
Ένας από τους λόγους που θέλησα να δω τον Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν, στην παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών, ήταν η γνωριμία μου με το συγκεκριμένο κείμενο του Ίψεν που δεν είχε τύχει να ξαναδώ ανεβασμένο. Ομολογώ ότι ήταν και το μοναδικό που αποκόμισα από την χθεσινή παράσταση. Μετά από έναν αγώνα δρόμου στην πηγμένη Πειραιώς, και με το άγχος ότι δεν θα προλαβαίναμε την παράσταση, φτάσαμε στην κατάμεστη αίθουσα – από καιρό εξαντλημένα τα εισιτήρια – με μάλλον υπέρογκες προσδοκίες για την «ανατρεπτική» παράσταση του Thomas Ostermeier, που δεν ευοδώθηκαν στο ελάχιστο. Σαφέστατα είναι αξιομνημόνευτο πόσο σύγχρονο δείχνει ένα κείμενο 100 χρονών και δεν αμφισβητώ ότι, για τις μέρες που διανύουμε, ήταν μια πολύ εύστοχη επιλογή θεματικά εφ’ όσον διαπραγματεύεται, μεταξύ άλλων, το πώς επηρεάζονται οι ανθρώπινες σχέσεις από τις οικονομικές κρίσεις και το πώς η απόκτηση του πλούτου διαμορφώνει ηθική. Από κει και πέρα όμως η παράσταση μου φάνηκε ατελείωτη, η σκηνοθετική ματιά –που θα περίμενε κανείς να είναι τουλάχιστον καινοφανής αν όχι η πλέον ρηξικέλευθη σε ένα τόσο ρεαλιστικό και ηθογραφικό κείμενο, ώστε να δικαιολογεί το ανέβασμά του- παραμένει για μένα ένα μυστήριο- εκτός βεβαίως εάν εξαντλούταν στις μεγάλες αμήχανες σιωπές, στο μονότονο τέμπο που έσπασε δύο ή τρεις φορές από αδιάφορες και άτσαλες εντάσεις και στα ακατανόητα στριφογυρίσματα των ερμηνευτών στη σκηνή - και οι ερμηνείες- ίσως μόνο αν εξαιρέσουμε την Γκούνχιλ – μέτριες έως κακές (όπως αυτή του Έρχαρτ). Η «αιχμηρή» χρονική μετατόπιση της δράσης στο σήμερα έγινε μέσα από ένα συμβατικό και υπέρ το δέον εύκολο σκηνικό -η αποπνιχτική ατμόσφαιρα της έπαυλης και της μοναξιάς των δύο γυναικών υπαινισσόταν από καπνούς!- και άχρωμα κουστούμια. Πέραν όλων τούτων ακόμα και η παρακολούθηση του κειμένου γινόταν μετ' εμποδίων με τους υπέρτιτλους να αναβοσβήνουν και να αφήνουν διάφορα κομμάτια αμετάφραστα. Για κάποιον μυστήριο λόγο σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ο κόσμος βρισκόταν σε μια ανησυχία, έπεφταν πράγματα, καρέκλες μετακινούνταν-καθώς οι θέσεις στη συγκεκριμένη αίθουσα (Η) είναι εξαιρετικά άβολες και η ορατότητα όχι η καλύτερη – γεγονός που την έκανε πραγματικό μαραθώνιο. Παρόλα αυτά πρέπει να αναγνωρίσω ότι για πρώτη φορά σε παραστάσεις που παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια, δεν χτύπησε ούτε ένα κινητό (μόνο ένα μήνυμα κοντά στο τέλος, αλλά αυτό είναι ασήμαντο σε σχέση του τι έχω κατά καιρούς ζήσει σε ανάλογες περιστάσεις). Τα τόσο θερμά χειροκροτήματα στη λήξη βεβαίως με έβαλαν σε κάποιες σκέψεις για την θεατρική παιδεία τόσο τη δική μου όσο και των υπολοίπων παρ’ όλα αυτά η κούραση -και η απογοήτευσή μου -, από μια παράσταση που πραγματικά αδημονούσα να δω, ήταν τόση που ο μόνος προβληματισμός που επικράτησε εντέλει ήταν σχετικά με το λόγο ύπαρξης αυτής…
28.6.10
Η κρίση στη σκηνή
29.6.09
Κρίμα

Σαφώς και δεν πήγα στον Μπορίς Γκοντουνόφ από τους Fura del Baus για να τρομάξω. Και φαντάζομαι ότι με όσα είχαν ευρέως ήδη ακουστεί και συζητηθεί για την παράσταση όλοι ήταν ενήμεροι για την ιδιαιτερότητά της.
