνταστα αδυσώπητος για άλλη μια φορά με τους ήρωές του, τους στερεί αμετάκλητα την τόσο επιθυμητή μεταξύ τους σαρκική επαφή –ούτε ένα άγγιγμα δεν τους χαρίζεται-και τους αφήνει μόνους και αβοήθητους σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους- ο τόπος της ζωής, ο τόπος του θανάτου, ο έρωτας του Ερμή σχηματοποιείται μόλις μετά το θάνατο του Μύρτου, μοιραίος αναχρονισμός-βυθισμένους στην οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι δεν έχουν αγαπήσει ούτε αγαπηθεί μέχρι τότε. Ναι μεν τους προικίζει με την πολυπόθητη αγάπη αλλά είναι μια αγάπη καρατομημένη -τόσο στερημένη από το άγγιγμα του αγαπημένου που ο Ερμής θεωρεί προσβολή κάθε άλλο άγγιγμα, προσβολή και πόνο, τόσο που θα το επιτρέψει μόνο για να αυτοτιμωρηθεί σε μια συμβολική επαφή-σταύρωση, έναν άγριο Ευαγγελισμό που πάλι δεν θα τον λυτρώσει. Ο πρωταγωνιστής μετά την ανάληψη- αποκάλυψη του χιμαιρικού εραστή του μετατρέπεται σε υπνοβάτη-κατάσταση στην οποία τον υποβάλλει μερικώς ο Μύρτος και από την πρώτη κιόλας εμφάνισή του – χωρίς παρελθόν με αποκλειστικό σκοπό την τελική μετουσίωση του σε αυτόν.
Η γλώσσα εμμένει σαρκαστική, ο κυνισμός του Μάτεσι απογειώνει την τραγικότητα του ασύμπτωτου των δύο εραστών. Το θέμα πάντα είναι το αβάσταχτο της ζωής χωρίς αγάπη. (Πείτε με κλισέ δε με νοιάζει).
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:18 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
19.12.07
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και η αρχαία λαλιά
Στον αρχετυπικό φανταστικό κόσμο της γαιοθάλασσας της Ούρσουλα λε Γκεν το μαγικό/ιερό στοιχείο, αυτό που στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού ενσωματώθηκε στη θρησκεία και μετά στην τέχνη –όπου και παρέμεινε- υφίσταται ακόμα άθικτο. Ο άνθρωπος είναι ακόμα αρκετά κοντά με τη φύση –η οποία λειτουργεί ως μια έμψυχη και ζωντανή οντότητα-και η ισορροπία και υγεία αυτής της σχέσης φροντίζεται από άτομα με την ιδιότυπη διαισθητική ικανότητα – την οποία και καλλιεργούν και αναπτύσσουν σε ειδικές «σχολές» – να «διαβάζουν» τη γλώσσα της φύσης-τη γλώσσα των ζώων, τα λόγια των φύλλων του δάσους , λέξεις που τις είχε τραγουδήσει το πουλί και άλλες που είχε πει το νερό πέφτοντας
- και να "συνομιλούν" δημιουργικά τελικά μαζί της -καλούν τα ζώα, τιθασεύουν τους ανέμους- αλλά και να τη «μεταφράζουν» στον υπόλοιπο κόσμο. Στην ικανότητα αυτή συνεπέστατα δίνεται ο χαρακτηρισμός «μαγική».
Οι μάγοι λοιπόν –ένα είδος πνευματικής εξουσίας-σε αυτό το πλασματικό μυθολογικό σύμπαν είναι οι μοναδικοί γνώστες της αληθινής και Αρχαίας Λαλιάς, της αρχέγονης γλώσσας της δημιουργίας στην οποία όλα τα πράγματα έχουν το αληθινό τους όνομα.
Σε όλο το εξάτομο έργο της λε Γκεν οι έννοιες του αληθινού ονόματος και της Αρχαίας Λαλιάς παίζουν καθοριστική σημασία.
Με έρεισμα το βάρος και την περιγραφή αυτής της υπόγειας αλλά κυρίαρχης δράσης της γλώσσας στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό έργο, αποτολμάται εδώ -με κάθε επιφύλαξη και με απόλυτη την επίγνωση ότι ελλοχεύει πάντα το παράπτωμα μιας τυχόν αυθαιρεσίας- μια υπόθεση παραλληλίας του «Έπους της Γαιοθάλασσας» -με στοιχεία κυρίως από το πρώτο βιβλίο όπου έχουμε συχνότερες αναφορές στο θέμα αυτό-με τη γλωσσική θεωρία του Βάλτερ Μπένγιαμιν, όπως αυτή εντοπίζεται μέσα σε δύο του τουλάχιστον δοκίμια, το «Για τη γλώσσα εν γένει και για τη γλώσσα των ανθρώπων» κυρίως και το «Για τη μιμητική ικανότητα» δευτερευόντως.
