Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16.3.10

Σκέψεις μετά από μια βραδιά ποίησης




Αν και η ελεούσα μνήμη μου έχει αυταρχικά διαγράψει σχεδόν όλα τα μίζερα σχολικά μου χρόνια, υπάρχουν κάποια κάδρα που για ανεξήγητους λόγους μπορώ και θυμάμαι με, σχετική πάντα, ευκρίνεια. Σε μία από αυτές είμαι 16 χρονών και ο – φοβερός και τρομερός -φιλόλογός μας αναλύει εξονυχιστικά ένα ποίημα του Ελύτη. Δεν θυμάμαι ποιο. Αυτό που θυμάμαι είναι το πόσο εκνευρίζομαι-έφηβη γαρ και κατά βάση θυμωμένη- για την κατά λέξη προς λέξη ανάλυση ενός κειμένου που είχε φτάσει να με συγκινήσει με έναν εντελώς ασυνείδητο- και μάλλον πρωτόγνωρο για μένα- τρόπο και όχι μέσα από το «κρυμμένο νόημα» που έψαχνε απεγνωσμένα να βρει ο καθηγητής μου πίσω από τις εύηχες λέξεις. Αναρωτιόμουν λοιπόν τότε- και τώρα καθ’ όπως φαίνεται -γιατί ως μαθήτρια διδασκόμενη ποίηση – το λίγο έστω του σχολικού ανθολογίου- δεν ερωτήθηκα ποτέ όχι τι καταλάβαινα αλλά τι αισθανόμουν (πιστέψτε με αυτό θα το θυμόμουν). Βεβαίως δεν γνωρίζω πλέον πως διδάσκονται τα ποιητικά κείμενα στο σχολείο – αν και είμαι απολύτως σίγουρη, μετά από μια σεβαστή εμπειρία κάποιων χρόνων στην «ειδεχθή» παραπαιδεία, πως, ιδιαίτερα στο Λύκειο, με ό,τι δεν έχει άμεση χρησιμότητα για την εισαγωγή στις Ανώτερες σχολές δε ασχολείται κανείς στα σοβαρά. Αν κρίνω πάντως από τη γενική αντιμετώπιση της ποίησης από τους νέους ανθρώπους δεν πρέπει να έχουν γίνει και ιδιαίτερες αλλαγές. Αν δεν είχαμε τα νόμπελ του Ελύτη και του Σεφέρη οι Έλληνες θα γνώριζαν μόνο τον ποιητή Φανφάρα.
Από την άλλη όμως μήπως και η ποίηση καλοπερνά στις πένες – ή ίσως πια στα πληκτρολόγια- των σύγχρονων ποιητών;
Πέρα από το απαραίτητο και προσφιλές – τόσο πρόδηλο εξάλλου της γενικής αντίληψης - «μαύρα κοράκια άσπρα κοράκια» σχολίου μίας εκ των νεαρών ακροατών-φιλότεχνων γαρ…- πρόσφατης Αθηναϊκής ποιητικής βραδιάς, το συνολικό ακρόαμα είχε απ’ όλα. Λίγη "γυναικεία" ευαισθησία, λίγη κοινωνική αφύπνιση, λίγο -έως πολύ- αισθησιασμό (γυμναστηρίου και μη), λίγο σοκ- λίγο δέος-, λίγο γυμνό, λίγο ρετρό, λίγη διάδραση, λίγη λεξιλαγνεία, λίγο χιούμορ, λίγο λογοπαίγνιο, λίγη πρόζα αλλά κυρίως λίγη μα πάρα πολύ λίγη συγκίνηση. Και όταν λέω συγκίνηση δεν εννοώ μαύρο δάκρυ, αλλά τη συγκίνηση ετυμολογικά, την ψυχική διέγερση – κατά το Λεξικό του Μπαμπινώτη-, αυτό το πράγμα δηλαδή που παθαίνεις όταν ακούς-ή διαβάζεις – κάτι και νιώθεις την καρδιά σου να μετατοπίζεται ένα πόντο, και σου κόβεται –στιγμιαία, πολύ στιγμιαία- η ανάσα-και μπορεί κι ο βήχας -, και βραχυκυκλώνει το μυαλό και μετά σε στοιχειώνει ένας στίχος για ώρες ή ίσως και μέρες και χρόνια (προσωπική ερμηνεία). Αυτό δηλαδή που οφείλει να προκαλεί η ποίηση. Δεν αμφισβητώ ότι σε κάποια-λίγα- ακούσματα υπήρχε μια φρεσκάδα και ένα πνεύμα και ένα άνοιγμα σε κάτι απροσδιόριστο -και προκλητικό τοιουτοτρόπως- ένα ανεπαίσθητο κάλεσμα σε έναν άλλο κόσμο – που, ναι, είναι στοιχεία που δίνουν τη σφραγίδα ενός καλού ποιητικού δυναμικού αλλά δεν αισθάνθηκα τίποτα δυνατό, πέρα ίσως από μια – και λίγο απρόσμενη- ανάγνωση που πράγματι κάτι εκκίνησε, δεν ένιωσα τίποτα που να με κάνει έστω και λίγο να σαστίσω και να ανατριχιάσω. Και βεβαίως εδώ θα ανακαλούσε κάλλιστα κανείς την κουρτίνα της γιαγιάς φίλτατου δομιστή, και ναι ίσως πολλοί από τους συνακροατές μου να συγκινήθηκαν κύριε Μπαρτ, μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ, εδώ όμως εκφράζω τη δική μου απογοήτευση από τη συγκεκριμένη βραδιά. Συν μια μικρή αμφιβολία για το κατά πόσο ένα ποίημα αναδεικνύεται ή όχι όταν το διαβάζει ο ίδιος ο δημιουργός του. Γιατί ίσως τελικώς αυτά τα ανοίγματα που από κάποια κείμενα λείπανε να υπονομεύτηκαν από την μονομερή ανάγνωση του δημιουργού τους. Είναι άτιμα πράγματα οι λέξεις, σε παρασέρνουν εύκολα σε ναρκισσιστικές διαδρομές εκφοράς τους, σαμποτάροντας περίτεχνα τις κρυφές αρετές και τα πραγματικά μυστήρια των συνδυασμών τους. Με άλλα λόγια μια ασυνείδητη ίσως αυταρέσκεια του ποιητή καθώς διαβάζει το έργο του ενδέχεται να το υποσκάψει. Από την άλλη μπορεί και όχι, μπορεί τελικά μόνο ο ίδιος ο ποιητής να ξέρει πως πρέπει να διαβαστεί το δικό του δημιούργημα. Το θέμα όμως είναι πως μόνο σε κάτι τέτοιες βραδιές το κάνει. Η ποίηση είναι κατά τα άλλα μοναχική διαδικασία, τόσο στην γραφή όσο και στην ανάγνωσή της. Και οι αναγνώστες είναι – αισίως – πολύ περισσότεροι από τον δημιουργό άρα και οι αναγνώσεις απεριόριστες.