Δεν ήταν λοιπόν το πρόβλημά μου το γεγονός ότι δεν ένιωσα το άγχος του “ομήρου” ή το ότι δε βίωσα “στο πετσί μου” την κατάσταση του εγκλεισμού, αυτά είναι πράγματα που-εικάζω- δεν μεταδίδονται με τη συμμετοχή του θεατή, καθώς κάτι τέτοιο συνεπάγεται ακραίες καταστάσεις όπου διακυβεύεται πάντα ο σεβασμός των δημιουργών προς αυτόν. Δεν περίμενα λοιπόν- και μάλλον ούτε επιθυμούσα- να με σηκώσουν βίαια από τη θέση μου ή να μου χώσουν ένα όπλο στη μούρη-όσο αληθοφανής και να γινόταν έτσι η παράσταση και όσο συντηρητική και να φαίνομαι με μια τέτοια δήλωση-και δεν ήταν αυτό που μου έλειψε.
Η ατμόσφαιρα του εφιάλτη που έζησαν οι θεατές του θεάτρου Ντουμπρόβκα το 2002 όταν αυτό καταλήφθηκε από Τσετσένους αυτονομιστές είναι σίγουρα αδύνατον να αναβιωθεί απολύτως και όσον αφορά στην πληροφορία που έδινε η παράσταση ομολογώ ότι ήταν αποτελεσματικότατη. Το πρόβλημα είναι ότι πέρα από την ευφάνταστη χρήση του χώρου, τις εξαιρετικές προβολές-σκηνικά και τα ιντερμέδια από τον πραγματικό “Μπορίς Γκοντουνόφ” του Πούσκιν-που λειτουργούσαν ως ανάσες ανάμεσα στο ρεαλιστικό διάλογο και με πολύ εύστοχο παραλληλισμό- το κείμενο της παράστασης -ντοκυμαντέρ-docu-drama όπως το ονομάζει ο σκηνοθέτης-, ήταν ανεπαρκές.
Άνευροι διάλογοι, συγκινησιακές ευκολίες, χαρακτήρες χωρίς βάθος, πλατιασμοί και αφέλειες. Ένα σχεδόν πρόχειρο κείμενο που υπονόμευε όλη τη δύναμη και την φρεσκάδα του εγχειρήματος. Δεν έχω παρακολουθήσει δυστυχώς άλλες παραστάσεις της ομάδας-για την οποία πάντα άκουγα τα καλύτερα λόγια- αλλά η συγκεκριμένη αν και αναγνωρίζω ότι τεχνικώς ήταν μια πολύ καλοφτιαγμένη, τολμηρή και προσεγμένη παράσταση τελικώς δε με κράτησε, βαρέθηκα...
25.6.09
Αυστηρώς ακατάλληλο αν η λέξη Ελλάς σας προκαλεί περηφάνια
Σε μια ταράτσα απέναντι από τη φρεσκολουσμένη ακρόπολη – όχι πολύ μακριά από το πολυσυζητημένο μουσείο της- η Κατερίνη μιλάει για τον έλληνα-με μικρό έψιλον-, για το πως αντιλαμβανόμαστε το θάνατο, για τη νοσταλγία, για την ομορφιά της ζωής, για εμάς, για το πως πρέπει να χορεύεται η ντίσκο, για την ποίηση ενός λαϊκού άσματος και για πολλά άλλα μέσα από μια παράσταση-πρόσκληση αυτοσχεδιασμού, συζήτησης, διάδρασης, εξομολόγησης, χαμογέλιων και δακρύων, αναμνήσεων και ονείρων χωρίς πρωταγωνιστές, σασπένς και κορυφώσεις αλλά μόνο με φρεσκάδα και ειλικρίνεια.