Η σχέση της Ούρσουλα λε Γκεν με ανάλογα ρεύματα διαφαίνεται ήδη στον «Αναρχικό των δύο κόσμων» όπου περιγράφεται μια Μαρξιστική –αναρχική ουτοπία σε αντιπαράθεση με μια ταυτόχρονη ταξική βιομηχανική κοινωνία. Αντίστοιχα σε όλο το εύρος της Γαιοθάλασσας μπορεί να εντοπίσει κανείς στοιχεία που με σχετικά απλοποιημένο τρόπο –ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για βιβλίο αρχικώς γραμμένο για εφήβους-παραπέμπουν στη Κριτική σχολή της Φραγκφούρτης. Πρόκειται για ένα κόσμο που έχει αρχίσει να αλλοιώνεται από τη στιγμή που τα απόλυτα όντα -στην μυθοπλασία της αντιπροσωπεύονται από τους δράκους, αρχέτυπα μυθικά πλάσματα – διαχωρίζονται σε αυτούς που ακολουθούν το δρόμο της φύσης και σε αυτούς που ακολουθούν αυτό της γνώσης και κατ' επέκταση την επιστήμη, οι δεύτεροι γίνονται «άνθρωποι» και οι πρώτοι εξ-αγριεύονται πλήρως αλλά εξακολουθούν πάντα να «μιλάνε» τη μεγαλοπρεπή γλώσσα της δημιουργίας, την αρχαία λαλιά και κατά συνέπεια να αντιλαμβάνονται τη «βούληση» της φύσης (όπως περιγράφεται στο τέταρτο βιβλίο του έπους) και να χαίρουν ιδιαιτέρου σεβασμού αλλά και φόβου.
Ο εκφυλισμός της ανθρωπότητας λοιπόν ξεκινάει με την πρώτη απομάκρυνσή της από τη φύση-θέση πλήρως συμβατή με την θεωρία της Κριτικής σχολής- και, όπως διαγράφεται τόσο στον πρώτο όσο και στον τρίτο τόμο, η κοσμική ισορροπία κλονίζεται όταν ο άνθρωπος επιδιώκει να γίνει εξουσιαστής της. Ο «κακός» λοιπόν σε αυτό το παραμύθι δεν είναι κάτι το υπερφυσικό, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος ο οποίος επιχειρεί να επιβληθεί στη φύση, και –στη συγκεκριμένη περίπτωση-να γίνει ο κυριαρχήσει ακόμα και στον ίδιο το θάνατο. Το μοιραίο αμάρτημα του ανθρώπου εντέλει –όπως διαφαίνεται στο έργο της λεΓκεν-δεν είναι άλλο από την έπαρση, αυτή είναι που πάντα οδηγεί σε Βαβελικές καταστάσεις.
Η πνευματική ουσία ενός πράγματος έγκειται (…) στη γλώσσα του λέει ο Μπένγιαμιν.
Και παρακάτω μιλώντας πιο ειδικά τονίζει ότι το κοινοποιήσιμο της πνευματικής ουσίας ενός ανθρώπου ή πράγματος είναι η γλωσσική ουσία την οποία και τελικά εκφράζει η γλώσσα του. Με άλλα λόγια, είναι η ουσία της ίδιας της γλώσσας και όχι αυτό που θέλει να πει που κοινοποιεί τον εκφραζόμενο – έννοια που απλοποιείται με συνέπεια στο Έπος:
το αληθινό όνομα, (…) η ουσία της ύπαρξής του που είναι πιο σπουδαίο από το να ξέρεις σε τι χρησιμεύει
το όνομα λοιπόν εδώ εμπερικλείει την (πνευματική;) ουσία της ύπαρξης ανεξάρτητα με το τι αυτό σημαίνει ή τι μπορείς να κάνεις με αυτό. Ως απομεινάρι της αρχαίας γλώσσας αναδεικνύει έτσι το ότι η ουσία της γλώσσας γενικώς, και κατ΄ επέκταση του εκφέροντος αυτής, δεν είναι αυτό που θέλει να πει αλλά η γλώσσα αυτή καθεαυτή.
Ο Άνθρωπος είναι ο ονομάζων, και σε τούτο αναγνωρίζουμε ότι μέσω αυτού μιλά η αληθινή γλώσσα.(...)
Η αληθινή αυτή γλώσσα παρακάτω αναπροσδιορίζεται μέσα από μια βιβλική ανάλυση
Η παραδείσια γλώσσα του ανθρώπου πρέπει να είναι η γλώσσα της τέλειας γνώσης
Ίσως αυτό που στον μυθικό κόσμο της γαιοθάλασσας σημαίνει ότι
στην Αρχαία Λαλιά…τα πράγματα λέγονται με το αληθινό τους όνομα
και επανερχόμενοι στη γλωσσική θεωρία του Μπένγιαμιν
Μόνο μέσω της γλωσσικής ουσίας των πραγμάτων φτάνει τον εαυτό του στην κατανόησή τους-στο όνομα.
Ο άνθρωπος λοιπόν, είναι ο μοναδικός εκφραστής της ουσίας ολόκληρης της φύσης- η οποία κοινοποιείται μέσα από αυτόν και γι’ αυτό και μόνο αυτός μπορεί να ονομάζει τα πράγματα. Τα πράγματα υπάρχουν μέσα στα ονόματά τους και σε αυτό έγκειται το μαγικό στοιχείο της γλώσσας.