Οι ποιητικές βραδιές και εκδηλώσεις πληθαίνουν τον τελευταίο καιρό στην πόλη μας. Αυτό είναι εντυπωσιακό και ευχάριστο. Μια νέα άνθηση της ποίησης είναι ένας καλός οιωνός πολιτισμού. Από την άλλη το πλήθος των νέων ανθρώπων που αξιώνουν τον τίτλο του ποιητή αυξάνει με ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες, γεγονός που είναι και κάπως τρομακτικό. Γιατί η ποσότητα ποτέ δεν συνεπαγόταν την ποιότητα. Κάτι που μπορεί να δει κανείς στην έκδοση των αναρίθμητων ελληνικών μυθιστορημάτων των τελευταίων ετών εκ των οποίων αυτά που έχουν κάποια λογοτεχνική αξία να καταλαμβάνουν ένα μονοψήφιο ποσοστό.
Θεωρώ την καλή ποίηση τον τελευταίο προμαχώνα της ατόφιας ευαισθησίας, το ύστατο άβατο των θιασωτών της ευκολίας και της μαζικοποίησης της ψυχαγωγίας. Λίγη ρέγουλα λοιπόν γιατί καθ’ όπως φαίνεται κινδυνεύει - όπως έγινε με τα εικαστικά και την υπόλοιπη λογοτεχνία πριν από αυτή- να εκφυλιστεί στο βωμό της μαζικής κουλτούρας.

8.3.10

Και μη παρέκει




Η χώρα μας εγέρασε μωρέ παιδιά. Μπορεί να αντιδρά στιγμιαία στις κατά καιρούς εκδηλώσεις καταπίεσης και διαφθοράς – με κάποια σκουριασμένα αντανακλαστικά- όμως κουράζεται γρήγορα και λησμονεί, αποχαυνώνεται με τσόντες και τηλεοπτικά διαζύγια και κατακάθεται, επαναπαυμένη με τα λίγα και μετά με τα λιγότερα. Σαν ηλικιωμένη ανήμπορη κυρία πάει στις εκλογές υποβασταζόμενη από υποτιθέμενους προστάτες και ψηφίζει αυτό που θα της δώσουν σε φακελάκι στο χέρι, χωρίς να αναρωτηθεί καθόλου για τυχόν άλλες επιλογές. Για να εισπράξει ένα επιδοκιμαστικό ευρωπαϊκό χτύπημα στον ώμο μετά. Good work. Keep walking. Με το πι βέβαια.
Ανατρέχει σε παλαιά αναγνώσματα και λεξιλόγια και ξαφνικά όλοι αρχίζουμε να μιλάμε για πατρίδες, για ελλαδίτσες και για θυσίες «υπέρ του έθνους» -που βέβαια άλλοι αναγκάζονται να κάνουν και άλλοι απλώς δεν θα κάνουν - με τα άμφια και τα κεφάλαια ανέγγιχτα, με ενισχύσεις στις τράπεζες και περικοπές από τους χαμηλόμισθους και τους συνταξιούχους, υποβαλλόμενοι σε οικονομικούς δήθεν μονόδρομους που θα ενισχύσουν και θα διαιωνίσουν γαρ την ίδια ακριβώς κατάσταση που μας οδήγησε μέχρι εδώ, εγκλωβισμένοι σε στείρες λογικές αδράνειας αφού δεν υπάρχει τίποτα –λέει- άλλο να κάνουμε, έτσι είναι το σύστημα. Γιατί το σύστημα είναι το matrix και από το matrix δεν βγαίνεις. Γιατί με δυο διαδηλώσεις και τρεις απεργίες δεν θα ιδρώσει το αυτί κανενός. Οπότε ΟΚ ας το αντέξουμε κι αυτό. Από το κινηματογραφικό matrix βέβαια τελικά βγήκανε. Αυτά όμως συμβαίνουν μόνο στις ταινίες. Και η δική μας περίπτωση σίγουρα δεν είναι επιστημονικής φαντασίας μάλλον σαπουνόπερα που παίζεται σε κάθε κανάλι καθημερινά. Κι εμείς παρακολουθούμε και ερμηνεύουμε ταυτόχρονα και ανελλιπώς συγκινημένοι τις τραγικές εξελίξεις. Θεατές και πρωταγωνιστές σε ένα σενάριο πλασαρισμένο έτοιμο, που δεν μας δόθηκε ποτέ ουσιαστικά η ευκαιρία να συμμετέχουμε στη γραφή του, όσο κι αν αυτή η ψευδαίσθηση ήταν εξαιρετικά εκτελεσμένη. Πολυάριθμοι κομπάρσοι υπερπαραγωγής, φιλόδοξης να φέρει κέρδος μόνο στα ονόματα των παρασκηνίων.
Σαφώς γνωρίζω πολύ καλά ότι δεν είμαι η μόνη που θυμώνω που πρέπει να πληρώσουμε εμείς τα σπασμένα αλλεπάλληλων αδηφάγων κυβερνήσεων, κουστουμάτων καλοζωισμένων κομπιναδόρων και ευέλικτων καταχραστών. Και που κανείς από τους δημοκρατικούς αντιπροσώπους μας μέχρι τώρα δεν έχει σκεφτεί ή τολμήσεις να διεκδικήσει- όταν το «εθνικό» χρέος έχει φτάσει να απαιτεί ανυποχώρητο λαϊκές θυσίες- την αρωγή του αμύθητου –και τόσο προσφάτως ξεφωνημένου- παγκαριού της εκκλησίας. Και που για μια ακόμα φορά οι διανοούμενοι λουφάζουν (εκτός κι αν είναι να υπερασπιστούν τα δικαιώματα γνωστών εκδοτών να απολύουν συνδικαλιστές). Και που όλος αυτός ο κόσμος που πρόκειται να περάσει τα δύσκολα στο άμεσο μέλλον το έχει πιο εύκολο να σχολιάζει τα τολμηρά «καλλιτεχνήματα» πλατινέ περσόνων, παρά να αντιδρά επίμονα και συστηματικά στα επιχρυσωμένα με φλυαρίες περί πατρίδος κυβερνητικά χάπια. Θέλω όμως και να ελπίζω ότι κάποια στιγμή άμεσα αυτός ο θυμός των όσων θα γίνει πρώτα των όλων και μετά θα υλοποιηθεί σε κάτι πιο συμπαγές και δραστικό. (viva)