Ένα ήσυχο ταξίδι, αστείο και συγκινητικό από τη μια- μέσα από προσωπικά βιώματα - αλλά και μια σκληρή αλλά εύστοχη κριτική του συγκαλυμμένου απέραντου ελληνικού επαρχιωτισμού, του κιτς και του λαϊκισμού, της ψευτιάς και της στείρας προσκόλλησης στην παράδοση.
Οι οδηγητές μας σε όλο αυτό, οι Blitz, ταλαντούχοι και έξυπνοι -κάποιους από αυτούς τους έχουμε δει μεταξύ άλλων και σε παραστάσεις του Μαρμαρινού (έντονες και γόνιμες οι επιρροές του)- εμπνέουν χαρισματικά μια απρόσμενη οικειότητα – επιδέξιοι αλιείς εκμυστηρεύσεων και αναμνήσεων - και δημιουργούν αβίαστα μια ζεστή ατμόσφαιρα τόσο μέσα στα δωμάτια όσο και στην ταράτσα. Δυστυχώς έζησα μόνο τα δυο “δωμάτια” που αναλογούν σε μια παράσταση- το μάθημα της Ομηρικής Νέκυιας με την αναπόληση δικών μας αγαπημένων ανθρώπων που έχουν φύγει- και την ταράτσα της διπλανής πολυκατοικίας όπου νοσταλγήσαμε περασμένα και επόμενα καλοκαίρια μας...Και ξέρετε τι κατάλαβα; Ότι τελικώς οι καλύτερες ιστορίες είναι οι δικές μας.
Μη χάσετε αυτή την όμορφη παράσταση –
Ομάδα Blitz
Κατερίνη
μέχρι 28 Ιουνίου στο Bios Πειραιώς 84
2.4.09
ΣΥΝΑΞΙΣ

Τον αγαπάω το Μαρμαρινό. Η πρώτη δική του παράσταση που μου έτυχε στα αθώα νιάτα μου ήταν ο Ρομαντισμός- τω καιρό εκείνο, αδυνατώ να θυμηθώ χρονολογία, θυμάμαι μόνο ότι ήταν στο θέατρο Ιλίσια ακόμα- δεν μπορούσα να μιλήσω για ώρα μετά, ήταν μια νέα γνωριμία με το θέατρο. Από τότε τον παρακολουθώ με κατανυκτική συνέπεια, δηλώνω χωρίς καμία γλωσσική συστολή το βαρύγδουπο-και ενδεχομένως ασυνήθιστο για το θέατρο- Οπαδός με την απολύτως θρησκευτική του έννοια –είναι εξάλλου εμφανέστατο –και γοητευτικότατο- στις παραστάσεις του το στοιχείο της τελετουργίας, το από καιρό, δυστυχώς, απολωλός στις σύγχρονες εικαστικές και παραστατικές τέχνες.
(δηλώνω επίσης απερίφραστα Οπαδός του Μπόρχες και του Φελίνι, του Λέοναρντ Κοέν και του Ντυσάμπ, του Βάλτερ Μπένγιαμιν και του Παύλου Μάτεσι για να απαριθμήσω μερικούς ακόμα από τη λίστα λατρείας που έχουν επηρεάσει δραστικά το γούστο και τον τρόπο σκέψης μου).
Άφοβος στον πειραματισμό και στις ιδιότυπες θεματικές, με μια εμμονή και ένα σεβασμό στις άφθονες υποκειμενικότητες της ανθρώπινης ύπαρξης, ενδεχομένως ενίοτε απρόσιτος αλλά με το τεράστιο χάρισμα να σε κάνει να Αισθάνεσαι εντόνως βγαίνοντας από τις παραστάσεις του που σε στοιχειώνουν για καιρό.
Οι Βίοι αγίων ήταν μια σύναξη με την εκκλησιαστική έννοια. Ένα μάζεμα εν δυνάμει μυστών της θεατρικής τέχνης προκειμένου να ακροαστούν το ιδιότυπο συναξάρι που έπλεξε ο σκηνοθέτης με μπούσουλα τον Συναξαριστή του Άγιου Nικόδημου του Aγιορείτη και κυρίως τοπίο το έργο του ιδιότυπου φαρμακοποιού ψυχών (και σωμάτων) Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (ο οποίος βεβαίως και είχε ασχοληθεί και εμπνευστεί τα μάλα από τον Συναξαριστή).