η έννοια της μαγείας της γλώσσας παραπέμπει και σε κάτι άλλο, την απειρότητά της
(αντίστοιχα και η αληθινή λαλιά δεν έχει τέλος )
Ο Μπένγιαμιν βέβαια ορίζει μαγική την αμεσότητα των πραγμάτων να αυτοκοινοποιούνται- η αμεσότητα όμως αυτή είναι τελικά η γλώσσα άρα είναι η ίδια η γλώσσα που είναι μαγική.
Η μαγεία στον κόσμο της λεΓκεν αφορά στην ταύτιση με τη φύση-μια αμεσότητα που επιτυγχάνεται πλήρως μόνο από τους μάγους και τους δράκους-τους μάγους ως τους τελευταίους –από την πλευρά των ανθρώπων-θιασώτες μιας ζωής άρρηκτα συνδεδεμένης με τη φύση, και δη γνώστες της αρχαίας λαλιάς, της γλώσσας της δημιουργίας δηλαδή, η οποία απευθύνεται σε όλα τα έμβια και μη πλάσματα.
Γιατί για τη λεΓκεν-όπως θα δούμε και για τον Μπένγιαμιν –η γλώσσα αυτή, όπως περιγράφεται-γλώσσα της δημιουργίας- είναι και η γλώσσα με την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος. Και είναι εκεί, στη δημιουργική της ισχύ που στηρίζεται η μαγεία της. …κάθε μαγική πράξη, κάθε γητειά, ακόμη εξαρτάται από τη γνώση -την υπενθύμιση, την επαναμάθηση- αυτής της αληθινής και αρχαίας γλώσσας της δημιουργίας
Η ίδια η γλώσσα λοιπόν είναι η δύναμη των μάγων, η γνώση των αληθινών ονομάτων της δημιουργίας, όπως όμως ακριβώς το ανθρώπινο Όνομα για τον Κριτικό φιλόσοφο αποτελεί το όριο μεταξύ της πεπερασμένης και της άπειρης γλώσσας
έτσι και σύμφωνα με τους μάγους αυτό που μας δίνει τη δύναμη να κάνουμε μάγια-η γνώση της αρχαίας λαλιάς ίσως; -μας βάζει και τα όρια αυτής της δύναμης .
Με τη δημιουργική παντοδυναμία της γλώσσας εγκαινιάζεται η πράξη, και στο τέλος η γλώσσα ενσαρκώνει τρόπον τινά το δημιούργημα, το ονομάζει γράφει ο Μπένγιαμιν.
Η σχέση γλώσσας και δημιουργίας τελικά είναι σαφής και στα δύο έργα.
Ο Γκέντ(…)ένιωθε ότι κι αυτός ήταν μια λέξη που κάποιος είχε προφέρει μες τη λιακάδα
Ο Θεός κάνει τα πράγματα ικανά να γνωσθούν εντός του ονόματός τους
Η γλώσσα εκπίπτει όταν πρέπει να ειπωθούν πράγματα μέσω αυτής υποστηρίζει στο δοκίμιό του ο φιλόσοφος.
Κι όμως, όποτε άκουγε την αρχαία λαλιά ένιωθε πάντα ότι λίγο έλειπε να καταλάβει, σα να ήταν κάποια γλώσσα που είχε ξεχάσει και όχι κάποια που δεν είχε μάθει ποτέ
Γιατί η αρχαία λαλιά είναι η γλώσσα πριν από την πτώση, η γλώσσα που αναδεικνύει την ουσία της δίχως να «λέει» κάτι
Εντέλει αν η γλώσσα ενός όντος είναι το μέσον μέσα στο οποίο κοινοποιείται η πνευματική του ουσία για τον άνθρωπο το μέσον αυτό είναι η αρχαία λαλιά, η χαμένη αυτή από χρόνια γλώσσα των "δράκων" που μπορεί να επινοηθεί εκ νέου, αν όχι να ξαναβρεθεί αυτούσια, μόνο εάν ο άνθρωπος ανακτήσει τους αρχέγονους συνδέσμους του με τη φύση. Φυσικά η συνεπαγωγή είναι διπλή.
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 09:21 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία, μελέτες
21.10.07
Φούνες ο Μνήμων και το βάρος της Ιστορίας
ο 1942 ο Μπόρχες γράφει το διήγημα Φούνες ο μνήμων- μια «εκτενή μεταφορά της αϋπνίας» σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα. Πρόκειται για την ιστορία του Ιρενέου Φούνες, ενός ανθρώπου ανίκανου να ξεχάσει οτιδήποτε έχει δει ή ζήσει. Ο Φούνες, δέσμιος μιας αδυσώπητης αϋπνίας και καθολικά ανάπηρος μετά από ένα ατύχημα, περνάει τις ατελείωτες ώρες της ακινησίας του αναπολώντας μέχρι την απόλυτη λεπτομέρεια κυριολεκτικά όλα όσα έχουν περάσει μπροστά από τα μάτια του κατά τη διάρκεια της βραχείας ζωής του. Μετά από μια υπερβολική δόση παραστάσεων και μόλις 21 χρόνων ο Φούνες πεθαίνει από συμφόρηση πνευμόνων.