5.7.09

Οι Biennale, οι Callas και ο Aχιλλέας Δρούγκας

Τα τελευταία τεκταινόμενα στον χώρο των τεχνών μου προκαλούν ομολογώ μια εκτενή σύγχυση. Δεν δύναμαι να το προσδιορίσω απολύτως... Απλώς εικάζω ότι επικρατεί μια παράνοια στον τόπο μας τούτους τους καιρούς τους χαλεπούς. Δεν ξέρω από που να ξεκινήσω...
Από την μία, επιχειρήσεις κλείνουν, ανεργία, δάνεια, ελλείμματα, περικοπές και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο βιβλικό και ο ελεήμων κ. Σαμαράς κάνει έκπτωση στους φορολογούμενους από 6 εκατομμύρια που ήταν να πληρώσουμε τα 45 σεπτά λεπτά των εγκαινίων του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως τελικώς θα πληρώσουμε μόνο τα 3 (εκατομμύρια) (ευρώ), και βεβαίως πρώτο πρώτο μας θέμα και πρόβλημα εθνικό γίνεται ξανά η επιστροφή των μαρμάρων από το Λονδίνο - λες και δεν γνωρίζουμε κατά βάθος και πολύ καλά όλοι όσοι τα έχουμε δει στο Βρετανικό Μουσείο πόσο καλύτερα για τα ίδια είναι να παραμείνουν εκεί όπου τα προσέχουν σοβαρά στο κάτω κάτω. Από την άλλη είναι και αυτή η ιστορία με τις μπιενάλε μας.




Πέρα από το φαιδρό του ότι πριν τρία χρόνια δεν είχαμε τίποτα παρόμοιο ενώ τώρα -χα!-έχουμε δύο παρακαλώ μπιενάλε – μία δεν θα μας έφτανε βεβαίως τόσο πληθωρικοί -και πλούσιοι - που είμαστε- έπρεπε και να λάβουν χώρα ταυτοχρόνως; Και πες ΟΚ, το καλοκαίρι είναι πρόσφορη εποχή, έχουμε και πολύ υλικό (!) να δείξουμε τι να κάνουμε, μία δεν μας φτάνει, τελικώς όμως τι λάβαμε από τις δύο Μπιενάλε; Πάνω, εκτός από την -πραγματικά καλή -έκθεση των Σέρβων στο Βυζαντινό, λίγα σκόρπια καλά έργα -Λοϊζίδου, Kimsooja, McMillan, Σπηλιόπουλος- και έναν πολύ καλό κατάλογο που ήταν τελικώς η συζήτηση περί “Πράξης”;




Εννοώ ότι οι Μπιενάλε δεν γίνονται μόνο για να δείξουν έργα, υποτίθεται ότι εξυπηρετούν κάποια προβληματική η οποία, θεωρώ ότι εδώ υπήρξε μόνο ως πρόσχημα. Αν κάνω λάθος πραγματικά-με κάθε ειλικρίνεια- θα ήθελα να ακούσω την άλλη άποψη.
Στην Αθήνα, δε, ενώ επιτέλους οι διοργανωτές βρήκαν έναν λειτουργικό και αβανταδόρικο χώρο, πώς κατάφεραν και έκαναν τόσο πρόχειρη δουλειά και τόσο άσχημο κατάλογο;