Συναξάρι γαρ: σύντομη ή εκτενέστερη αφήγηση με αντικείμενο τα μαρτύρια και τους μάρτυρες της πίστης αλλά και γενικότερα βίους αγίων, οσίων ιεραρχών, ιστορικές αφηγήσεις για θρησκευτικές εορτές κλπ που περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας και χρησιμοποιείται τη λειτουργία του όρθρου, (μτφ). μακροσκελής και κουραστική αφήγηση πραγμάτων που δεν ευσταθούν (…) λέξη που οφείλεται στο γεγονός ότι διηγήσεις τέτοιου είδους διαβάζονταν στις συνάξεις των μοναχών.
(Πηγή: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη)
Μια συζήτηση/ διακήρυξη λοιπόν για το φορτίο της αγιότητας για τους σημερινούς καθημερινούς αγίους, για την εκάστοτε ιερότητα των τετριμμένων, για την τελετουργία μιας φαινομενικά ασήμαντης πράξης-όπως το άναμμα ενός τσιγάρου- ή ενός βλέμματος, για τον εγωισμό, το άπατο εγώ, τον –άγνωστο- Άλλο, τη λύτρωση μιας συγνώμης ή πολλών ή την άρνηση όλων αυτών. Για την βαθιά ανάγκη για πίστη και αφοσίωση, για ανθρώπινη επαφή. Μέσα από τα ιδιόρρυθμα μη αφηγηματικά σχήματα του Μαρμαρινού που απευθύνονται ως επί το πλείστον σε συναισθηματικούς συνειρμούς παρά σε λογικές αναλύσεις σκηνών και που ως εκ τούτου απαιτούν επιτακτικά μια γενναιόδωρη άφεση μυαλού και αισθήσεων δίχως την οποία όλα μοιάζουν απροσέγγιστα- μακροσκελής και κουραστική αφήγηση πραγμάτων που δεν ευσταθούν…- η παράσταση μπορεί να είναι εντόνως φορτισμένη και ερμητική ωσάν τελετή ή ρευστή και υπαινικτική ώστε να υποτάσσεται στα βιώματα του καθενός.
Εναπόκειται στη διάθεση του θεατή…
2.9.08
Το κοινό καλό και το κακό κοινό
Η Επίδαυρος φέτος δεν μου έκατσε καλά. Δύο παραστάσεις πήγα να δω και οι δυο απογοητευτικότατες. Από τη μία οι τρανοί Αριστοφανικοί Βάτραχοι στην έκδοση λαϊκής τηλεοπτικής σαπουνόπερας του Δημήτρη Λιγνάδη και από την άλλη ο άνισος και ασυνάρτητος Ορέστης του Ευριπίδη από τον Slobodan Unkovski. Ο Ορέστης με κούρασε, οι Βάραχοι με θύμωσαν. Και στις δύο έφυγε πολύς κόσμος –στον Ορέστη κολάστηκα ομολογώ να φύγω κι εγώ, στους Βατράχους δεν είχα εναλλακτική, έπρεπε να μείνω για άλλους λόγους. Και στις δυο επίσης ο κόσμος –γύρω μου τουλάχιστον-εκδήλωνε μια εξαιρετικά εκνευριστική συμπεριφορά. Κατά πρώτον όχι μόνο δεν έκλεινε τα κινητά του τηλέφωνα, τα οποία χτυπούσαν κάθε τόσο, αλλά μιλούσε ανετότατα κατά τη διάρκεια της παράστασης –συγκεκριμένα στη δεύτερη παράσταση μια κυρία από πίσω μου μετά από πεντάλεπτη τηλεφωνική συνδιαλλαγή και πολλές άγριες ματιές από εμένα και άλλους εκνευρισμένους θεατές γύρω της, ζήτησε από τον τηλεφωνικό συνομιλητή της να μιλάει σιγανότερα για να μην ενοχλεί (!!??), κυριολεκτώ το ορκίζομαι- κατά δεύτερον άλλαζε θέσεις χωρίς να σκέφτεται ότι ενοχλεί τους από πίσω, μιλούσε δυνατά με τους διπλανούς του και εν ολίγοις, μόνο πατατάκια δεν μασουλούσε-κάποια στιγμή το φοβήθηκα και αυτό.
Δεν γιουχάισε πάραυτα. Ούτε στη μία ούτε στην άλλη.
Στη Μήδεια δεν πήγα. Έλλειπα πλέον για διακοπές, αλλιώς θα πήγαινα. Και μετά από όσα άκουσα και διάβασα πάλι θα πήγαινα. Το χειρότερο εξάλλου για μια παράσταση είναι να περάσει απαρατήρητη. Η αλήθεια είναι ότι το γεγονός του γιουχαΐσματος στην Επίδαυρο αρχικά με σόκαρε. Σε συνδυασμό όμως με το κοινό που συνάντησα φέτος εγώ, τελικά με προβλημάτισε. Γιατί το κοινό φέτος επέλεξε να γιουχαΐσει τον Βασίλιεφ έναν τόσο καλλιεργημένο και ανήσυχο δημιουργό που πειραματιζόταν– προφανώς και δυστυχώς όχι με επιτυχία- για να δώσει μια νέα ανάγνωση στη Μήδεια, και όχι τον υπερφίαλο Λιγνάδη που προκειμένου να γίνει super star ισοπέδωσε ανένδοτα υπό το πρόσχημα της εκλαΐκευσης ένα τόσο αιχμηρό κείμενο όσο οι Βάτραχοι? Γιατί το κοινό αυτό «έκραξε» ζωντανά την πάντα αξιοπρεπή και αξιόλογη Κονιόρδου για τη συμμετοχή της στην παράσταση και γέλαγε όταν ο σκηνοθέτης των Βατράχων εξευτέλιζε τη Γουλιώτη και τον περσινό της ρόλο-την Ηλέκτρα του Stein…- επί σκηνής? Θα μου πείτε, ενδεχομένως το κοινό που πήγε μέσα στο κατακαλόκαιρο να δει Βασίλιεφ δεν θα ήταν το ίδιο με αυτό που πήγε στον εύκολο και πολυδιαφημισμένο Λιγνάδη-αλλά πάλι ένα τόσο απαιτητικό κατά συνέπεια κοινό, άρα και πληροφορημένο περί του σκηνοθέτη και φαντάζομαι και περί της διάρκειας της παράστασης γιατί να φτάσει σε σημείο συμπεριφοράς γηπέδου και να μην αρκεστεί στο κάτω κάτω σε μια αναχώρηση-αφού δυσανασχέτησε με την διάρκεια-ή σε ένα χλιαρό χειροκρότημα ή έστω στην άρνηση χειροκροτήματος? Τελικά πόσο ανεχτικός είναι ο «πολιτισμένος» Έλληνας στο εντελώς καινούριο και στον πειραματισμό? Και πόσο «πολιτισμένος» είναι ο Έλληνας που πάει στην Επίδαυρο? Και τελικά τι σημαίνει πολιτισμένος…
Συμπαθώ τους ηθοποιούς όπως και όλους όσους έχουν τα κότσια και το στομάχι να εκθέτονται άμαχοι στο αδηφάγο κοινό, τους καλλιτέχνες δηλαδή εν γένη. Δεν έχω φύγει ποτέ από παράσταση αν και πολλές φορές το έχω σκεφτεί, διότι το θεωρώ πολύ σκληρό για τους συντελεστές. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δεν το αναγνωρίζω ως αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του κάθε θεατή να αρνηθεί κάτι που τον κουράζει. Είναι μια δική μου ευαισθησία που έχει να κάνει και με μια θολή και αόριστη προσωπική ενασχόληση με τα καλλιτεχνικά πράγματα. Δεν πιστεύω όμως στο παντοδύναμο κοινό, στο απαίδευτο και υπεροπτικό κοινό, το μαθημένο στην τηλεοπτική ευκολία που απορρίπτει ό,τι δεν καταλαβαίνει γιατί αν αυτό όριζε τα πράγματα τότε θα έπρεπε να έχουν απορριφθεί μεγάλα έργα της εικαστικής λογοτεχνικής και παραστατικής δημιουργίας. Καλλιτέχνες όπως ο Ντυσάμπ, λογοτέχνες όπως ο Τζόις, χορογράφοι όπως η Πίνα Μπάους, μουσουργοί όπως ο Σατί, καλλιτέχνες που έδωσαν ώθηση στην δημιουργία και την πήγαν κάμποσα βήματα παραπέρα, δεν προσεγγίζονται εύκολα από το μέσο θεατή, θέλουν παιδεία και ενασχόληση με το είδος και προσπάθεια, κάτι που ο έλληνας θεατής, αναγνώστης ή ακροατής αρνείται να κάνει, καλομαθημένος όπως είναι από την καθημερινή καραμέλα της τηλεόρασης και της ρηχής λογοτεχνίας.
Δεν επιχειρώ συγκρίσεις. Δεν είδα την παράσταση και δεν μπορώ επομένως να εκφέρω γνώμη γι’ αυτή, ούτε καν δύναμαι να εικάσω αν ήταν καλή ή κακή. Και επειδή εδώ μέσα είναι τόπος όπου καταθέτω την προσωπική μου άποψη, δεν πιστεύω ότι αυτή η παράσταση ήταν χειρότερη από τους Βατράχους που ναι μεν δεν έλαβαν διθυραμβικές κριτικές αλλά ούτε γιουχαΐστηκαν. Και για να μη παρεξηγούμαι καλώς έγινε και δεν γιουχαΐστηκαν γιατί αυτό ακριβώς είναι που καταδικάζω.
9.6.08
Η αθανασία είναι οι λέξεις
Το βιβλίο Πεθαίνω σαν χώρα έπεσε στα χέρια μου τυχαία πριν πολλά πολλά χρόνια. Δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ ποιος μου το έδωσε αλλά ήταν σε κάποια παράσταση που είδα 9.30 η ώρα, στις 26 εκείνου του Νοέμβρη και στην οποία έκατσα στη θέση Β13 και το εισιτήριο μου- προφανώς φοιτητικό- έκανε λέει 3000 δραχμές (για τόσο παλιά μιλάμε) και δεν έγραφε τον τίτλο της παράσταση πάνω του. Αφού λοιπόν μου το έκοψαν το έβαλα μηχανικά μέσα στο βιβλίο, ή ίσως και να το χρησιμοποίησα για αυτοσχέδιο σελιδοδείκτη αφού το ξεφύλλισα φαντάζομαι λίγο αφηρημένα, και ίσως και να σκάλωσα σε μερικές φράσεις αλλά μετά το ξέχασα όπως ένα σωρό άλλα στην τότε πάντα γεμάτη από βιβλία τσάντα και αφέθηκε άδοξα σε κάποιο ράφι στην φοιτητική μου βιβλιοθήκη για να το βρω απόψε όταν το μικρό-μόνο σε πάχος- βιβλίο του Δημήτρη Δημητριάδη ανασύρθηκε μετά από εσπευσμένη αναζήτηση από την τωρινή μου βιβλιοθήκη στη οποία βρισκόταν κρυμμένο διακριτικά τα τελευταία χρόνια ακολουθώντας με ευτυχώς πιστά στις εκάστοτε μετακομίσεις μου. Και έτσι το ξεχασμένο μου εισιτήριο από εκείνη την παράσταση αγνώστου τίτλου, πάνω από δέκα χρόνια τώρα, βρέθηκε ξανά στα χέρια μου κι όλα αυτά διότι το Σάββατο το βράδυ είχα την τύχη να παρακολουθήσω την εξαιρετική δραματοποίησή του εν λόγω βιβλίου από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό.
Ο Δημητριάδης αφ΄ ενός είναι δύσκολος. Οι αλήθειες του είναι τόσο ωμές και αιρετικές που ο αναγνώστης από τη μία μαγεύεται με τον πραγματικά συναρπαστικό του λόγο και από την άλλη μουδιάζει σοκαρισμένος από την σκληρότητά του- γιατί πρόκειται για μια σκληρότητά που απευθύνεται σε αυτόν τον ίδιο κατάφορα και απερίφραστα, σε αυτήν εδώ την χώρα και σε αυτούς τους ανθρώπους της και σε όλα όσα αυτοί πρεσβεύουν και πιστεύουν και τα οποία τινάζει ένα ένα δίχως δεύτερη σκέψη και έλεος στον αέρα ανάβοντας το φιτίλι και της πιο ελάχιστης αμφιβολίας για ό,τι θεωρείται ιερό, εθνικό, ηθικό, πρέπον, σωστό, ωφέλιμο κτλ. κτλ.. Η γλώσσα του κατρακυλάει με φόρα και τόλμη παρασέρνοντας κάθε ίχνος συστολής, κάθε επίφαση καθωσπρεπισμού, τσαλαπατάει ό,τι έχει να κάνει με το «politically correct», ενοχλεί και προσβάλει, ενίοτε με υπεροψία αλλά χωρίς ποτέ μα ποτέ να γίνεται χυδαία. Γλώσσα πλούσια διακλαδωτή και δαιδαλώδης ως Μπορχικός λαβύρινθος ( θυμίζει έξάλλου έντονα Μπόρχες ιδιαίτερα σε διηγήματα όπως «Το Λαχείο στη Βαβυλώνα» ή «Η αίρεση του Φοίνικα») στη οποία όλες οι λέξεις, πολύτιμες ή ημιπολύτιμες, στέκουν τόσο καλά παρατεταγμένες και ζυγισμένες που το τελικό σύνολο αν και ακούγεται παραληρηματικό και χειμαρρώδες τελικά είναι απροσδόκητα συμπαγές και στέρεο.
Η σκηνοθεσία αφ΄ εταίρου είναι ευφυέστατη. Δεν καταβροχθίζεται από το εκ των πραγμάτων επιβλητικό κείμενο, δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει με φαμφαρόνικα ευρήματα –ο Μαρμαρινός ούτως ή άλλως δεν έχει ανάγκη μετά από τόσα χρόνια ευφάνταστης δημιουργίας να αποδείξει την σκηνοθετική του ευρηματικότητα- χωρίς όμως και να απουσιάζουν οι καινοφανείς ιδέες, δεν καπελώνει το κείμενο αλλά αντιθέτως συνομιλεί με σεβασμό μαζί του, το αποκωδικοποιεί με το εντελώς προσωπικό του ιδίωμα και το προσαρμόζει εύστοχα στην σημερινή πραγματικότητα, επαρκώς συγκρατημένα γιατί αν και το έργο είναι γραμμένο το 78’ και προφανώς εμπνευσμένο από τον εμφύλιο, είναι αναπάντεχα σύγχρονο, κάτι που επίσης αναδεικνύεται εντόνως.
Η παράσταση απογειώνεται από την πρώτη σκηνή με μια υπέροχη μπαλάντα που τραγουδά νοσταλγικά όλος μαζί ο λαός των πολυάριθμων εθελοντών- εύρημα του οποίου η χρήση γίνεται με εξαιρετικά προσεγμένο και καθόλου φλύαρο τρόπο- και μέχρι και την σπαραχτική απόδοση από την παλιά και γήινη σαν την Ιστορία φωνή της Μπέμπα Μπλανς του τελευταίου και πιο σκληροπυρηνικού μέρους-καταγγελίας και επιλόγου του έργου παραμένει στο ύψος της με ασήμαντα κενά αέρος κρατώντας τον ευαίσθητο θεατή σε ασίγαστη συγκινησιακή εγρήγορση.
Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός ποτέ δεν με έχει απογοητεύσει και θεωρώ ότι διαρκώς αποδεικνύει με τις επιλογές του και τις πραγματοποιήσεις τους πως είναι ένας δημιουργός που εξελίσσεται. Με την τελευταία του αυτή παράσταση πραγματικά νιώθω ευγνωμοσύνη που μου υπενθύμισε με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο ένα τόσο μεγάλο κείμενο.
«Τι άλλο είναι ο παράδεισος τουλάχιστον για εκείνους που υφίστανται την απάτη και το μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά το πολυπόθητο και σπανιότατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο κι αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή;…Η Αθανασία είναι οι λέξεις»
Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σαν Χώρα, Εκδόσεις Άγρα
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:52 0 σχόλια
Ετικέτες Θέατρο, λογοτεχνία