Εάν λοιπόν στις ερμηνευτικές σημειώσεις του διηγήματος ο –εξαίρετος-μεταφραστής και σχολιαστής Αχιλλέας Κυριακίδης ακολουθεί την κατά Σοπενχάουερ – και Όμηρο όπως λέει- αντιστοιχία του ύπνου στο θάνατο και κατά συνέπεια της αϋπνίας σε μια αβάσταχτη αθανασία, εγώ θα επιλέξω εδώ να ανατρέξω στις Νιτσεϊκές επιρροές του Μπόρχες και θα παραλληλίσω τον Φούνες και τη βασανιστική του αϋπνία με τον άνθρωπο που όπως αναφέρει ο ίδιος ο Νίτσε στην πραγματεία του Ωφέλεια και Μειονεκτήματα της Ιστορίας για τη Ζωή (1873-1876) "θα ήθελε να αισθάνεται πέρα για πέρα ιστορικά" και επεκτείνοντάς το ίσως και με μια ολόκληρη ανθρωπότητα που εμμένει να αναμασά την ιστορικότητά της (για να ακουμπήσω, εντέλει, τη σημερινή θεματική).
Η επιλογή της αναφοράς στον Νίτσε δεν γίνεται καθόλου αυθαίρετα. Αφ΄ ενός οι αναφορές του Μπόρχες στον φιλόσοφο είναι αναρίθμητες -ιδιαίτερα δε η ιδέα της αιώνιας επιστροφής επιστρέφει διαρκώς στο έργο του - (αναφέρω ενδεικτικά Τρεις εκδοχές της αιώνιας επιστροφής, Η θεωρία των κύκλων, Ο αθάνατος, Το Άλεφ, Ιστορία των αποήχων ενός ονόματος, Τα κυκλικά ερείπια και πολλά πολλά άλλα). Αφ΄ ετέρου εντοπίζεται τουλάχιστον μια φράση που θα μπορούσε να λειτουργεί και ως εσωτερικό αστείο, (μια καμεό εμφάνιση του Νίτσε στο διήγημα). Ο Μπόρχες μόλις στην πρώτη σελίδα του διηγήματος αναφέρει ότι «ο Φούνες ήταν ένας πρόδρομος των υπερανθρώπων: «ένας ατίθασος ιθαγενής Ζαρατούστρα»» -φράση που αναπόφευκτα παραπέμπει στις προαναφερόμενες κατευθύνσεις. Επιπλέον ήδη η Roxana Creimer παίζοντας ευφυέστατα με τον τίτλο του περίφημου Μπορχικού Μενάρ επιλέγει για το ανάλογης θεματικής κείμενό της σχετικό με τον μοντερνισμό τον τίτλο: «Νίτσε, ο συγγραφέας του Φούνες του Μνήμωνα».
Γράφει λοιπόν ο Νίτσε στο προαναφερόμενο κείμενο:
«Ένας άνθρωπος που θα ήθελε πέρα για πέρα να αισθάνεται μόνο ιστορικά θα ήταν ίδιος σχεδόν μ’ αυτόν που θα αναγκαζόταν να αποφεύγει τον ύπνο (…)»
Συνεπέστατα ο Φούνες είναι ένας άκρως ιστορικός άνθρωπος που πριν ακόμα «νοσήσει» με την αρρώστια της μνήμης. «…ξέρει πάντα την σωστή ώρα, σαν ρολόι.» αναφέρεται στο διήγημα.
Συνεχίζοντας ο Νίτσε λέει :
«(…) είναι δυνατόν να ζήσει κανείς σχεδόν χωρίς αναμνήσεις, και μάλιστα να ζήσει ευτυχισμένος όπως δείχνει το ζώο. Όμως είναι αδύνατο να ζήσει κανείς χωρίς γενικά να ξεχνάει. Ή για να εξηγηθώ ακόμα πιο απλά σχετικά με το θέμα μου: υπάρχει ένας βαθμός αϋπνίας, αναμασήματος, ιστορικού πνεύματος, με το οποίο το ζωντανό παθαίνει ζημιά και, στο τέλος, χάνεται είτε είναι άνθρωπος είτε λαός, είτε πολιτισμός.»
Εδώ λοιπόν το κοινωνικό ανάλογο της αϋπνίας η οποία-ή την οποία- θα επέφερε μια ανοικονόμητη μνήμη στον παθόντα είναι η διαρκής και λεπτομερειακή ενασχόληση με την Ιστορία.
Στην επόμενη φράση του σχεδόν σκιαγραφεί θα μπορούσε να πει κανείς το πορτραίτο του ήρωα του Μπόρχες:
«Σκεφτείτε το πιο ακραίο παράδειγμα: έναν άνθρωπο που δε θα είχε καθόλου τη δύναμη να ξεχνάει, που θα ήταν καταδικασμένος να βλέπει παντού ένα γίγνεσθαι…»
Ο νεαρός Ιρενέο μετά το ατύχημα δεν μπορεί να ξεχάσει:
«Ήξερε τα σχήματα που είχαν τα σύννεφα του νοτιά το ξημέρωμα στις 30 Απριλίου του 1882, και μπορούσε να τα παραβάλει στη μνήμη του με τα νερά ενός δερματόδετου βιβλίου που του χε ρίξει κάποτε μια ματιά, και με τα σχήματα του αφρού που σήκωσε ένα κουπί στο Ριο Νέγρο, την παραμονή της μάχης του Κεμπράτσο.»