Και αν εξαιρέσουμε το πιο αξιοπρεπές κομμάτι της Αργυροπούλου που έδειξε μερικά ενδιαφέροντα βίντεο-και ίσως κάποια έργα από το κομμάτι του Μαρίνου- τελικώς πόσο ασχολήθηκαν με το- τόσο ευρύ και τόσο γόνιμο για πάσης φύσεως επίκαιρες συζητήσεις- θέμα του Παραδείσου που έθετε η έκθεση;



Και αλήθεια σε μια επίσημη μπιενάλε δίπλα σε Χαλεπά, Πεντζίκη, Ακριθάκη και Νάνο Βαλαωρίτη, δίπλα σε Robert Smithson και Svankmajer τι δουλειά έχουν οι κιτς κακοτεχνίες των Callas - ποιος τους πρότεινε στο κάτω κάτω στην Martinez και γιατί εκείνη τους δέχτηκε-; Αυτοί χάρτες δεν κάνουνε; Γιατί και πως αυτοανακυρήχτηκαν καλλιτέχνες; Και αν μου πει κανείς, μα εδώ η αυτού μεγαλειότης ο ίδιος ο Δάκης-ο Ιωάννου, όχι ο τραγουδιστής- τους έχει φιλοξενήσει στο ΔΕΣΤΕ, δεν θα μπουν τώρα στη Μπιενάλε, ειλικρινά το αλλοπρόσαλλο αισθητικό κριτήριο του wannabe Έλληνα Saatshi προσωπικά δε με καθησυχάζει καθόλου όταν πρόκειται για μια πλατφόρμα όπου υποτίθεται ότι έχουμε την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με ό,τι πιο ενδιαφέρον και φρέσκο γίνεται αυτή τη στιγμή στο χώρο των τεχνών τόσο από πλευράς δημιουργίας όσο και ματιάς. Ο κύριος Ιωάννου ας πίνει τσάι με λεμόνι με τον Barney στην Ύδρα μετά από τελετουργικούς ενταφιασμούς σκυλόψαρων ενισχύοντας δυναμικά το εικαστικό μας παράλογο. Παρεμπιπτόντως, λατρεύω τον Mathew Barney. Οι Callas όμως με θυμώνουν.
Επιπροσθέτως και για να συνεχίσω τις απορίες μου πάνω στην αθηναϊκή Μπιενάλε αναρωτιέμαι, μετά από όλο αυτό το σκάνδαλο με τα ξεσπιτώματα και τα loft πρόπερσι, στην πρώτη Μπιενάλε στο ReMap και σε συνδυασμό με όλα όσα συμβαίνουν αυτό τον καιρό όσον αφορά στους μετανάστες - βλ. Αγ. Παντελεήμονα κτλ κτλ.- με τι θράσος επαναλαμβάνεται αυτό το εγχείρημα πόσο μάλλον μέσα στα πλαίσια θεματικής που μιλάει για παραδείσους ; Ή απλώς πρόκειται για ένα κακόγουστο σχήμα οξύμωρο;
Ίσως στο τέλος τέλος να είμαι εγώ η συντηρητική και η γκρινιάρα.ΟΚ υπήρχαν κάποια προβληματάκια με τη μπιενάλε -ελλείψει προϋπολογισμού αφού τα δώσαμε όλα για τα εγκαίνια του νέου μουσείου μπας και μας γυρίσουν τα μάρμαρα και γεμίσουμε τουρίστες - αλλά γενικώς απ΄ όπου και να το δεις το εικαστικό πρόγραμμα φέτος είναι πλούσιο σε θεάματα... Είναι το μουσείο, είναι ο γεμάτος υπονοούμενα Mathew, είναι ο Δρούγκας στην Πινακοθήκη...
Γιατί τον Δρούγκα που τον πας; Τι νεκρές φύσεις τι ολόδροσα φυτά και άνθη και φρούτα και καρποί τι διάφανα, στίλβοντα -για όνομα του Θεού! - νεοκλασικά σκεύη, τι παραδείσια πουλιά και άγρια ζώα, το δελτίο τύπου είναι τόσο μαγευτικό όσο και το τηλεοπτικό διαφημιστικό της έκθεσης όπου η κυρία Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα - βραβευμένη εξάλλου από το περιοδικό Life and Style ως γυναίκα της χρονιάς στον τομέα της Τέχνης...-μιλάει για την “υπέρβαση του χρόνου μέσα από την ομορφιά”.Εδώ βεβαίως πρέπει να αναφέρω χάριν συνέπειας και ομοιομορφίας ότι φήμες λένε πως και ο Αχιλλέας Δρούγκας υπήρξε από τους καλλιτέχνες που στις απαρχές της συλλογής του ηγάπησε και συνέλεξε και ο κύριος Ιωάννου (με τους Callas και τον Barney που λέγαμε...). Έτσι για να μη ξεχνιόμαστε.