Βλέπει παντού ένα γίγνεσθαι:
« …διέκρινε συνεχώς το αθόρυβο προχώρημα της διάβρωσης, της σήψης, της κόπωσης. Σημείωνε τη πρόοδο του θανάτου, της υγρασίας. Ήταν ο μοναδικός, διαυγής θεατής ενός κόσμου πολύμορφου, στιγμιαίου και σχεδόν αφόρητα ακριβούς.»
Η μνήμη του αποτελείται από λεπτομέρειες
«Η μνήμη μου κύριε, είναι ένας σωρός από σκουπίδια» θα ομολογήσει στο τέλος της συνάντησής του με τον συγγραφέα. Αναρίθμητες και άχρηστες λεπτομέρειες που τελικά τον σκοτώνουν με το βάρος τους, που τον πιέζουν ασφυκτικά οδηγώντας τον σε έναν πρόωρο θάνατο- μόλις δυο χρόνια αφ' ότου αποκτήσει το ιδιότυπο αυτό χάρισμα/κατάρα – από μια (άκρως συμβολική) συμφόρηση των πνευμόνων.
Το βάρος της μνήμης, το βάρος του παρελθόντος
«αυτό τον πιέζει προς τα κάτω ή τον λυγίζει μονόπλευρα…» γράφει ο γερμανός φιλόσοφος για τον ιστορικό άνθρωπο.
«Την ιστορία την αντέχουν μόνο δυνατές προσωπικότητες» λέει κάπου αλλού "τις αδύνατες τις εξαλείφει εντελώς".
Η άμετρη συσσώρευση ιστορικών γνώσεων "ένας τέτοιος κατακλυσμιαίος, εκκωφαντικός και βίαιος ιστορικισμός δεν είναι απαραίτητος (…) αλλά στον ύψιστο βαθμό επικίνδυνος" λέει κάπου άλλου.
Ο ήρωας του Μπόρχες συλλέγει αναμνήσεις αδιάκοπα αλλά είναι ανίκανος για γενικεύσεις
Η «μεγαλοσύνη του» λέει ο συγγραφέας είναι «ψελλή» και όπως προσθέτει αργότερα «δεν ήταν πολύ ικανός στη σκέψη. Σκέψη είναι να ξεχνάς τις διαφορές να γενικεύεις, να αφαιρείς»
Ο Φούνες αντιλαμβάνεται τα πάντα με την ίδια ισχύ. Το ουσιώδες και το μη ουσιώδες φαντάζουν το ίδιο στα μάτια του. Επαναφέρει παραστάσεις τις οποίες αδυνατεί να επεξεργαστεί κριτικά. Μαζεύει γνώσεις, μαθαίνει γλώσσες άσκοπα, μόνο και μόνο για να ξοδεύει τις στατικές ώρες που του κληρονόμησε το ατύχημα.
Ο Νίτσε βέβαια ουδέποτε αρνείται πλήρως τα οφέλη της ιστορίας. «το ανιστορικό και το ιστορικό είναι εξίσου αναγκαία για την υγεία ενός ατόμου, ενός λαού και ενός πολιτισμού» γράφει στο ίδιο κείμενο. Απλώς την αμφισβητεί στην περίπτωση που δεν διαβάζεται κριτικά. Κατακρίνει αυστηρότατα την άγονη συσσώρευση ιστορικών γνώσεων ως αυτοσκοπό, τη θυσία της παρούσης ζωντανής στιγμής στην μελέτη ενός νεκρού παρελθόντος, την αποθέωση του παλαιού και την επακόλουθη περιφρόνηση του παρόντος. Με άλλα λόγια την υπερβολή.
«'Ότι όμως η ζωή έχει ανάγκη από τις υπηρεσίες της ιστορίας πρέπει να γίνει αντιληπτό τόσο καθαρά όσο και η πρόταση η οποία αργότερα πρέπει να αποδειχθεί-ότι μια υπερβολή της Ιστορίας βλάπτει τον ζώντα.». Όπως λέει και στην εισαγωγή του κειμένου του: "μια υπερτροφική αρετή-όπως μου φαίνεται να είναι το ιστορικό πνεύμα της εποχής μας-μπορεί τόσο καλά να αποτελέσει την καταστροφή ενός λαού, όσο ένα υπερτροφικό ελάττωμα" ακριβώς όπως και η μνήμη για τον δύσμοιρο Φούνες που ξαναγυρνάει και ξαναγυρνάει (αιώνια…) στις αναμνήσεις του δέσμιος μιας απόλυτης ακινησίας σύμφυτης με το υπερτροφικό του χάρισμα που τελικά δεν τον αφήνει να ζήσει.
«Στο τέλος ο θάνατος φέρνει την ποθητή λήθη» γράφει ο Νίτσε για τον ιστορικό άνθρωπο, στο τέλος ο θάνατος φέρνει τη λήθη και για τον Φούνες.
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:24 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία, μελέτες
26.6.07
Η μεγάλη αρκάνα και τα σταυρολεξολούλουδα (Λίγα λόγια για τον Μίλοραν Πάβιτς)
Σπίτια με καρέκλες που νιαουρίζουν σαν γάτες.
Σοπράνο με σιωπές άλλοτε σε μινόρε και άλλοτε σε ματζόρε και φωνές που υπόσχονται και περιμένουν πολλά
Διηγήματα που τρυπώνουν ύπουλα μέσα σε ξένα μυθιστορήματα.
Το έργο του Μίλοραν Πάβιτς αιωρείται μέσα σε αυτή την καθημερινή μαγεία που συναντά κανείς μόνο στη Λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και καμιά φορά στη σύγχρονη Γιαπωνέζικη, σε αυτή τη σχεδόν «σπιτική» μεταφυσική που κάνει τις πιο παράλογες συμπτώσεις να φαντάζουν κοινότοπες και τα πιο αναπάντεχα υπερφυσικά φαινόμενα να μετατρέπονται σε ρουτίνα.
Τα όνειρα αυτονομούνται σε μια δική τους πραγματικότητα και εισβάλουν ανενόχλητα-και θρασύτατα- στη δική μας ενώ το παρελθόν εμπλέκεται με το παρόν σε ένα υβριδικό χωροχρόνο φανταστικού-πραγματικού.
Ένας αρχιτέκτονας, αποτυχημένος στο επάγγελμα, αποτυχημένος στις σχέσεις του ψάχνει στο Άγιο όρος αιτίες.
Μια καλλονή με διάφανα βλέφαρα και «κορμί θαμμένο στα όνειρα όλων των αντρών που τη γνώριζαν»[1] ερωτεύεται μόνο μικρά αγοράκια.
Ένας καπετάνιος – στυλίτης.
Ένας οργανοπαίχτης χωρίς σκιά που το όνομά του άνηκε κάποια εποχή στο Σατανά.
Ισχυρά τοπικά –ίσως και λαογραφικά- στοιχεία παρμένα από τη σέρβικη παράδοση εμφανίζονται μέσα από μικρές ιστορίες άλλοτε «ατίθασες» να παρεισφρύουν λαθραία στην κυρίως αφήγηση και άλλοτε «χρήσιμες», να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής.
Βουτηγμένη σε μια πυκνή θρησκευτικότητα, με μια αξιοσημείωτη ευγένεια απέναντι σε κάθε είδους πίστη, η πένα του Πάβιτς πολλές φορές μοιάζει να τριγυρίζει διακριτικά μέσα στα ιερά βιβλία πλέκοντας επιδέξια στοιχεία από τη Βίβλο, το Κοράνι ή το Ταλμούδ.
Παράλληλα, μια ανεπαίσθητη πολιτική διάθεση δεν μπορεί να μην αφήσει μια πίκρα για μια διαμελισμένη πατρίδα…
Κουβέντες για κουτά και σοφά αστέρια
Εραστές που δεν μπορούν ποτέ να συναντηθούν γιατί βρίσκονται σε διαφορετικές ιστορίες.
«Λουκουμάδες γεμισμένοι με άγρια σαλιγκάρια και πίτες με μπαχαρικά σε ταψί από φαγιάνς σερβιρισμένοι με τσάι από τσουκνίδα και μέλι.»[2]
Η μπαρόκ παιδεία του συγγραφέα στολίζει την αφήγησή του με στοιχεία υπερβολής που κοσμούν χωρίς να θαμπώνουν μια ούτως ή άλλως πλούσια μυθοπλασία ενώ ενίοτε κάποιες περιγραφές παραπέμπουν αναπάντεχα σ´ αυτή την τόσο καίρια αλλά ανελέητη οικεία ωμότητα των δημοτικών μας τραγουδιών.
Πίσω από κάθε σκηνή πάθους ελλοχεύει μια τραγωδία-οι έρωτες είναι καταδικασμένοι στην οδύνη λες και κάθε στιγμή ατόφιου ερωτισμού κοστίζει μια αιωνιότητα πόνου. Αντίτιμο που οι εραστές πληρώνουν στωικά, χωρίς αντίρρηση.
«Αγαπήθηκαν τον περασμένο χειμώνα. Έτρωγαν με το ίδιο πιρούνι, μια ο ένας μια η άλλη, και αυτή έπινε κρασί από το στόμα του. Εκείνος τη χάιδευε με τέτοιο τρόπο που η ψυχή της έτριζε στο σώμα του…»[3]
Η Ιερεσένα, η Ηρώ, η Βίτατσα, η Κβασνιέφσκα., η Καλίνα, η Ατέχ.
Πριγκίπισσες που ξυπνούν κάθε πρωί με διαφορετικό πρόσωπο.
Θεσπέσιες γυναίκες που μυρίζουν ροδάκινο, παγιδευμένες στη σοφία τους και σ’ ένα κάλλος που τρελαίνει τους ποιητές. Αναρωτιούνται από πού έρχονται τα όνειρα, προσπαθούν να αντισταθούν στα μίση τους, μετρούν το βάθος των ημερών κι αφήνουν πίσω τους ίχνη από κόκκινα χαμόγελα.
«..Μιλούσε σαν να σήκωνε κάθε λέξη από το χώμα με τη γλώσσα του. Ζούσε έτρωγε ανέπνεε και κοιμόταν με μεγάλο κόπο σαν να έχτιζε πυραμίδα μέσα του.»[4]
Ο Αθανάσιος Σβίλαρ, ο δρ. Αμπού Καμπίρ Μουαουία, ο Λέανδρος, ο Παχώμιος Τενέτσκι, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος.