Και να οι κούροι και οι Αθηνές και τα κλαδιά ελιάς και οι γαλανόλευκες και οι κίονες, η επιτομή της εθνικοφροσύνης και της αρχαιολατρείας, η χαρά του τελάρου, της στείρας αναπαράστασης, του κακού φωτορεαλισμού και του “σπιτικού” ελληνικού πίνακα, να δακρύζει ο Καρατζαφέρης και να στέκεται προσοχή ο Άδωνις. Πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ σε τι διάθεση βρέθηκε η κυρία Πλάκα - ίσως πάλι αυτά τα μάρμαρα... – για να οργανώσει αυτή την έκθεση αλλά κάθε φορά που περνάω μπροστά από την Εθνική μας Πινακοθήκη-μένω και κοντά βλέπετε- και βλέπω την τεραστίων διαστάσεων αφίσα του Αχιλλέα Δρούγκα να ανεμίζει, κυριολεκτικά ανατριχιάζω και αναρωτιέμαι. Μόνο σε μένα φαίνεται περίεργο;
Και για να μην τελειώσω το κείμενο γκρινιάζοντας ας υπενθυμίσω ότι μεταξύ άλλων αυτό τον καιρό λαμβάνει χώρα στο Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς μια έκθεση που μου άρεσε πολύ. Όχι μόνο γιατί με γοητεύει πολύ η Kara Walker, εκτιμώ τη δουλειά της Χριστιάνας Σούλου -που ομολογουμένως ήταν από τις καλές στιγμές και της Μπιενάλε της Αθήνας- και λατρεύω ό,τι κάνει ο William Kentridge αλλά γιατί «Το Εγκώμιο της Σκιάς» είναι μια έκθεση που αν και θα μπορούσε ίσως να είναι λίγο πιο “πολυεθνική”, αναπτύσσει πάραυτα με συνέπεια και επάρκεια την αντίληψη της σκιάς στη σύγχρονη τέχνη.



Με πολύ καλή παρουσίαση και πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές, ίσως από τα καλύτερα πράγματα που έχω δει τον τελευταίο καιρό.

29.12.08

Αυτές τις μέρες δεν μπορώ να μιλήσω για τέχνη. Με πληγώνει. Με ταράζει και με γεμίζει ενοχές. Αυτή η πόλη αυτή η χώρα, αυτός ο κόσμος κάθε μέρα γίνονται και πιο αφόρητα. Και οι λέξεις ηχούν σαν θόρυβος από κονσερβοκούτια που κατρακυλούν στους δρόμους. Άδεια και σκουριασμένα. Άδειες και σκουριασμένες. Κατρακυλούν, κάνουνε θόρυβο και κόβουν-καμιά φορά- μέχρι να βρουν τον τοίχο. Και ο τοίχος δεν θα πέσει με λέξεις.

Ξέρεις υπάρχουν κάτι παιδιά στο Ισραήλ που δεν τον θέλουνε τον πόλεμο:

http://december18th.org/?message=Not+a+valid+email+address

(There is a crack in everything. That's how the light gets in)

30.11.08

Επιμελείς εκθέσεις / εκτεθειμένοι επιμελητές

Τον τελευταίο καιρό βρέθηκα τυχαία με διαφορετικά πρόσωπα και υπό διαφορετικές περιστάσεις σε συζητήσεις σχετικά με τη θέση του επιμελητή σε μια έκθεση και ως επί το πλείστον αντιμέτωπη με καλλιτέχνες. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου επιμελήτρια ούτε ιστορικό τέχνης (με δυο εκθέσεις δεν γίνεται κανείς επιμελητής και το διδακτορικό μου είναι ακόμα στα σκαριά) , παρόλα αυτά με μόλις εκκολαπτόμενες και σίγουρα όχι σθεναρά εκφραζόμενες αυτές τις δύο ιδιότητες διαισθάνθηκα μια αμυντική – έως και εχθρική ενίοτε- θέση εκ μέρους των καλλιτεχνών με τους οποίους μίλησα όσον αφορά στη υποτιθέμενη θέση εξουσίας που συνεπάγεται ένας θεωρητικός ή ένας επιμελητής. Γεγονός που με ξάφνιασε καθώς έμοιαζε σαν να αγνοείται το δεδομένο του ότι για να ασχοληθεί κανείς με αυτά τα πράγματα πρέπει καταρχάς να αγαπά την τέχνη και κατ’ επέκταση να σέβεται και να θαυμάζει τους καλλιτέχνες…(Τώρα που το αντικρίζω γραμμένο ίσως τελικώς σήμερα να φαντάζει μάλλον ρομαντική αυτή η θέση.)
Αναρωτήθηκα και γω λοιπόν για άλλη μια φορά-γνωρίζω βεβαίως πολύ καλά ότι δεν ανακαλύπτω την Αμερική με αυτό μου τον προβληματισμό!- ποιος είναι αυτή τη στιγμή και ποιος πρέπει να είναι τελικώς ο ρόλος του επιμελητή απέναντι στον καλλιτέχνη κατά την επιμέλεια μιας ομαδικής έκθεσης, και πως αντιμετωπίζεται τελικώς λόγω του ρόλου αυτού-με απόλυτη επίγνωση ότι πρόκειται για θέμα που δεν εξαντλείται σε ένα κείμενο…
Αρχικώς φαντάζομαι ότι πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα γιατί γίνεται μια ομαδική έκθεση και σε τι αποσκοπεί. Σίγουρα όχι –μόνο τουλάχιστον- σε ότι αποσκοπεί μια ατομική. Μια ατομική έκθεση έχει πρωταρχικό σκοπό την γνωριμία με το ιδίωμα και τις προβληματικές του καλλιτέχνη και την –όσο το δυνατό καλύτερη- ανάδειξη των έργων του και κατά ανάλογο τρόπο λειτουργούν και οι art fairs ως πρώτη γνωριμία με τα έργα των καλλιτεχνών και τον χαρακτήρα μιας γκαλερί κτλ κτλ. Μια ομαδική όμως έκθεση με συγκεκριμένο θέμα, έχει διαφορετικές προθέσεις. Σαφώς κι εδώ εκ των πραγμάτων εκπληρώνεται η ανάγκη δημοσιοποίησης και ανάδειξης του έργου των καλλιτεχνών, αλλά όχι μόνο αυτό. Μια ομαδική έκθεση με «θέμα» γίνεται για να κοινοποιηθεί και να ανοιχτεί μια «συζήτηση» πάνω σε αυτό το «θέμα» όπου κύριοι συζητητές είναι τα έργα των καλλιτεχνών που συμμετέχουν. (Γι΄ αυτό το λόγο εξάλλου οι πολυπληθείς εκθέσεις εάν δεν είναι πολύ καλά συντονισμένες είναι πολύ εύκολο να καταλήξουν σε χάβρες όπου το προσωπικό στίγμα του κάθε καλλιτέχνη χάνεται μέσα σε ένα «θόρυβο» θεάματος…) Η θέση του επιμελητή σε αυτή την κατάσταση λοιπόν-αν δεχτούμε ότι η αντιστοιχία ομαδικής έκθεσης και συζήτησης είναι θεμιτή- δείχνει να πρέπει να είναι αυτή του οργανωτή/συντονιστή. Αυτό σημαίνει ότι επιλέγει κατ’ αρχάς ένα θέμα που αυτός κρίνει επίκαιρο, σημαντικό, παραμελημένο ή απλώς ενδιαφέρον και στη συνέχεια καλεί καλλιτέχνες που έχουν δείξει να τους απασχολεί το προκείμενο θέμα ή οι προβληματικές της δουλειάς τους είναι συγγενείς με αυτό ή μετά από διάφορες συζητήσεις μαζί τους έχουν εκδηλώσει την επιθυμία να δουλέψουν πάνω σε αυτό... Σε μια διαφορετική κατεύθυνση αντιλαμβάνεται ότι ένα θέμα απασχολεί ευρέως τη δουλειά αρκετών καλλιτεχνών και τους καλεί να το «συν-επικοινωνήσουν» σε μια κοινή έκθεση. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως υπάρχει μια αμοιβαία διάθεση συνεργασίας πάνω σε έναν κοινό άξονα ενδιαφέροντος που αρχικώς τίθεται από τον οργανωτή της έκθεσης. Η πρωτοβουλία μπορεί λοιπόν ναι, να είναι του επιμελητή-που έχει την ιδέα και την όρεξη να την πραγματώσει- αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έτσι μπαίνει σε θέση ισχύος απέναντι στους καλλιτέχνες.

Το ότι η ιδιότητα του γκαλερίστα, κριτικού τέχνης, επιμελητή έχει συνδεθεί με θεσμοθετημένες μορφές εξουσίας-λόγω των προπαγανδιστικών πολιτιστικών πολιτικών της Αμερικής που εμφανίστηκαν το 60'- δε συνεπάγεται ότι στην Αθήνα του σήμερα ο κάθε επιμελητής έχει τέτοιες βλέψεις (ούτε βέβαια ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις, δεν εθελοτυφλώ απλώς δεν μπορώ και να συμμεριστώ στάσεις που αγγίζουν τα όρια μανίας καταδίωξης). Ο μηδενισμός –και η αφέλεια- της θέση του ότι για αυτό το λόγο «μόνο οι καλλιτέχνες πρέπει να επιμελούνται εκθέσεις» αφ' ενός δίνει κατευθείαν στον καλλιτέχνη απλώς άλλον ένα ρόλο (που στο κάτω κάτω μπορεί να τον βάλει στο ίδιο ακριβώς καλούπι «εξουσιαστή» που έχει αποδοθεί στον «απλό» επιμελητή) και αφ’ ετέρου αρνείται να αναγνωρίσει ότι μια ματιά που δεν εμπλέκεται ενεργά αλλά μόνο θεωρητικά με τη δημιουργία, πιο αποστασιοποιημένη γαρ, πιο αντικειμενική (μέσα στην υποκειμενικότητα των προσωπικών αισθητικών της κριτηρίων) -μιλάμε πάντα για ιδανικές καταστάσεις, θέλω να πιστεύω ότι είναι προφανές-, και με έναν ειλικρινή θαυμασμό προς τους δημιουργούς που δεν σχετίζεται με πάσης φύσεως ανταγωνισμούς που είναι σύνηθες να ελλοχεύουν μεταξύ ατόμων με το ίδιο επάγγελμα, ενδέχεται να δώσει και μια άλλη ίσως πιο ανοιχτή διάσταση στα έργα*. Κατά συνέπεια η ύπαρξη επιμελητή ουσιαστικά στοχεύει στη διατήρηση ισορροπιών.
Αυτό σίγουρα δε δηλώνει ότι ο επιμελητής έτσι αποκτά "μεγαλύτερη αξία" από τον καλλιτέχνη (γιατί το άκουσα κι αυτό!) αφού η "αξία" δεν είναι κάτι που εκτιμάται μεταξύ διαφορετικών ιδιοτήτων. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε μήλα και αυγά. Ούτε να κρίνουμε τι είναι πιο σημαντικό. Υπάρχουν καλοί και κακοί καλλιτέχνες και καλοί και κακοί επιμελητές. Δεν υπάρχουν επιμελητές καλύτεροι από τους καλλιτέχνες ούτε το αντίθετο. Ο καθένας κάνει τη δουλειά του. Σε μια συζήτηση ο καλός συντονιστής θέτει το θέμα, οργανώνει τη συζήτηση και οφείλει στο τέλος να βοηθήσει το κοινό να βγάλει τα συμπεράσματά του. Οι ομιλητές όμως είναι αυτοί που θα αναπτύξουν τις θεματικές και θα πραγματοποιήσουν τους σκοπούς της συζήτησης, αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές της. Ο σωστός και συνειδητοποιημένος επιμελητής δεν προσπαθεί να καπελώσει τους καλλιτέχνες-όπως είθισται να κραυγάζεται τον τελευταίο καιρό από ντεμέκ «αδικημένους» καλλιτέχνες- ούτε να επιδείξει εξουσία, ούτε να γίνει «διάσημος» εκμεταλλευόμενος τους αλλά μόνο να τους συντονίσει ώστε να βγουν καινούρια ωραία πράγματα από την συνεργασία τους.

ΟΚ για να είμαι δίκαιη πρέπει να παραδεχτώ ότι ο σύγχρονος καλλιτεχνικός χώρος βρίθει από περιπτώσεις επιμελητών και κριτικών που με τον άλφα ή βήτα τρόπο "χειρίζονται" καριέρες καλλιτεχνών, αφού το να μπει ένας καλλιτέχνης στην έκθεσή τους ή να επιτύχει επαινετικό άρθρο τους τον καθιστά άμεσα "καταξιωμένο". Για το σύστημα όμως που επιβάλει αισθητικά κριτήρια ανάλογα με τις απαιτήσεις και τα γούστα των μεγάλων συλλεκτών ή των πολιτικών βυσμάτων (που αποτελούν τις άλφα και βήτα γερές πλάτες) - αιώνες τώρα- δεν είναι ούτε οι επιμελητές ούτε οι θεωρητικοί που φταίνε. Οι επιμελητές δεν είναι εχθροί των καλλιτεχνών, δεν ξεκινούν με τέτοιες βλέψεις –αν και κάποιοι καταλήγουν πολιτικά όργανα- και η «κατάργησή» τους δεν είναι αυτή που θα άλλαζε το σύστημα ή που θα επέφερε την ευδαιμονία και την αξιοκρατία της καλλιτεχνικής ιδιότητας…

(έπεται συνέχεια)


*Η εναλλακτική θέση που θέλει "ο κάθε καλλιτέχνης να επιμελείται το έργο του" σε μια ομαδική έκθεση συνεπάγεται, εκτός από μια αμιγή θεωρητική κατάρτιση των καλλιτεχνών, πολύ μικρά και ευέλικτα σχήματα με άψογη συνεννόηση και πολύ καλή διάθεση για ομαδική δουλειά και πάσης φύσεως συμβιβασμούς –δεν το θεωρώ αδύνατον χαίρομαι πολύ όταν βλέπω τέτοιες προσπάθειες απλώς νομίζω ότι είναι δύσκολο και σπάνιο. Και πάλι πάντως πιστεύω ότι μια «απ’ έξω» ματιά βοηθάει.

2.9.08

Το κοινό καλό και το κακό κοινό

Η Επίδαυρος φέτος δεν μου έκατσε καλά. Δύο παραστάσεις πήγα να δω και οι δυο απογοητευτικότατες. Από τη μία οι τρανοί Αριστοφανικοί Βάτραχοι στην έκδοση λαϊκής τηλεοπτικής σαπουνόπερας του Δημήτρη Λιγνάδη και από την άλλη ο άνισος και ασυνάρτητος Ορέστης του Ευριπίδη από τον Slobodan Unkovski. Ο Ορέστης με κούρασε, οι Βάραχοι με θύμωσαν. Και στις δύο έφυγε πολύς κόσμος –στον Ορέστη κολάστηκα ομολογώ να φύγω κι εγώ, στους Βατράχους δεν είχα εναλλακτική, έπρεπε να μείνω για άλλους λόγους. Και στις δυο επίσης ο κόσμος –γύρω μου τουλάχιστον-εκδήλωνε μια εξαιρετικά εκνευριστική συμπεριφορά. Κατά πρώτον όχι μόνο δεν έκλεινε τα κινητά του τηλέφωνα, τα οποία χτυπούσαν κάθε τόσο, αλλά μιλούσε ανετότατα κατά τη διάρκεια της παράστασης –συγκεκριμένα στη δεύτερη παράσταση μια κυρία από πίσω μου μετά από πεντάλεπτη τηλεφωνική συνδιαλλαγή και πολλές άγριες ματιές από εμένα και άλλους εκνευρισμένους θεατές γύρω της, ζήτησε από τον τηλεφωνικό συνομιλητή της να μιλάει σιγανότερα για να μην ενοχλεί (!!??), κυριολεκτώ το ορκίζομαι- κατά δεύτερον άλλαζε θέσεις χωρίς να σκέφτεται ότι ενοχλεί τους από πίσω, μιλούσε δυνατά με τους διπλανούς του και εν ολίγοις, μόνο πατατάκια δεν μασουλούσε-κάποια στιγμή το φοβήθηκα και αυτό.
Δεν γιουχάισε πάραυτα. Ούτε στη μία ούτε στην άλλη.
Στη Μήδεια δεν πήγα. Έλλειπα πλέον για διακοπές, αλλιώς θα πήγαινα. Και μετά από όσα άκουσα και διάβασα πάλι θα πήγαινα. Το χειρότερο εξάλλου για μια παράσταση είναι να περάσει απαρατήρητη. Η αλήθεια είναι ότι το γεγονός του γιουχαΐσματος στην Επίδαυρο αρχικά με σόκαρε. Σε συνδυασμό όμως με το κοινό που συνάντησα φέτος εγώ, τελικά με προβλημάτισε. Γιατί το κοινό φέτος επέλεξε να γιουχαΐσει τον Βασίλιεφ έναν τόσο καλλιεργημένο και ανήσυχο δημιουργό που πειραματιζόταν– προφανώς και δυστυχώς όχι με επιτυχία- για να δώσει μια νέα ανάγνωση στη Μήδεια, και όχι τον υπερφίαλο Λιγνάδη που προκειμένου να γίνει super star ισοπέδωσε ανένδοτα υπό το πρόσχημα της εκλαΐκευσης ένα τόσο αιχμηρό κείμενο όσο οι Βάτραχοι? Γιατί το κοινό αυτό «έκραξε» ζωντανά την πάντα αξιοπρεπή και αξιόλογη Κονιόρδου για τη συμμετοχή της στην παράσταση και γέλαγε όταν ο σκηνοθέτης των Βατράχων εξευτέλιζε τη Γουλιώτη και τον περσινό της ρόλο-την Ηλέκτρα του Stein…- επί σκηνής? Θα μου πείτε, ενδεχομένως το κοινό που πήγε μέσα στο κατακαλόκαιρο να δει Βασίλιεφ δεν θα ήταν το ίδιο με αυτό που πήγε στον εύκολο και πολυδιαφημισμένο Λιγνάδη-αλλά πάλι ένα τόσο απαιτητικό κατά συνέπεια κοινό, άρα και πληροφορημένο περί του σκηνοθέτη και φαντάζομαι και περί της διάρκειας της παράστασης γιατί να φτάσει σε σημείο συμπεριφοράς γηπέδου και να μην αρκεστεί στο κάτω κάτω σε μια αναχώρηση-αφού δυσανασχέτησε με την διάρκεια-ή σε ένα χλιαρό χειροκρότημα ή έστω στην άρνηση χειροκροτήματος? Τελικά πόσο ανεχτικός είναι ο «πολιτισμένος» Έλληνας στο εντελώς καινούριο και στον πειραματισμό? Και πόσο «πολιτισμένος» είναι ο Έλληνας που πάει στην Επίδαυρο? Και τελικά τι σημαίνει πολιτισμένος…
Συμπαθώ τους ηθοποιούς όπως και όλους όσους έχουν τα κότσια και το στομάχι να εκθέτονται άμαχοι στο αδηφάγο κοινό, τους καλλιτέχνες δηλαδή εν γένη. Δεν έχω φύγει ποτέ από παράσταση αν και πολλές φορές το έχω σκεφτεί, διότι το θεωρώ πολύ σκληρό για τους συντελεστές. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δεν το αναγνωρίζω ως αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του κάθε θεατή να αρνηθεί κάτι που τον κουράζει. Είναι μια δική μου ευαισθησία που έχει να κάνει και με μια θολή και αόριστη προσωπική ενασχόληση με τα καλλιτεχνικά πράγματα. Δεν πιστεύω όμως στο παντοδύναμο κοινό, στο απαίδευτο και υπεροπτικό κοινό, το μαθημένο στην τηλεοπτική ευκολία που απορρίπτει ό,τι δεν καταλαβαίνει γιατί αν αυτό όριζε τα πράγματα τότε θα έπρεπε να έχουν απορριφθεί μεγάλα έργα της εικαστικής λογοτεχνικής και παραστατικής δημιουργίας. Καλλιτέχνες όπως ο Ντυσάμπ, λογοτέχνες όπως ο Τζόις, χορογράφοι όπως η Πίνα Μπάους, μουσουργοί όπως ο Σατί, καλλιτέχνες που έδωσαν ώθηση στην δημιουργία και την πήγαν κάμποσα βήματα παραπέρα, δεν προσεγγίζονται εύκολα από το μέσο θεατή, θέλουν παιδεία και ενασχόληση με το είδος και προσπάθεια, κάτι που ο έλληνας θεατής, αναγνώστης ή ακροατής αρνείται να κάνει, καλομαθημένος όπως είναι από την καθημερινή καραμέλα της τηλεόρασης και της ρηχής λογοτεχνίας.
Δεν επιχειρώ συγκρίσεις. Δεν είδα την παράσταση και δεν μπορώ επομένως να εκφέρω γνώμη γι’ αυτή, ούτε καν δύναμαι να εικάσω αν ήταν καλή ή κακή. Και επειδή εδώ μέσα είναι τόπος όπου καταθέτω την προσωπική μου άποψη, δεν πιστεύω ότι αυτή η παράσταση ήταν χειρότερη από τους Βατράχους που ναι μεν δεν έλαβαν διθυραμβικές κριτικές αλλά ούτε γιουχαΐστηκαν. Και για να μη παρεξηγούμαι καλώς έγινε και δεν γιουχαΐστηκαν γιατί αυτό ακριβώς είναι που καταδικάζω.

19.6.06

intentions

19/6/2006



Από τη στιγμή που μια χειρονομία, ένα σχέδιο, μια παράθεση σχημάτων, κάποιες λέξεις, μια εγκατάσταση αντικειμένων, ένα έργο ή όπως αλλιώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει μια δημιουργία πάσης φύσεως σε κάνει να αισθανθείς κάτι δυνατό και καίριο-πόση σημασία έχει η πρόθεση του δράστη;
Από τη στιγμή που μια κίνηση-κάθε είδους- μπορεί να σε εισάγει σε πρωτόγνωρους δρόμους προβληματισμού και σκέψης πόσο την αποδυναμώνει το γεγονός ότι αυτοί οι δρόμοι ίσως και να μην ήταν ποτέ το όραμα του τελεστή της;