Άντρες με πρόσωπα στενά, μάτια ρηχά και παχιά αυτιά, παραγεμισμένοι με λατινικές φράσεις…
Κοινοβίτες ή ιδιορρυθμίτες, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί ή Εβραίοι, ορθόδοξοι ή καθολικοί, ήρωες παγιδευμένοι σε ξένες ψυχές ,σε ξένα όνειρα, σε λάθος ιστορίες, γρήγοροι ή αργοί, φτιαγμένοι άλλοι για να λατρεύονται, άλλοι μόνο για να λατρεύουν.
«Η γυναίκα αισθάνεται αμέσως τον άντρα για τον οποίο το γυναικείο στόμα είναι κόμπος στα μουστάκια του. Όλες οι γυναίκες θέλουν πάντα τους ίδιους και αποφεύγουν ακριβώς τους ίδιους. Όπως εκείνα τα μέρη στη γη στα οποία ο σκύλος ποτέ δεν γαβγίζει.»[5]
Τα βιβλία του Πάβιτς δεν διαβάζονται με τον παραδοσιακό τρόπο-σαφώς και μπορεί κανείς και έτσι αλλά υπάρχει πάντα και η γοητευτική δυνατότητα να διαβαστούν αλλιώς. Να λυθούν σαν σταυρόλεξα, να ερμηνευτούν σαν κάρτες ταρό, να «ανατρεχθούν» σαν λεξικά, ή να βιωθούν σαν κλεψύδρες, γενικά ο αναγνώστης μπορεί να επιλέξει από διάφορες εναλλακτικές διαδοχές κεφαλαίων, αυτή που του ταιριάζει περισσότερο. Αν είναι άντρας ή γυναίκα, αν αγαπάει την τάξη των σταυρολέξων ή τις λέξεις τους, αν στέκεται στην εσωτερική ή στην εξωτερική πλευρά του ανέμου. Πρόκειται για βιβλία που συνομιλούν με τον αναγνώστη, τον υπολογίζουν, σχεδόν τον αγγίζουν και τελικά τον ενσωματώνουν στην αφήγηση.
Κλασσικός και μεταμοντέρνος ταυτόχρονα, παραδοσιακός και εικονοκλάστης ο λογοτέχνης, ποιητής, ερευνητής, καθηγητής και Ακαδημαϊκός Μίλοραν Πάβιτς μιλάει για τον εαυτό του σε ένα πανέμορφο αυτοβιογραφικό σημείωμα που μπορεί κανείς να βρει στο site www.khazars.com, μαζί με δυο έργα του ειδικά γραμμένα για το διαδίκτυο και με όλη του τη βιβλιογραφία.
Τα έργα του Πάβιτς τα μισείς ή τα λατρεύεις-όπως εξάλλου συμβαίνει με όλα τα μεγάλα έργα-όπως εξάλλου συμβαίνει και με το μεταμοντέρνο.
Όσο για τους αναγνώστες του:
«είναι εντελώς φανταστικοί. Κάθε ομοιότητα με τους αληθινούς αναγνώστες είναι εντελώς συμπτωματική»[6]
[1] Μίλοραν Πάβιτς «Τοπία ζωγραφισμένα με τσάι» ΗΡΟΔΟΤΟΣ
[2] Μίλοραν Πάβιτς «Τελευταία αγάπη στην Κωνσταντινούπολη» Βιβλιοπωλείο της Εστίας
[3] Μίλοραν Πάβιτς «Το λεξικό των Χαζάρων»Ηρόδοτος
[4] Μίλοραν Πάβιτς «Η εσωτερική πλευρά του ανέμου ή Η αγάπη και ο θάνατος της Ηρώς και του Λέανδρου» ΕΣΤΙΑ
[5] Μίλοραν Πάβιτς «Τοπία ζωγραφισμένα με τσάι» ΗΡΟΔΟΤΟΣ
[6] Μίλοραν Πάβιτς «Τοπία ζωγραφισμένα με τσάι» ΗΡΟΔΟΤΟΣ
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 13:45 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
25.3.06
ursula le guin -το έπος της γαιοθάλασσας

Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να φτάσεις στη Γαιοθάλασσα, κι αυτός είναι αρμενίζοντας. Αν σε πιάσει φουρτούνα στο Αρχιπέλαγος μη φοβηθείς. Σίγουρα θα είναι κάποιος ναυτικός γητευτής στο πλήρωμα και θα καταπραΰνει τον καιρό με έναν ρούνο που θα προφέρει- λίγο άγαρμπα, είναι αλήθεια- στην Αρχαία Λαλιά-ξέρεις, εκείνη την αρχαία γλώσσα της δημιουργίας που μιλάνε πλέον μόνο οι Δράκοι.
Αν πάλι τύχει και καταλήξεις κάπου προς τις Εσώτερες Στεριές, μη παραλήψεις να επισκεφτείς την όμορφη Χάβνορ με τις κόκκινες στέγες και τα μωσαϊκά στις αυλές. Εκεί δεν πρόκειται να συναντήσεις πλέον αρχέγονες θρησκείες με αιμοσταγείς θεότητες. Μόνο μάγους και γητευτές- τελευταίοι διαχειριστές των Αρχαίων Δυνάμεων της γης. Μάγους που θεραπεύουν με ξόρκια και βότανα, μιλάνε στον καιρό, φροντίζουν τις σοδειές και τα ζώα αφού μόνο αυτοί γνωρίζουν τα αληθινά ονόματα των ανθρώπων και των πραγμάτων…
Το ερμητικό-σχεδόν προ-ηθικό- σύμπαν της Ούρσουλα Λε Γκεν αναπόφευκτα παραπέμπει σε αυτό του Τόλκιν. Επιρροές από Βόρειες μυθολογίες, σκοτεινές δυνάμεις, δράκοι, ήρωες, μάγιστροι, ξόρκια και δαχτυλίδια.
Εδώ όμως δεν θα βρεις εύκολους συμβολισμούς για το κακό και το καλό, δεν θα βρεις «όμορφα» αλλιώτικα πλάσματα, ούτε στρουμφοχωριά από χόμπιτ. Το Έπος της Γαιοθάλασσας δεν είναι ένα διδακτικό παραμύθι για παιδιά με ευχάριστα ιντερμέδια εφηβικού χιούμορ, και χορταστικές περιγραφές μαχών.
Στέρεα βασισμένη σε ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο που προέρχεται από την ίδια τη γλωσσική φιλοσοφία του Walter Benjamin, η συγγραφέας γράφει μια σκοτεινή ιστορία για τη χαμένη γλώσσα της φύσης, για την πάλη του ανθρώπου με τον εαυτό του και τη μοίρα του. Για ήρωες που ανδραγαθούν πρώτα απ´ όλα απέναντι στους φόβους τους και τις αδυναμίες τους. Για μια ανθρώπινη φυλή που νοσταλγεί και αγωνίζεται να ξαναβρεί τον ομφάλιο λώρο της με τη γη. Την όμορφη, φωτεινή και ευγενική γη που όμως μπορεί να γίνει σκοτεινή, τρομερή και σκληρή όταν θέλει να εκδικηθεί.
Στον κόσμο της Γαιοθάλασσας το κακό έχει το ακαθόριστο σχήμα της δεισιδαιμονίας, της υπέρμετρης φιλοδοξίας, της αγάπης για επιβολή και κυριαρχία, της ζήλιας και του φθόνου, όλων των προσωπικών δαιμόνων –το κακό δεν είναι οι άλλοι αλλά εμείς οι ίδιοι. Οι ανώνυμες δυνάμεις του ερέβους κατοικούν εκεί κάτω, στο πιο μύχιο σκοτεινό εγώ μας.
Αδυσώπητα ψυχογραφικό όσο και σκεπτικιστικό το εξάτομο έργο της Ούρσουλα Λε Γκεν –συγγραφέα του ευρύτερα γνωστού Aναρχικού των δύο κόσμων- παρά την γκρίζα ατμόσφαιρα, το νοσταλγικό του τόνο και μια υπόγεια μελαγχολία τελικά σου αφήνει-χαριστικά- μια χαραμάδα φωτός.
Κάθε λαβύρινθος εξάλλου έχει τουλάχιστον μια έξοδο-το θέμα είναι πόσο πολύ θέλεις να βγεις.
Ursula Le Guin
Το Έπος της Γαιοθάλασσας (6 τόμοι)
Μετάφραση Λίλη Ιωαννίδου
Εκδόσεις ΤΡΙΤΩΝ
Ο μάγος του Αρχιπελάγους
Οι τάφοι του Ατουάν
Η πιο μακρινή άκρη
Τεχανού
Ιστορίες της Γαιοθάλασσας
Ο άλλος άνεμος
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 22:18 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
14.1.06
A long way to the top
14/1/2006
Είναι κάποιοι άνθρωποι που έχουν αυτό το μυστήριο ταλέντο να μπορούν να μιλάνε για τα πιο σκληρά και σκοτεινά πράγματα με τον πιο αναπάντεχο τρόπο-με γλυκύτητα, με χιούμορ ή με ρομαντισμό-ένας από αυτούς είναι ο Morissey (To die by your side...) ένας άλλος είναι ο φίλος μου ο Α. και ένας ακόμα είναι ο Nick Hornby.
Το Along way down είναι τόσο όμορφο που το διάβασα μέσα σε τρεις διαδρομές λεωφορείων και δυο νύχτες -μη μπορώντας να το αφήσω πραγματικά.
Τον αγαπάω αυτό τον άνθρωπο γιατί έχει μια ποιότητα αμείωτη από το High Fidelity μέχρι τώρα και ένα τόσο οικείο και ανθρώπινο χιούμορ που έχω βρει σε πολύ λίγους συγγραφείς (από Έλληνες μόνο στο Λένο Χρηστίδη).
Και πάντα ζηλεύω αυτούς που δεν τον έχουν ανακαλύψει οπότε έχουν επομένως πέντε βιβλία του ακόμα να διαβάσουν (χωρίς τη συλλογή με τα διηγήματα που επιμελήθηκε).....
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:37 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία