20.10.08
30.9.08
Κάποτε στο Ηρώδειο
Ηρώδειο, φθινοπωρινό βραδάκι, Μορικόνε λέει…Πολύ καλό για να συμβεί, σαν όνειρο ρε παιδί μου σαν πρωτοχρονιάτικη ευχή για το νέο έτος, έλεγα δεν μπορεί, θα βρέξει, θα αργήσω και δεν θα με αφήσουν να μπω, κάτι θα συμβεί τελευταία στιγμή και θα ακυρωθεί και δεν θα τα καταφέρω να το ζήσω και θα μείνω για μια ακόμη φορά με το απωθημένο (κάπως έτσι δεν τον είχα χάσει και πριν δυο χρόνια;). Κι όμως να, δε συνέβη τίποτα αναπάντεχο, η βραδιά ήταν όμορφη και ξάστερη αν και λίγο νοτισμένη από τις βροχές και τις ελαφρότητες του Σαββατοκύριακου και έτσι λοιπόν μπορώ να πω σήμερα ότι ναι το έζησα, παραβρέθηκα περήφανη σε συναυλία του μακράν αγαπημένου μου ever συνθέτη-ως δηλωμένη πιστή λάτρης της κινηματογραφικής μουσικής εξάλλου- στο Ηρώδειο, και το βίωμα ήταν απολύτως αντάξιο αυτού που φαντασιωνόμουν. Ο θρυλικός και σεβάσμιος κύριος Ένιο Μορικόνε ξεκίνησε το μαγικό του κονσέρτο με την καινούρια του ατμοσφαιρική δουλειά, την εμπνευσμένη από αρχαιοελληνικές μουσικές κλίμακες –αιθέριο και υποβλητικό έργο πόσο μάλλον και στο συγκεκριμένο χώρο-και συνέχισε με μια επιλογή από τις αγαπημένες κινηματογραφικές του μουσικές-τις χιλιοπαινεμένες και πάμπολλες, τόσο πολλές που όλοι με κάποιο απωθημένο φύγαμε...(προσωπικά περίμενα διακαώς να ακούσω το Chi Mei, το el mercenario και το Here’s to you, για το οποίο τελευταίο εισακούστηκα και το απόλαυσα περιχαρής και κατασυγκινημένη στο τελευταίο encore…)- σε εξαιρετικές εκτελέσεις. Το κοινό ακροαζόταν εκστασιασμένο- στην εισαγωγή του «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος» δε, ήταν σαν να μας διαπέρασε μια κοινή ανατριχίλα, λες και όλο το θέατρο έξαφνα να ανακινήθηκε σ' ένα υπομειδίαμα, ενώ στο Here’s to you σχεδόν ξέφυγε ένα αυθόρμητο και ενθουσιώδες χειροκρότημα στην πρώτη μόλις συνειδητοποίηση της μελωδίας. Μετά το τέλος του προγραμματισμένου υλικού μας ευχαρίστησε για το επίμονο χειροκρότημα-ο κόσμος παρέμενε πεισματικά παρά την ψύχρα και την υγρασία- με τρία χαμογελαστά και χορταστικά encore τα οποία ο κόσμος χειροκρότησε όρθιος και φωνάζοντας "μπράβο μαέστρο" και "άξιος".
Μαγεία.
Κατηφορίζαμε τον πεζόδρομο παρέα με τους μουσικούς. Χαμογελώντας.
Είναι απίστευτη η ικανοποίηση που μπορεί να σου δώσει η καλή τέχνη-κάθε φορά πρωτόγνωρη.
Τώρα ακόμα που το σκέφτομαι μου φαίνεται σαν να το ονειρεύτηκα
28.9.08
Οι αμαρτωλές δεσποινίδες


Εκεί στις αρχές του 20ου λέει, νεαρός επιδέξιος απατεωνίσκος εν ονόματι Τζερί Πιερέ γυροφέρνει στο Παρίσι κάνοντας εκλεκτές παρέες από τον καλλιτεχνικό κόσμο της εποχής. Σχετιζόμενος φιλικά και με τον Πικάσο του προσφέρει γενναιόδωρα δυο πέτρινες Ιβηρικές κεφαλές άρτι «δανεισμένες» από το Λούβρο το ίδιο… Ο φοβερός Ισπανός που διανύει την πριμιτιβιστική του περίοδο και ήδη έχει εκφράσει το θαυμασμό του για τέτοιου είδους τάσεις μέσω του περίφημου πορτραίτου της Γερτρούδης Στάιν που μόνο την Γερτρούδη δεν θύμιζε, ενθουσιάζεται με τα δώρα του, κάνει τα στραβά μάτια, και τα χρησιμοποιεί ιδιαιτέρως δημιουργικά για όλη την μετέπειτα ιστορία τέχνης καθώς σε αυτά βασίζεται μερικώς για την πραγματοποίηση των «Δεσποινίδων της Αβινιόν»… Έλα όμως που μερικά χρόνια αργότερα ο δαιμόνιος Πιερέ αποφασίζει να χλευάσει το σύστημα ασφαλείας του Λούβρου, παραδίδοντας σε γνωστή Παριζιάνικη εφημερίδα της εποχής τον τελευταίο θησαυρό που κατάφερε και απέσπασε από το θρυλικό μουσείο, μαζί με άρθρο σχετικά με την ευκολία της δραστηριότητάς του αυτής ( αν σας θυμίζει κάτι, πριν μερικά χρόνια αναλόγως έπραξε και ο Γίγας με αγαλματάκι του Μαξ Έρνστ από την έκθεσή του στη Δημοτική Πινακοθήκη της Θεσσαλονίκης…)! Το θέμα παίρνει ακόμα μεγαλύτερη έκταση λόγω της πολύ πρόσφατης κλοπής της Μόνα Λίζα και έντρομος ο Πικάσο σπεύδει να παραδώσει τις δικές του αρχαιότητες στην εφημερίδα η οποία με τη σειρά της τον παραδίδει στη Γαλλική αστυνομία ως κλεπταποδόχο.
Τώρα βεβαίως δεν γνωρίζω κατά πόσο ο Πικάσο αν δεν ήταν αυτός που ήταν θα την είχε γλιτώσει ατσαλάκωτος χωρίς καθόλου κυρώσεις όπερ και εγένετο, καθώς επίσης αν, στην περίπτωση που σεμνά αρνιόταν τα κλεψιμαίικα του Πιερέ, θα είχε ποτέ φτιάξει κάτι τόσο επιδραστικό και καίριο για τη σύγχρονη τέχνη όσο οι εν λόγω Δεσποινίδες…
Πηγή: Η τέχνη από το 1900, εκδ. Επίκεντρο
25.9.08
Η επαναμάγευση του τοπίου



Είναι αυτός ο θλιμμένος λυρισμός που κάνει τη ζωγραφική του Γκόκα παρά τη φρεσκάδα της τεχνικής της να μοιάζει βγαλμένη από τα χέρια κάποιου μοναχικού ρομαντικού ζωγράφου του 17ου.
Ματιά κάπως απαισιόδοξη και νοσταλγική, ικανή να ειδυλλιοποιεί ιδιοτρόπως ακόμα και τα πιο άχαρα και ορφανά τοπία. Όπως σε κάτι παλιές κιτρινισμένες οικογενειακές φωτογραφίες όλα μοιάζουν να αποκτούν μυθιστορηματική χροιά και, πέραν του πραγματικού, ενδιαφέρον, έτσι και εδώ τα πειραγμένα τοπία λειτουργούν σχεδόν σαν σκηνικά ανείπωτων ιστοριών επικής ή επιστημονικής φαντασίας, ή ακόμα και παραμυθένιου τρόμου. Μέσα από τα νερά περιμένεις να ξεπεταχτούν νεραϊδένιες γυναικείες μορφές ή μεταλλικά φολιδωτά τέρατα-ενίοτε καλοκάγαθα αλλά ποτέ δεν ξέρεις...-, πίσω από τους θάμνους να κρύβονται ύπουλα μασκοφόροι κακοί ή τεράστιοι λούτρινοι κούνελοι, ενώ στο τέλος του ορίζοντα μόλις χάθηκαν καλπάζοντας μυστηριώδεις καβαλάρηδες πάνω σε υπερφυσικά άλογα ή διαστημικές μοτοσικλέτες.
Είναι σαν να υπάρχει πάντα μια λύπη κάτι που τελειώνει και κάτι που παραμονεύει.
Γι΄ αυτό μ’ αρέσει τόσο η ζωγραφική του Βαγγέλη. Γιατί με κάνει να φτιάχνω μαγικές ιστορίες χωρίς να χρειαστεί να ανατρέξω σε παρελθοντικές κλισέ εικόνες. Γιατί φέρνει αβίαστα το μεταφυσικό στο πεζό τώρα και τελικά μέσα από την επιδέξια παρέμβασή του στο τοπίο επιχειρεί, και καταφέρνει σε ένα βαθμό, να επαναμαγεύσει το απομαγεμένο...
Βαγγέλης Γκόκας
Sense and Sensibility
Γκαλερί TinT
Χρυσ. Σμύρνης 13,
546 22
Θεσσαλονίκη
25 Σεπτεμβρίου ως τις 25 Οκτωβρίου 2008
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 20:33 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
2.9.08
Το κοινό καλό και το κακό κοινό
Η Επίδαυρος φέτος δεν μου έκατσε καλά. Δύο παραστάσεις πήγα να δω και οι δυο απογοητευτικότατες. Από τη μία οι τρανοί Αριστοφανικοί Βάτραχοι στην έκδοση λαϊκής τηλεοπτικής σαπουνόπερας του Δημήτρη Λιγνάδη και από την άλλη ο άνισος και ασυνάρτητος Ορέστης του Ευριπίδη από τον Slobodan Unkovski. Ο Ορέστης με κούρασε, οι Βάραχοι με θύμωσαν. Και στις δύο έφυγε πολύς κόσμος –στον Ορέστη κολάστηκα ομολογώ να φύγω κι εγώ, στους Βατράχους δεν είχα εναλλακτική, έπρεπε να μείνω για άλλους λόγους. Και στις δυο επίσης ο κόσμος –γύρω μου τουλάχιστον-εκδήλωνε μια εξαιρετικά εκνευριστική συμπεριφορά. Κατά πρώτον όχι μόνο δεν έκλεινε τα κινητά του τηλέφωνα, τα οποία χτυπούσαν κάθε τόσο, αλλά μιλούσε ανετότατα κατά τη διάρκεια της παράστασης –συγκεκριμένα στη δεύτερη παράσταση μια κυρία από πίσω μου μετά από πεντάλεπτη τηλεφωνική συνδιαλλαγή και πολλές άγριες ματιές από εμένα και άλλους εκνευρισμένους θεατές γύρω της, ζήτησε από τον τηλεφωνικό συνομιλητή της να μιλάει σιγανότερα για να μην ενοχλεί (!!??), κυριολεκτώ το ορκίζομαι- κατά δεύτερον άλλαζε θέσεις χωρίς να σκέφτεται ότι ενοχλεί τους από πίσω, μιλούσε δυνατά με τους διπλανούς του και εν ολίγοις, μόνο πατατάκια δεν μασουλούσε-κάποια στιγμή το φοβήθηκα και αυτό.
Δεν γιουχάισε πάραυτα. Ούτε στη μία ούτε στην άλλη.
Στη Μήδεια δεν πήγα. Έλλειπα πλέον για διακοπές, αλλιώς θα πήγαινα. Και μετά από όσα άκουσα και διάβασα πάλι θα πήγαινα. Το χειρότερο εξάλλου για μια παράσταση είναι να περάσει απαρατήρητη. Η αλήθεια είναι ότι το γεγονός του γιουχαΐσματος στην Επίδαυρο αρχικά με σόκαρε. Σε συνδυασμό όμως με το κοινό που συνάντησα φέτος εγώ, τελικά με προβλημάτισε. Γιατί το κοινό φέτος επέλεξε να γιουχαΐσει τον Βασίλιεφ έναν τόσο καλλιεργημένο και ανήσυχο δημιουργό που πειραματιζόταν– προφανώς και δυστυχώς όχι με επιτυχία- για να δώσει μια νέα ανάγνωση στη Μήδεια, και όχι τον υπερφίαλο Λιγνάδη που προκειμένου να γίνει super star ισοπέδωσε ανένδοτα υπό το πρόσχημα της εκλαΐκευσης ένα τόσο αιχμηρό κείμενο όσο οι Βάτραχοι? Γιατί το κοινό αυτό «έκραξε» ζωντανά την πάντα αξιοπρεπή και αξιόλογη Κονιόρδου για τη συμμετοχή της στην παράσταση και γέλαγε όταν ο σκηνοθέτης των Βατράχων εξευτέλιζε τη Γουλιώτη και τον περσινό της ρόλο-την Ηλέκτρα του Stein…- επί σκηνής? Θα μου πείτε, ενδεχομένως το κοινό που πήγε μέσα στο κατακαλόκαιρο να δει Βασίλιεφ δεν θα ήταν το ίδιο με αυτό που πήγε στον εύκολο και πολυδιαφημισμένο Λιγνάδη-αλλά πάλι ένα τόσο απαιτητικό κατά συνέπεια κοινό, άρα και πληροφορημένο περί του σκηνοθέτη και φαντάζομαι και περί της διάρκειας της παράστασης γιατί να φτάσει σε σημείο συμπεριφοράς γηπέδου και να μην αρκεστεί στο κάτω κάτω σε μια αναχώρηση-αφού δυσανασχέτησε με την διάρκεια-ή σε ένα χλιαρό χειροκρότημα ή έστω στην άρνηση χειροκροτήματος? Τελικά πόσο ανεχτικός είναι ο «πολιτισμένος» Έλληνας στο εντελώς καινούριο και στον πειραματισμό? Και πόσο «πολιτισμένος» είναι ο Έλληνας που πάει στην Επίδαυρο? Και τελικά τι σημαίνει πολιτισμένος…
Συμπαθώ τους ηθοποιούς όπως και όλους όσους έχουν τα κότσια και το στομάχι να εκθέτονται άμαχοι στο αδηφάγο κοινό, τους καλλιτέχνες δηλαδή εν γένη. Δεν έχω φύγει ποτέ από παράσταση αν και πολλές φορές το έχω σκεφτεί, διότι το θεωρώ πολύ σκληρό για τους συντελεστές. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δεν το αναγνωρίζω ως αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του κάθε θεατή να αρνηθεί κάτι που τον κουράζει. Είναι μια δική μου ευαισθησία που έχει να κάνει και με μια θολή και αόριστη προσωπική ενασχόληση με τα καλλιτεχνικά πράγματα. Δεν πιστεύω όμως στο παντοδύναμο κοινό, στο απαίδευτο και υπεροπτικό κοινό, το μαθημένο στην τηλεοπτική ευκολία που απορρίπτει ό,τι δεν καταλαβαίνει γιατί αν αυτό όριζε τα πράγματα τότε θα έπρεπε να έχουν απορριφθεί μεγάλα έργα της εικαστικής λογοτεχνικής και παραστατικής δημιουργίας. Καλλιτέχνες όπως ο Ντυσάμπ, λογοτέχνες όπως ο Τζόις, χορογράφοι όπως η Πίνα Μπάους, μουσουργοί όπως ο Σατί, καλλιτέχνες που έδωσαν ώθηση στην δημιουργία και την πήγαν κάμποσα βήματα παραπέρα, δεν προσεγγίζονται εύκολα από το μέσο θεατή, θέλουν παιδεία και ενασχόληση με το είδος και προσπάθεια, κάτι που ο έλληνας θεατής, αναγνώστης ή ακροατής αρνείται να κάνει, καλομαθημένος όπως είναι από την καθημερινή καραμέλα της τηλεόρασης και της ρηχής λογοτεχνίας.
Δεν επιχειρώ συγκρίσεις. Δεν είδα την παράσταση και δεν μπορώ επομένως να εκφέρω γνώμη γι’ αυτή, ούτε καν δύναμαι να εικάσω αν ήταν καλή ή κακή. Και επειδή εδώ μέσα είναι τόπος όπου καταθέτω την προσωπική μου άποψη, δεν πιστεύω ότι αυτή η παράσταση ήταν χειρότερη από τους Βατράχους που ναι μεν δεν έλαβαν διθυραμβικές κριτικές αλλά ούτε γιουχαΐστηκαν. Και για να μη παρεξηγούμαι καλώς έγινε και δεν γιουχαΐστηκαν γιατί αυτό ακριβώς είναι που καταδικάζω.
31.7.08
He just paid his rent in the tower of song…
Είναι λοιπόν και αυτές οι στιγμές που αισθάνομαι χαρούμενη που είμαι 36 χρονών και έχω το ακαταλόγιστο στην απενοχοποίηση κι έτσι μπορώ να ανατριχιάζω ακούγοντας το Suzanne και να το λέω, να δακρύζω χωρίς ίχνος ντροπής στο Anthem, να τραγουδάω τα λόγια στο Take this Waltz χορεύοντας ένα αυτοσχέδιο βαλς και να χειροκροτώ εντόνως σαν παιδί για να ξαναβγεί ο Leonard Cohen στη σκηνή να τραγουδήσει το Famous blue raincoat που λαχταρούσα να ακούσω όλη την υπέροχη αυτή βραδιά που, αν και στον πιο ανάρμοστο χώρο που θα μπορούσε κανείς να τον δει και να τον ακούσει-πόσο θα του ταίριαζε ένας Λυκαβηττός-, ο αγαπημένος-αυτή η λέξη μου φαίνεται τώρα τόσο λίγη και δεν θέλω να υποπέσω στην υπερβολή του «λατρεμένος»- ποιητής, μουσικός, εκτελεστής, δημιουργός μάλλον με κάθε σημασία της λέξης-αν και οι λέξεις φοβάμαι ότι δεν με εξυπηρετούν όταν είμαι τόσο συναισθηματικά φορτισμένη όσο μετά από μια τόσο ιδιαίτερη καλλιτεχνική εμπειρία-παρά τα 74 χρόνια του κατάφερε να μαγέψει το κοινό, ένα κοινό πολυδιάστατο και πολυμορφικό σε ηλικία και ύφος αλλά ζεστό και ανυπόμονο να παρασυρθεί στη νοσταλγία και την ποίηση των θείων -πάλι ρέπω στην υπερβολή αλλά κάποιες στιγμές, όπως στο Hallelujah ή στο If it be your will, δυστυχώς αδυνατώ να τις περιγράψω διαφορετικά- μουσικών και στίχων, που τραγουδούσε και συμμετείχε, γεγονός που φυσικά δεν πέρασε απαρατήρητο από τον μάγο της βραδιάς που εκτός από τις πάμπολλες παρουσιάσεις του πολύ καλού επιτελείου μουσικών που είχε μαζί του –γλυκύτατος και ευγενής-δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει με τον πιο απλό και άμεσο τρόπο και τον κόσμο-“thank you for singing”- που ήξερε τους στίχους και που μέχρι το τέλος της σχεδόν τρίωρης συναυλίας δεν έπαψε να τον χειροκροτεί και επευφημεί ενθουσιασμένο με κάθε του κουβέντα. Ανάσα. Μακάρι να’ ταν κι άλλο…
Είναι άπειροι οι στίχοι με τους οποίους θα ήθελα να τελειώσω ένα παραληρηματικό κείμενο για τον Leonard Cohen αλλά επιλέγω αυτούς ίσως επειδή απόψε τους πρόσεξα για πρώτη φορά και δάκρυσα. Και γιατί η αποψινή βραδιά was such a crack:
Ring the bells that still can ring
Forget your perfect offering
There is a crack in everything
That's how the light gets in.
(Με μισώ όταν γίνομαι μελό)
18.7.08
εν αναμονή βελτίωσης
Το αντιλαμβάνομαι, το να είσαι γόνος σπουδαίων και χαρισματικών ανθρώπων μπορεί να είναι μεγάλο βάρος και να δημιουργεί εσπευσμένες προσδοκίες από τον κόσμο. Επίσης, θεωρώ ότι γνωρίζοντας μια μόνο δουλειά ενός καλλιτέχνη δεν μπορεί κανείς να βγάλει συμπεράσματα κι έτσι δεν βιάζομαι να κρίνω τον συγγραφέα Θανάση Χειμωνά μόνο από την Ραγδαία Επιδείνωση. Δεν μπορώ όμως και να μην αναφέρω το πόσο απογοητεύτηκα από ένα βιβλίο-και έναν συγγραφέα εκ των πραγμάτων- τόσο προβαλλόμενο και πολυσυζητημένο τον τελευταίο καιρό. Και όσο κι αν αποφεύγω να γράφω για πράγματα που δεν μου αρέσουν- προτιμώ πολύ συνειδητά να μοιράζομαι ενθουσιωδώς όσο και όταν μπορώ ωραίες εμπειρίες τέχνης- στην προκειμένη περίπτωση μάλλον θύμωσα λίγο με όλη αυτή τη δημοσιότητα ενός βιβλίου πνιγμένου στις ευκολίες και στα κλισέ και γι΄ αυτό προέκυψε αυτό το κείμενο. Φυσικά όλα αυτά είναι απολύτως προσωπικές απόψεις. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη, Εγώ Προσωπικά το μοτίβο του μοναχικού, μυστηριώδους, γοητευτικού και μες τα ψυχοφάρμακα καλλιτέχνη-συγγραφέα το θεωρώ εξαιρετικά παρωχημένο όσο και το σκηνικό της πανέμορφης και ταλαντούχας ερωμένης που τον αφήνει –παρά τον σφοδρό τους έρωτα- για να παντρευτεί κάποιον πλούσιο και πετυχημένο για να μετανιώσει κάποτε -φυσικά όταν θα είναι αργά- οικτρά. Κάτι από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, κάτι από αμερικάνικο αισθηματικό, δεν ξέρω τι να πω, κάτι απροσδιόριστο, πάντως κάτι μου θυμίζει εντόνως. Αυτό το έργο το έχω ξαναδεί κοινώς. Η μοναξιά της μεγαλούπολης και το που αυτή μπορεί να οδηγήσει σίγουρα δεν είναι θέμα με το οποίο αυτό το βιβλίο πρωτοτυπεί. Και βεβαίως, δε λέω, είναι πάντα επίκαιρο και πάρα πολύ σημαντικό αλλά δεν ξέρω κατά πόσο δικαιολογεί την επινόηση μιας στρατιάς από τόσους ήρωες που συνδέονται μεν μέσω χαλαρών-και αδιάφορων κατά τη γνώμη μου- μυθοπλαστικών δεσμών αλλά τελικά όχι μόνο οι περισσότεροι δεν αναλύονται και δεν εξελίσσονται καθόλου ως χαρακτήρες αλλά και για όσους ακόμα αυτό γίνεται κάπως, ο τρόπος είναι τόσο βεβιασμένος και ρηχός που δεν πείθεται τελικά ο αναγνώστης για το ρεαλισμό της κατάστασης ούτε μοιράζεται τους όποιους προβληματισμούς του συγγραφέα. Και ναι, φυσικά, απαντώ εκ των προτέρων στο επερχόμενο σχόλιο περί της υπερβολής που ενίοτε οφείλει να χειρίζεται η τέχνη προκειμένου να υποδείξει την τραγωδία της καθημερινότητας, ο ρεαλισμός και η αληθοφάνεια δεν είναι πάντοτε το ζητούμενο αλλά –αλίμονο!- η ιστορία του γεροπαράξενου αποτυχημένου συγγραφέα που εκτυλίσσεται μέσα από επιστολές-και αυτό το βρίσκω κλισέ, συγνώμη- και καταλήγει στην αποκάλυψη του «φοβερού μυστικού»–ας μην αποκαλύψω το μοναδικό αν και άνευρο σασπένς του βιβλίου-ξεφεύγει εντέλει από το πλαίσιο της τραγωδίας και μάλλον αγγίζει τα όρια του τραγελαφικού… Όσο για την νέα πλούσια πανέμορφη και αθώα ερωτευμένη Έλια που ανακαλύπτει το δράμα των αλλοδαπών μέσω της υπηρέτριάς της, ε εδώ τι να πω; Δεν βρίσκω ούτε πρωτόγνωρο ούτε συναρπαστικό το ότι ένας άνθρωπος με υπηρέτη(!) στις μέρες μας δεν γνωρίζει τίποτα για το τι γίνεται εκεί έξω και όχι δεν συγκινούμαι με την έκπληξή του αλλά ούτε και παρακολούθησα μέσω αυτής καμιά «ραγδαία» ηθική αφύπνιση ή κανένα ευφάνταστο σχόλιο πάνω στη σχέση «πλούσιων και φτωχών» ή «αφέντη και δούλου». Τόσο η όμορφη ΄Ελια όσο και η ρωσίδα (νομίζω) Σβέτα παραμένουν ανενεργές επιφάνειες, ούτε καν τροχοί για την ανάδειξη και την ανάλυση κάποιου άλλου ήρωα. Ο συγγραφέας –πυρήνας οδηγείται στο φινάλε του βιβλίου επίσης «ραγδαία»-μάλλον βιαστικά εγώ θα έλεγα- και σχεδόν αναίτια μετά από ανούσιες ανακλήσεις παιδικών τραυμάτων και το διάβασμα της αλληλογραφίας-σαπουνόπερας του εκλιπόντος συναδέλφου του ενώ η πρώην ερωμένη του και επίσης ανεξιχνίαστη (πανέμορφη, πλούσια κτλ κτλ.)Δάφνη αμφιταλαντεύεται ακόμα (αλλά ω, πλέον άσκοπα) μεταξύ αυτού και της κατά τα άλλα τέλειας συζυγικής της ζωής…Και κάπου εκεί μάλλον διακυβεύεται και όλη η φιλολογία για τους ερωτευμένους στην οποία φιλοδοξεί το βιβλίο. Απέλπιδοι έρωτες
όμορφων αλλά προβληματικών ανθρώπων…Και μοναξιά, πολύ μοναξιά.
Σε τελική ανάλυση μπορεί απλώς αυτό το βιβλίο να μην είναι του γούστου μου… Θα ξαναδιαβάσω Θανάση Χειμωνά για να αποφασίσω αν μου αρέσει ή όχι το ιδίωμα του-ή και να το βρω τελικά γιατί κάποιο προσωπικό ύφος ομολογώ ότι δε διέκρινα. Και αν τελικά δεν μου αρέσει δεν θα ξαναγράψω τίποτα περί τούτου γιατί ήδη νιώθω πολύ πολύ κακός άνθρωπος ξαναδιαβάζοντας το κείμενό μου...
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 16:30 2 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
9.6.08
Η αθανασία είναι οι λέξεις
Το βιβλίο Πεθαίνω σαν χώρα έπεσε στα χέρια μου τυχαία πριν πολλά πολλά χρόνια. Δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ ποιος μου το έδωσε αλλά ήταν σε κάποια παράσταση που είδα 9.30 η ώρα, στις 26 εκείνου του Νοέμβρη και στην οποία έκατσα στη θέση Β13 και το εισιτήριο μου- προφανώς φοιτητικό- έκανε λέει 3000 δραχμές (για τόσο παλιά μιλάμε) και δεν έγραφε τον τίτλο της παράσταση πάνω του. Αφού λοιπόν μου το έκοψαν το έβαλα μηχανικά μέσα στο βιβλίο, ή ίσως και να το χρησιμοποίησα για αυτοσχέδιο σελιδοδείκτη αφού το ξεφύλλισα φαντάζομαι λίγο αφηρημένα, και ίσως και να σκάλωσα σε μερικές φράσεις αλλά μετά το ξέχασα όπως ένα σωρό άλλα στην τότε πάντα γεμάτη από βιβλία τσάντα και αφέθηκε άδοξα σε κάποιο ράφι στην φοιτητική μου βιβλιοθήκη για να το βρω απόψε όταν το μικρό-μόνο σε πάχος- βιβλίο του Δημήτρη Δημητριάδη ανασύρθηκε μετά από εσπευσμένη αναζήτηση από την τωρινή μου βιβλιοθήκη στη οποία βρισκόταν κρυμμένο διακριτικά τα τελευταία χρόνια ακολουθώντας με ευτυχώς πιστά στις εκάστοτε μετακομίσεις μου. Και έτσι το ξεχασμένο μου εισιτήριο από εκείνη την παράσταση αγνώστου τίτλου, πάνω από δέκα χρόνια τώρα, βρέθηκε ξανά στα χέρια μου κι όλα αυτά διότι το Σάββατο το βράδυ είχα την τύχη να παρακολουθήσω την εξαιρετική δραματοποίησή του εν λόγω βιβλίου από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό.
Ο Δημητριάδης αφ΄ ενός είναι δύσκολος. Οι αλήθειες του είναι τόσο ωμές και αιρετικές που ο αναγνώστης από τη μία μαγεύεται με τον πραγματικά συναρπαστικό του λόγο και από την άλλη μουδιάζει σοκαρισμένος από την σκληρότητά του- γιατί πρόκειται για μια σκληρότητά που απευθύνεται σε αυτόν τον ίδιο κατάφορα και απερίφραστα, σε αυτήν εδώ την χώρα και σε αυτούς τους ανθρώπους της και σε όλα όσα αυτοί πρεσβεύουν και πιστεύουν και τα οποία τινάζει ένα ένα δίχως δεύτερη σκέψη και έλεος στον αέρα ανάβοντας το φιτίλι και της πιο ελάχιστης αμφιβολίας για ό,τι θεωρείται ιερό, εθνικό, ηθικό, πρέπον, σωστό, ωφέλιμο κτλ. κτλ.. Η γλώσσα του κατρακυλάει με φόρα και τόλμη παρασέρνοντας κάθε ίχνος συστολής, κάθε επίφαση καθωσπρεπισμού, τσαλαπατάει ό,τι έχει να κάνει με το «politically correct», ενοχλεί και προσβάλει, ενίοτε με υπεροψία αλλά χωρίς ποτέ μα ποτέ να γίνεται χυδαία. Γλώσσα πλούσια διακλαδωτή και δαιδαλώδης ως Μπορχικός λαβύρινθος ( θυμίζει έξάλλου έντονα Μπόρχες ιδιαίτερα σε διηγήματα όπως «Το Λαχείο στη Βαβυλώνα» ή «Η αίρεση του Φοίνικα») στη οποία όλες οι λέξεις, πολύτιμες ή ημιπολύτιμες, στέκουν τόσο καλά παρατεταγμένες και ζυγισμένες που το τελικό σύνολο αν και ακούγεται παραληρηματικό και χειμαρρώδες τελικά είναι απροσδόκητα συμπαγές και στέρεο.
Η σκηνοθεσία αφ΄ εταίρου είναι ευφυέστατη. Δεν καταβροχθίζεται από το εκ των πραγμάτων επιβλητικό κείμενο, δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει με φαμφαρόνικα ευρήματα –ο Μαρμαρινός ούτως ή άλλως δεν έχει ανάγκη μετά από τόσα χρόνια ευφάνταστης δημιουργίας να αποδείξει την σκηνοθετική του ευρηματικότητα- χωρίς όμως και να απουσιάζουν οι καινοφανείς ιδέες, δεν καπελώνει το κείμενο αλλά αντιθέτως συνομιλεί με σεβασμό μαζί του, το αποκωδικοποιεί με το εντελώς προσωπικό του ιδίωμα και το προσαρμόζει εύστοχα στην σημερινή πραγματικότητα, επαρκώς συγκρατημένα γιατί αν και το έργο είναι γραμμένο το 78’ και προφανώς εμπνευσμένο από τον εμφύλιο, είναι αναπάντεχα σύγχρονο, κάτι που επίσης αναδεικνύεται εντόνως.
Η παράσταση απογειώνεται από την πρώτη σκηνή με μια υπέροχη μπαλάντα που τραγουδά νοσταλγικά όλος μαζί ο λαός των πολυάριθμων εθελοντών- εύρημα του οποίου η χρήση γίνεται με εξαιρετικά προσεγμένο και καθόλου φλύαρο τρόπο- και μέχρι και την σπαραχτική απόδοση από την παλιά και γήινη σαν την Ιστορία φωνή της Μπέμπα Μπλανς του τελευταίου και πιο σκληροπυρηνικού μέρους-καταγγελίας και επιλόγου του έργου παραμένει στο ύψος της με ασήμαντα κενά αέρος κρατώντας τον ευαίσθητο θεατή σε ασίγαστη συγκινησιακή εγρήγορση.
Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός ποτέ δεν με έχει απογοητεύσει και θεωρώ ότι διαρκώς αποδεικνύει με τις επιλογές του και τις πραγματοποιήσεις τους πως είναι ένας δημιουργός που εξελίσσεται. Με την τελευταία του αυτή παράσταση πραγματικά νιώθω ευγνωμοσύνη που μου υπενθύμισε με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο ένα τόσο μεγάλο κείμενο.
«Τι άλλο είναι ο παράδεισος τουλάχιστον για εκείνους που υφίστανται την απάτη και το μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά το πολυπόθητο και σπανιότατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο κι αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή;…Η Αθανασία είναι οι λέξεις»
Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σαν Χώρα, Εκδόσεις Άγρα
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:52 0 σχόλια
Ετικέτες Θέατρο, λογοτεχνία
22.5.08
Αταξίες (RTFM)
Αν εξαιρέσουμε τη σχέση της τελευταίας έκθεσης της γκαλερί Καππάτος με τον τίτλο της που είναι κυριολεκτικά εντροπική, κατά τα άλλα πρόκειται για μια συμπαθέστατη προσπάθεια που μπορεί να μην σου αλλάξει μεν τη ζωή και την κοσμοθεωρία σου για την τέχνη, αλλά τουλάχιστον σου προσφέρει την ευκαιρία να έρθεις σε μια πρώτη επαφή με τη δουλειά νέων και ταλαντούχων καλλιτεχνών.
Ο χώρος της γκαλερί είναι εξαιρετικός –με πολύ όμορφο φυσικό φως- και δίνει επαρκή αέρα στα έργα, γεγονός που ευνοεί ενδιαφέρουσες συνομιλίες μεταξύ τους (αρκεί πλέον με τις φορτωμένες εκθέσεις που δεν αφήνουν τα έργα να αναπνεύσουν).
Οι προβληματισμοί και τα μέσα των δημιουργών ποικίλουν. Ξεχωρίζει η δουλειά του Γιώργου Τούρλα που δοκιμάζει απρόβλεπτα εικαστικά "παιχνίδια" με μοτίβα βασισμένα στην ανατομία του ανθρώπινου σώματος, εξερευνώντας τα όρια της παραμόρφωσης αυτών και βρίσκεται σε διάλογο τόσο με τη δουλειά της Τούλας Πλούμη, που επίσης ασχολείται με την αλλοίωση μιας γνωστής ακίνδυνης φόρμας, προκειμένου να καταλήξει σε κάτι αναπάντεχο, και ίσως ενοχλητικό, όσο και με αυτή του Φίλιππου Καβάκα, όπου πάλι με αφετηρία το ανθρώπινο σώμα σε πειραγμένες οικίες εικόνες επιχειρείται μια κοινωνική κριτική.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον –τόσο θεματικά όσο και τεχνοτροπικά-παρουσιάζει και η δουλειά του Πέτρου Μώρη που ασχολείται με τη διακίνηση της γνώσης μέσω της εξέλιξης της έννοιας της «οδηγίας» καθώς επίσης και οι χειροτεχνίες του Κώστα Σαχπάζη.
Αν λοιπόν η φύση και μέσα σε αυτήν και ο άνθρωπος ρέπει αυθόρμητα και αναπόφευκτα προς την αταξία-όπως επισημαίνει ο όρος εντροπία- , στην προκειμένη περίπτωση η αταξία που επικράτησε τουλάχιστον στην επιλογή των έργων ενέχει μια ευχάριστα φρέσκια ματιά και ευφάνταστους συσχετισμούς που αν μη τι άλλο αξίζει κανείς να δει εν δράση. Το τυχαίο άλλωστε μπορεί κάλλιστα να αποβεί τερπνό (αν όχι ωφέλιμο).
Ομαδική Έκθεση «Εντροπία»
Συμμετέχουν οι Δάφνη Μπαρμπαγεωργοπούλου, Πέτρος Μώρης, Τούλα Πλουμή, Κώστας Σαχπάζης, Γιώργος Τούρλας, Γιάννης Κόκκαλης, Φίλιππος Καβάκας, Geeta Roopnarine.
Διάρκεια έκθεσης μέχρι 14 Ιουνίου 2008
Ώρες λειτουργίας: Τρ. Τετ. Πεμ. Παρ. 12-8μμ
Σαββ. 12-4μμ
Αίθουσα τέχνης Καππάτος
Οδός Αθηνάς 12, Μοναστηράκι
Αθήνα 10554
Τηλ. 210 3217931
Fax : 210 3221745
kappatos@otenet.gr
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 14:00 0 σχόλια
Ετικέτες εκθέσεις, σύγχρονη τέχνη
1.5.08
Η γνώση και η επιλογή
Το αρχείο ως πρωτογενής απόπειρα σύνθεσης εκδοχών της ιστορίας, η διαδικασία της επιλογής του κατάλληλου υλικού για την συγκρότηση μιας αρχειακής συλλογής και η λειτουργία της επιλογής αυτής στην κατασκευή της γνώσης.
Η πηγή της πληροφορίας- από τις αναγεννησιακές πολυσχιδείς Wunderkammer στις σύγχρονες μουσειακές πρακτικές και από τα πρότυπα της χαοτικής κατανυκτικής βιβλιοθήκης στην ασυδοσία του διαδικτύου.
Η Els Hanappe – με ένα παρελθόν χαμηλών τόνων μεν ιδιαιτέρως αξιόλογο δε, στους χώρους τέχνης- στα πλαίσια του νέο-θεσπισμένου ITYS (ιδιωτική πρωτοβουλία με σκοπό την ευαισθητοποίηση και το διάλογο γύρω από τη σύγχρονη τέχνη και τα ζητήματά της, στα πλαίσια της οποίας διοργανώνονται και παρουσιάσεις βιβλίων των συμμετεχόντων καλλιτεχνών) οργανώνει την, μέχρι τώρα τουλάχιστον, πιο ενδιαφέρουσα έκθεση σύγχρονης τέχνης για τη νέα χρονιά, στον πάντα συμπαθητικό και φροντισμένο χώρο του ΜΙΕΤ.
Οι αναζητήσεις της έκθεσης ξεκινούν με το θέμα γνώση και η εξουσία. Η βιβλιοθήκη, άντρο γνώσης, χώρος ευλάβειας σχεδόν θρησκευτικής αλλά και ελέγχου εξετάζεται από τους Fischer & El Sani που, εμπνεόμενοι από παλαιό αλλά γοητευτικότατο ντοκιμαντέρ του Alain Renais όπου η Εθνική βιβλιοθήκη της Γαλλίας παρουσιάζεται ως άλλη μπορχική Βιβλιοθήκη της Βαβέλ-θησαυροφυλάκιο όλης της γνώσης του κόσμου-, περιηγούνται με σχεδόν παιδική περιέργεια στη σύγχρονη εκδοχή της. Αντιστοίχως τόσο η Hofer όσο και ο Oehlen σχολιάζουν, καθείς με το μέσον του, την επιβολή της γνώσης μέσα από τους χώρους- ναούς αυτής.
Το δομικό στοιχείο της δε, το βιβλίο μέσα στα έργα του Ruppersberg αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως ιερός φορέας γνώσης αλλά και ως μέσον ελέγχου και καθοδήγησης, δυναμικό επιρροής μέσω προσωπικών δεδομένων και όψεων των γεγονότων, προβληματισμός που αναπόφευκτα συνδιαλέγεται με τη θεματική της κατασκευής της γνώσης και της ιστορίας από προσωπικές ιστορίες, που απασχολεί τη δουλειά της Ευσταθίου.
Ο σχολιασμός της σοβαρότητας και της ευθύνης της διαδικασίας επιλογής και σύνθεσης ενός αρχείου επιτυγχάνεται αφ΄ ενός μερικώς μέσα από τα έργα των Βλάχου, Χατζημιχάλη, Καραστεργίου και O' Kelly, αφ΄ εταίρου εμπειρικά, άρα και αποτελεσματικότερα, με το κεντρικό διαδραστικό έργο-αρχείο της έκθεσης, των Armin Linke και Peter Hanappe -σε συνεργασία με το ZKM/Zentrum fόr Kunst und Medientechnologie και το Sony Computer Science Laboratory - όπου ο ίδιος ο θεατής καλείται να συντάξει μόνος του μια μικρή συλλογή σε θέμα προσωπικής του σύλληψης, επιλέγοντας όποιες από τις διαθέσιμες 700 φωτογραφίες του Linke πιστεύει ότι εξυπηρετούν την ιδέα του.
Στον ίδιο πάντα προβληματισμό της αρχειοποίησης ο Dion και ο Boltanski παρατηρούν με σκεπτικισμό και ενίοτε χιούμορ, τα κριτήρια ομαδοποίησης σκόρπιου γνωστικού υλικού και την ανάγκη ένταξής του σε παρατεταγμένα- άρα και ελέγξιμα - πλαίσια.
Η πληροφορία, η πηγή της, και το πολιτικό και ηθικό της υπόστρωμα απασχολούν ως επί τω πλείστον τους Durand, Grubanov και Olesen, ενώ και ο Roccasalva, μέσα από τις έρευνές του για τη ζωγραφική, μελετά την συγκρότηση της γνώσης.
Η έκθεση «Επιλεκτική Γνώση» θα στεγάζεται στο ΜΙΕΤ
από τις 2 Απρίλίου – 20 Ιουνίου 2008
ΜΙΕΤ
Μέγαρο Εϋνάρδου, Αγίου Κωνσταντίνου 20 και Μενάνδρου
104 31 Αθήνα
Ώρες λειτουργίας: Τρίτη-Κυριακή 10:00-14:00
Τρίτη/ Πέμπτη 18:00-20:00
www.itys.org
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 16:41 0 σχόλια
Ετικέτες εκθέσεις, σύγχρονη τέχνη
12.3.08
Εν τη αμερίστω αγάπη

Ένας οριστικά ατελέσφορος έρωτας, μια αιωρούμενη και απροσδιόριστη ενοχή, ένας φάρος και μια ελιά που δεν αποφασίζει να καρπίσει.
Ένας αγαλμάτινος νεοέλληνας αυτάρεσκος αστός Ερμής και ένα σκοτεινό και λιγομίλητο αγόρι που εισβάλλει αστραπιαία αλλά καταλυτικά στη ζωή του πρώτου και πεθαίνει από έλλειψη αγγίγματος στην προσπάθεια του να ανέβει στον Αλδεβαράν του έρωτά του, το τελευταίο άστρο από τον αστερισμό των Υάδων.
Μια ζωή χωρισμένη σε προ Μύρτου και μετά Μύρτο ένα πέρασμα που πραγματοποιείται μέσω ενός γραπτού ερωτικού σπαράγματος. Μια έξοδος του πρωταγωνιστή από το όλον της μέχρι τότε ζωής του μετά τη συνειδητοποίηση της ενοχής του απέναντι στο Μύρτο, τελικά απέναντι στη ζωή. Ο Μάτεσις αφάνταστα αδυσώπητος για άλλη μια φορά με τους ήρωές του, τους στερεί αμετάκλητα την τόσο επιθυμητή μεταξύ τους σαρκική επαφή –ούτε ένα άγγιγμα δεν τους χαρίζεται-και τους αφήνει μόνους και αβοήθητους σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους- ο τόπος της ζωής, ο τόπος του θανάτου, ο έρωτας του Ερμή σχηματοποιείται μόλις μετά το θάνατο του Μύρτου, μοιραίος αναχρονισμός-βυθισμένους στην οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι δεν έχουν αγαπήσει ούτε αγαπηθεί μέχρι τότε. Ναι μεν τους προικίζει με την πολυπόθητη αγάπη αλλά είναι μια αγάπη καρατομημένη -τόσο στερημένη από το άγγιγμα του αγαπημένου που ο Ερμής θεωρεί προσβολή κάθε άλλο άγγιγμα, προσβολή και πόνο, τόσο που θα το επιτρέψει μόνο για να αυτοτιμωρηθεί σε μια συμβολική επαφή-σταύρωση, έναν άγριο Ευαγγελισμό που πάλι δεν θα τον λυτρώσει. Ο πρωταγωνιστής μετά την ανάληψη- αποκάλυψη του χιμαιρικού εραστή του μετατρέπεται σε υπνοβάτη-κατάσταση στην οποία τον υποβάλλει μερικώς ο Μύρτος και από την πρώτη κιόλας εμφάνισή του – χωρίς παρελθόν με αποκλειστικό σκοπό την τελική μετουσίωση του σε αυτόν.
Η γλώσσα εμμένει σαρκαστική, ο κυνισμός του Μάτεσι απογειώνει την τραγικότητα του ασύμπτωτου των δύο εραστών. Το θέμα πάντα είναι το αβάσταχτο της ζωής χωρίς αγάπη. (Πείτε με κλισέ δε με νοιάζει).
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:18 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
19.12.07
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και η αρχαία λαλιά
Στον αρχετυπικό φανταστικό κόσμο της γαιοθάλασσας της Ούρσουλα λε Γκεν το μαγικό/ιερό στοιχείο, αυτό που στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού ενσωματώθηκε στη θρησκεία και μετά στην τέχνη –όπου και παρέμεινε- υφίσταται ακόμα άθικτο. Ο άνθρωπος είναι ακόμα αρκετά κοντά με τη φύση –η οποία λειτουργεί ως μια έμψυχη και ζωντανή οντότητα-και η ισορροπία και υγεία αυτής της σχέσης φροντίζεται από άτομα με την ιδιότυπη διαισθητική ικανότητα – την οποία και καλλιεργούν και αναπτύσσουν σε ειδικές «σχολές» – να «διαβάζουν» τη γλώσσα της φύσης-τη γλώσσα των ζώων, τα λόγια των φύλλων του δάσους , λέξεις που τις είχε τραγουδήσει το πουλί και άλλες που είχε πει το νερό πέφτοντας
- και να "συνομιλούν" δημιουργικά τελικά μαζί της -καλούν τα ζώα, τιθασεύουν τους ανέμους- αλλά και να τη «μεταφράζουν» στον υπόλοιπο κόσμο. Στην ικανότητα αυτή συνεπέστατα δίνεται ο χαρακτηρισμός «μαγική».
Οι μάγοι λοιπόν –ένα είδος πνευματικής εξουσίας-σε αυτό το πλασματικό μυθολογικό σύμπαν είναι οι μοναδικοί γνώστες της αληθινής και Αρχαίας Λαλιάς, της αρχέγονης γλώσσας της δημιουργίας στην οποία όλα τα πράγματα έχουν το αληθινό τους όνομα.
Σε όλο το εξάτομο έργο της λε Γκεν οι έννοιες του αληθινού ονόματος και της Αρχαίας Λαλιάς παίζουν καθοριστική σημασία.
Με έρεισμα το βάρος και την περιγραφή αυτής της υπόγειας αλλά κυρίαρχης δράσης της γλώσσας στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό έργο, αποτολμάται εδώ -με κάθε επιφύλαξη και με απόλυτη την επίγνωση ότι ελλοχεύει πάντα το παράπτωμα μιας τυχόν αυθαιρεσίας- μια υπόθεση παραλληλίας του «Έπους της Γαιοθάλασσας» -με στοιχεία κυρίως από το πρώτο βιβλίο όπου έχουμε συχνότερες αναφορές στο θέμα αυτό-με τη γλωσσική θεωρία του Βάλτερ Μπένγιαμιν, όπως αυτή εντοπίζεται μέσα σε δύο του τουλάχιστον δοκίμια, το «Για τη γλώσσα εν γένει και για τη γλώσσα των ανθρώπων» κυρίως και το «Για τη μιμητική ικανότητα» δευτερευόντως.
Η σχέση της Ούρσουλα λε Γκεν με ανάλογα ρεύματα διαφαίνεται ήδη στον «Αναρχικό των δύο κόσμων» όπου περιγράφεται μια Μαρξιστική –αναρχική ουτοπία σε αντιπαράθεση με μια ταυτόχρονη ταξική βιομηχανική κοινωνία. Αντίστοιχα σε όλο το εύρος της Γαιοθάλασσας μπορεί να εντοπίσει κανείς στοιχεία που με σχετικά απλοποιημένο τρόπο –ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για βιβλίο αρχικώς γραμμένο για εφήβους-παραπέμπουν στη Κριτική σχολή της Φραγκφούρτης. Πρόκειται για ένα κόσμο που έχει αρχίσει να αλλοιώνεται από τη στιγμή που τα απόλυτα όντα -στην μυθοπλασία της αντιπροσωπεύονται από τους δράκους, αρχέτυπα μυθικά πλάσματα – διαχωρίζονται σε αυτούς που ακολουθούν το δρόμο της φύσης και σε αυτούς που ακολουθούν αυτό της γνώσης και κατ' επέκταση την επιστήμη, οι δεύτεροι γίνονται «άνθρωποι» και οι πρώτοι εξ-αγριεύονται πλήρως αλλά εξακολουθούν πάντα να «μιλάνε» τη μεγαλοπρεπή γλώσσα της δημιουργίας, την αρχαία λαλιά και κατά συνέπεια να αντιλαμβάνονται τη «βούληση» της φύσης (όπως περιγράφεται στο τέταρτο βιβλίο του έπους) και να χαίρουν ιδιαιτέρου σεβασμού αλλά και φόβου.
Ο εκφυλισμός της ανθρωπότητας λοιπόν ξεκινάει με την πρώτη απομάκρυνσή της από τη φύση-θέση πλήρως συμβατή με την θεωρία της Κριτικής σχολής- και, όπως διαγράφεται τόσο στον πρώτο όσο και στον τρίτο τόμο, η κοσμική ισορροπία κλονίζεται όταν ο άνθρωπος επιδιώκει να γίνει εξουσιαστής της. Ο «κακός» λοιπόν σε αυτό το παραμύθι δεν είναι κάτι το υπερφυσικό, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος ο οποίος επιχειρεί να επιβληθεί στη φύση, και –στη συγκεκριμένη περίπτωση-να γίνει ο κυριαρχήσει ακόμα και στον ίδιο το θάνατο. Το μοιραίο αμάρτημα του ανθρώπου εντέλει –όπως διαφαίνεται στο έργο της λεΓκεν-δεν είναι άλλο από την έπαρση, αυτή είναι που πάντα οδηγεί σε Βαβελικές καταστάσεις.
Η πνευματική ουσία ενός πράγματος έγκειται (…) στη γλώσσα του λέει ο Μπένγιαμιν.
Και παρακάτω μιλώντας πιο ειδικά τονίζει ότι το κοινοποιήσιμο της πνευματικής ουσίας ενός ανθρώπου ή πράγματος είναι η γλωσσική ουσία την οποία και τελικά εκφράζει η γλώσσα του. Με άλλα λόγια, είναι η ουσία της ίδιας της γλώσσας και όχι αυτό που θέλει να πει που κοινοποιεί τον εκφραζόμενο – έννοια που απλοποιείται με συνέπεια στο Έπος:
το αληθινό όνομα, (…) η ουσία της ύπαρξής του που είναι πιο σπουδαίο από το να ξέρεις σε τι χρησιμεύει
το όνομα λοιπόν εδώ εμπερικλείει την (πνευματική;) ουσία της ύπαρξης ανεξάρτητα με το τι αυτό σημαίνει ή τι μπορείς να κάνεις με αυτό. Ως απομεινάρι της αρχαίας γλώσσας αναδεικνύει έτσι το ότι η ουσία της γλώσσας γενικώς, και κατ΄ επέκταση του εκφέροντος αυτής, δεν είναι αυτό που θέλει να πει αλλά η γλώσσα αυτή καθεαυτή.
Ο Άνθρωπος είναι ο ονομάζων, και σε τούτο αναγνωρίζουμε ότι μέσω αυτού μιλά η αληθινή γλώσσα.(...)
Η αληθινή αυτή γλώσσα παρακάτω αναπροσδιορίζεται μέσα από μια βιβλική ανάλυση
Η παραδείσια γλώσσα του ανθρώπου πρέπει να είναι η γλώσσα της τέλειας γνώσης
Ίσως αυτό που στον μυθικό κόσμο της γαιοθάλασσας σημαίνει ότι
στην Αρχαία Λαλιά…τα πράγματα λέγονται με το αληθινό τους όνομα
και επανερχόμενοι στη γλωσσική θεωρία του Μπένγιαμιν
Μόνο μέσω της γλωσσικής ουσίας των πραγμάτων φτάνει τον εαυτό του στην κατανόησή τους-στο όνομα.
Ο άνθρωπος λοιπόν, είναι ο μοναδικός εκφραστής της ουσίας ολόκληρης της φύσης- η οποία κοινοποιείται μέσα από αυτόν και γι’ αυτό και μόνο αυτός μπορεί να ονομάζει τα πράγματα. Τα πράγματα υπάρχουν μέσα στα ονόματά τους και σε αυτό έγκειται το μαγικό στοιχείο της γλώσσας.
η έννοια της μαγείας της γλώσσας παραπέμπει και σε κάτι άλλο, την απειρότητά της
(αντίστοιχα και η αληθινή λαλιά δεν έχει τέλος )
Ο Μπένγιαμιν βέβαια ορίζει μαγική την αμεσότητα των πραγμάτων να αυτοκοινοποιούνται- η αμεσότητα όμως αυτή είναι τελικά η γλώσσα άρα είναι η ίδια η γλώσσα που είναι μαγική.
Η μαγεία στον κόσμο της λεΓκεν αφορά στην ταύτιση με τη φύση-μια αμεσότητα που επιτυγχάνεται πλήρως μόνο από τους μάγους και τους δράκους-τους μάγους ως τους τελευταίους –από την πλευρά των ανθρώπων-θιασώτες μιας ζωής άρρηκτα συνδεδεμένης με τη φύση, και δη γνώστες της αρχαίας λαλιάς, της γλώσσας της δημιουργίας δηλαδή, η οποία απευθύνεται σε όλα τα έμβια και μη πλάσματα.
Γιατί για τη λεΓκεν-όπως θα δούμε και για τον Μπένγιαμιν –η γλώσσα αυτή, όπως περιγράφεται-γλώσσα της δημιουργίας- είναι και η γλώσσα με την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος. Και είναι εκεί, στη δημιουργική της ισχύ που στηρίζεται η μαγεία της. …κάθε μαγική πράξη, κάθε γητειά, ακόμη εξαρτάται από τη γνώση -την υπενθύμιση, την επαναμάθηση- αυτής της αληθινής και αρχαίας γλώσσας της δημιουργίας
Η ίδια η γλώσσα λοιπόν είναι η δύναμη των μάγων, η γνώση των αληθινών ονομάτων της δημιουργίας, όπως όμως ακριβώς το ανθρώπινο Όνομα για τον Κριτικό φιλόσοφο αποτελεί το όριο μεταξύ της πεπερασμένης και της άπειρης γλώσσας
έτσι και σύμφωνα με τους μάγους αυτό που μας δίνει τη δύναμη να κάνουμε μάγια-η γνώση της αρχαίας λαλιάς ίσως; -μας βάζει και τα όρια αυτής της δύναμης .
Με τη δημιουργική παντοδυναμία της γλώσσας εγκαινιάζεται η πράξη, και στο τέλος η γλώσσα ενσαρκώνει τρόπον τινά το δημιούργημα, το ονομάζει γράφει ο Μπένγιαμιν.
Η σχέση γλώσσας και δημιουργίας τελικά είναι σαφής και στα δύο έργα.
Ο Γκέντ(…)ένιωθε ότι κι αυτός ήταν μια λέξη που κάποιος είχε προφέρει μες τη λιακάδα
Ο Θεός κάνει τα πράγματα ικανά να γνωσθούν εντός του ονόματός τους
Η γλώσσα εκπίπτει όταν πρέπει να ειπωθούν πράγματα μέσω αυτής υποστηρίζει στο δοκίμιό του ο φιλόσοφος.
Κι όμως, όποτε άκουγε την αρχαία λαλιά ένιωθε πάντα ότι λίγο έλειπε να καταλάβει, σα να ήταν κάποια γλώσσα που είχε ξεχάσει και όχι κάποια που δεν είχε μάθει ποτέ
Γιατί η αρχαία λαλιά είναι η γλώσσα πριν από την πτώση, η γλώσσα που αναδεικνύει την ουσία της δίχως να «λέει» κάτι
Εντέλει αν η γλώσσα ενός όντος είναι το μέσον μέσα στο οποίο κοινοποιείται η πνευματική του ουσία για τον άνθρωπο το μέσον αυτό είναι η αρχαία λαλιά, η χαμένη αυτή από χρόνια γλώσσα των "δράκων" που μπορεί να επινοηθεί εκ νέου, αν όχι να ξαναβρεθεί αυτούσια, μόνο εάν ο άνθρωπος ανακτήσει τους αρχέγονους συνδέσμους του με τη φύση. Φυσικά η συνεπαγωγή είναι διπλή.
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 09:21 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία, μελέτες
21.10.07
Φούνες ο Μνήμων και το βάρος της Ιστορίας
ο 1942 ο Μπόρχες γράφει το διήγημα Φούνες ο μνήμων- μια «εκτενή μεταφορά της αϋπνίας» σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα. Πρόκειται για την ιστορία του Ιρενέου Φούνες, ενός ανθρώπου ανίκανου να ξεχάσει οτιδήποτε έχει δει ή ζήσει. Ο Φούνες, δέσμιος μιας αδυσώπητης αϋπνίας και καθολικά ανάπηρος μετά από ένα ατύχημα, περνάει τις ατελείωτες ώρες της ακινησίας του αναπολώντας μέχρι την απόλυτη λεπτομέρεια κυριολεκτικά όλα όσα έχουν περάσει μπροστά από τα μάτια του κατά τη διάρκεια της βραχείας ζωής του. Μετά από μια υπερβολική δόση παραστάσεων και μόλις 21 χρόνων ο Φούνες πεθαίνει από συμφόρηση πνευμόνων.
Εάν λοιπόν στις ερμηνευτικές σημειώσεις του διηγήματος ο –εξαίρετος-μεταφραστής και σχολιαστής Αχιλλέας Κυριακίδης ακολουθεί την κατά Σοπενχάουερ – και Όμηρο όπως λέει- αντιστοιχία του ύπνου στο θάνατο και κατά συνέπεια της αϋπνίας σε μια αβάσταχτη αθανασία, εγώ θα επιλέξω εδώ να ανατρέξω στις Νιτσεϊκές επιρροές του Μπόρχες και θα παραλληλίσω τον Φούνες και τη βασανιστική του αϋπνία με τον άνθρωπο που όπως αναφέρει ο ίδιος ο Νίτσε στην πραγματεία του Ωφέλεια και Μειονεκτήματα της Ιστορίας για τη Ζωή (1873-1876) "θα ήθελε να αισθάνεται πέρα για πέρα ιστορικά" και επεκτείνοντάς το ίσως και με μια ολόκληρη ανθρωπότητα που εμμένει να αναμασά την ιστορικότητά της (για να ακουμπήσω, εντέλει, τη σημερινή θεματική).
Η επιλογή της αναφοράς στον Νίτσε δεν γίνεται καθόλου αυθαίρετα. Αφ΄ ενός οι αναφορές του Μπόρχες στον φιλόσοφο είναι αναρίθμητες -ιδιαίτερα δε η ιδέα της αιώνιας επιστροφής επιστρέφει διαρκώς στο έργο του - (αναφέρω ενδεικτικά Τρεις εκδοχές της αιώνιας επιστροφής, Η θεωρία των κύκλων, Ο αθάνατος, Το Άλεφ, Ιστορία των αποήχων ενός ονόματος, Τα κυκλικά ερείπια και πολλά πολλά άλλα). Αφ΄ ετέρου εντοπίζεται τουλάχιστον μια φράση που θα μπορούσε να λειτουργεί και ως εσωτερικό αστείο, (μια καμεό εμφάνιση του Νίτσε στο διήγημα). Ο Μπόρχες μόλις στην πρώτη σελίδα του διηγήματος αναφέρει ότι «ο Φούνες ήταν ένας πρόδρομος των υπερανθρώπων: «ένας ατίθασος ιθαγενής Ζαρατούστρα»» -φράση που αναπόφευκτα παραπέμπει στις προαναφερόμενες κατευθύνσεις. Επιπλέον ήδη η Roxana Creimer παίζοντας ευφυέστατα με τον τίτλο του περίφημου Μπορχικού Μενάρ επιλέγει για το ανάλογης θεματικής κείμενό της σχετικό με τον μοντερνισμό τον τίτλο: «Νίτσε, ο συγγραφέας του Φούνες του Μνήμωνα».
Γράφει λοιπόν ο Νίτσε στο προαναφερόμενο κείμενο:
«Ένας άνθρωπος που θα ήθελε πέρα για πέρα να αισθάνεται μόνο ιστορικά θα ήταν ίδιος σχεδόν μ’ αυτόν που θα αναγκαζόταν να αποφεύγει τον ύπνο (…)»
Συνεπέστατα ο Φούνες είναι ένας άκρως ιστορικός άνθρωπος που πριν ακόμα «νοσήσει» με την αρρώστια της μνήμης. «…ξέρει πάντα την σωστή ώρα, σαν ρολόι.» αναφέρεται στο διήγημα.
Συνεχίζοντας ο Νίτσε λέει :
«(…) είναι δυνατόν να ζήσει κανείς σχεδόν χωρίς αναμνήσεις, και μάλιστα να ζήσει ευτυχισμένος όπως δείχνει το ζώο. Όμως είναι αδύνατο να ζήσει κανείς χωρίς γενικά να ξεχνάει. Ή για να εξηγηθώ ακόμα πιο απλά σχετικά με το θέμα μου: υπάρχει ένας βαθμός αϋπνίας, αναμασήματος, ιστορικού πνεύματος, με το οποίο το ζωντανό παθαίνει ζημιά και, στο τέλος, χάνεται είτε είναι άνθρωπος είτε λαός, είτε πολιτισμός.»
Εδώ λοιπόν το κοινωνικό ανάλογο της αϋπνίας η οποία-ή την οποία- θα επέφερε μια ανοικονόμητη μνήμη στον παθόντα είναι η διαρκής και λεπτομερειακή ενασχόληση με την Ιστορία.
Στην επόμενη φράση του σχεδόν σκιαγραφεί θα μπορούσε να πει κανείς το πορτραίτο του ήρωα του Μπόρχες:
«Σκεφτείτε το πιο ακραίο παράδειγμα: έναν άνθρωπο που δε θα είχε καθόλου τη δύναμη να ξεχνάει, που θα ήταν καταδικασμένος να βλέπει παντού ένα γίγνεσθαι…»
Ο νεαρός Ιρενέο μετά το ατύχημα δεν μπορεί να ξεχάσει:
«Ήξερε τα σχήματα που είχαν τα σύννεφα του νοτιά το ξημέρωμα στις 30 Απριλίου του 1882, και μπορούσε να τα παραβάλει στη μνήμη του με τα νερά ενός δερματόδετου βιβλίου που του χε ρίξει κάποτε μια ματιά, και με τα σχήματα του αφρού που σήκωσε ένα κουπί στο Ριο Νέγρο, την παραμονή της μάχης του Κεμπράτσο.»
Βλέπει παντού ένα γίγνεσθαι:
« …διέκρινε συνεχώς το αθόρυβο προχώρημα της διάβρωσης, της σήψης, της κόπωσης. Σημείωνε τη πρόοδο του θανάτου, της υγρασίας. Ήταν ο μοναδικός, διαυγής θεατής ενός κόσμου πολύμορφου, στιγμιαίου και σχεδόν αφόρητα ακριβούς.»
Η μνήμη του αποτελείται από λεπτομέρειες
«Η μνήμη μου κύριε, είναι ένας σωρός από σκουπίδια» θα ομολογήσει στο τέλος της συνάντησής του με τον συγγραφέα. Αναρίθμητες και άχρηστες λεπτομέρειες που τελικά τον σκοτώνουν με το βάρος τους, που τον πιέζουν ασφυκτικά οδηγώντας τον σε έναν πρόωρο θάνατο- μόλις δυο χρόνια αφ' ότου αποκτήσει το ιδιότυπο αυτό χάρισμα/κατάρα – από μια (άκρως συμβολική) συμφόρηση των πνευμόνων.
Το βάρος της μνήμης, το βάρος του παρελθόντος
«αυτό τον πιέζει προς τα κάτω ή τον λυγίζει μονόπλευρα…» γράφει ο γερμανός φιλόσοφος για τον ιστορικό άνθρωπο.
«Την ιστορία την αντέχουν μόνο δυνατές προσωπικότητες» λέει κάπου αλλού "τις αδύνατες τις εξαλείφει εντελώς".
Η άμετρη συσσώρευση ιστορικών γνώσεων "ένας τέτοιος κατακλυσμιαίος, εκκωφαντικός και βίαιος ιστορικισμός δεν είναι απαραίτητος (…) αλλά στον ύψιστο βαθμό επικίνδυνος" λέει κάπου άλλου.
Ο ήρωας του Μπόρχες συλλέγει αναμνήσεις αδιάκοπα αλλά είναι ανίκανος για γενικεύσεις
Η «μεγαλοσύνη του» λέει ο συγγραφέας είναι «ψελλή» και όπως προσθέτει αργότερα «δεν ήταν πολύ ικανός στη σκέψη. Σκέψη είναι να ξεχνάς τις διαφορές να γενικεύεις, να αφαιρείς»
Ο Φούνες αντιλαμβάνεται τα πάντα με την ίδια ισχύ. Το ουσιώδες και το μη ουσιώδες φαντάζουν το ίδιο στα μάτια του. Επαναφέρει παραστάσεις τις οποίες αδυνατεί να επεξεργαστεί κριτικά. Μαζεύει γνώσεις, μαθαίνει γλώσσες άσκοπα, μόνο και μόνο για να ξοδεύει τις στατικές ώρες που του κληρονόμησε το ατύχημα.
Ο Νίτσε βέβαια ουδέποτε αρνείται πλήρως τα οφέλη της ιστορίας. «το ανιστορικό και το ιστορικό είναι εξίσου αναγκαία για την υγεία ενός ατόμου, ενός λαού και ενός πολιτισμού» γράφει στο ίδιο κείμενο. Απλώς την αμφισβητεί στην περίπτωση που δεν διαβάζεται κριτικά. Κατακρίνει αυστηρότατα την άγονη συσσώρευση ιστορικών γνώσεων ως αυτοσκοπό, τη θυσία της παρούσης ζωντανής στιγμής στην μελέτη ενός νεκρού παρελθόντος, την αποθέωση του παλαιού και την επακόλουθη περιφρόνηση του παρόντος. Με άλλα λόγια την υπερβολή.
«'Ότι όμως η ζωή έχει ανάγκη από τις υπηρεσίες της ιστορίας πρέπει να γίνει αντιληπτό τόσο καθαρά όσο και η πρόταση η οποία αργότερα πρέπει να αποδειχθεί-ότι μια υπερβολή της Ιστορίας βλάπτει τον ζώντα.». Όπως λέει και στην εισαγωγή του κειμένου του: "μια υπερτροφική αρετή-όπως μου φαίνεται να είναι το ιστορικό πνεύμα της εποχής μας-μπορεί τόσο καλά να αποτελέσει την καταστροφή ενός λαού, όσο ένα υπερτροφικό ελάττωμα" ακριβώς όπως και η μνήμη για τον δύσμοιρο Φούνες που ξαναγυρνάει και ξαναγυρνάει (αιώνια…) στις αναμνήσεις του δέσμιος μιας απόλυτης ακινησίας σύμφυτης με το υπερτροφικό του χάρισμα που τελικά δεν τον αφήνει να ζήσει.
«Στο τέλος ο θάνατος φέρνει την ποθητή λήθη» γράφει ο Νίτσε για τον ιστορικό άνθρωπο, στο τέλος ο θάνατος φέρνει τη λήθη και για τον Φούνες.
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:24 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία, μελέτες
27.9.07
Beuys just wanna have fun

Πρώτα πρώτα πρέπει να ομολογήσω ότι αγαπώ τις μεγάλες διοργανώσεις τέχνης. Ίσως να είναι στερητικό από τα όψιμα μετεφηβικά μου χρόνια όταν ψευτο-χόρταινα τις ιδιάζουσες καλλιτεχνικές ορέξεις μου με τις περιορισμένες και αποστειρωμένες εκθέσεις της Εθνικής πινακοθήκης- άντε και καμιά εκδήλωση στην ΑΣΚΤ στη χάση και τη φέξη- και με ατέρμονες βόλτες στις λίγες, τότε, και μετριοπαθείς Αθηναϊκές γκαλερί. Ευτυχώς τα τελευταία δέκα χρόνια τα πράγματα έχουν αλλάξει. Πέρα από τις αίθουσες τέχνης, που πληθαίνουν μέρα με την μέρα με γεωμετρική πρόοδο, έχουμε ευχαριστηθεί επαρκώς μεγάλες εκθέσεις και κυκλοφορεί η υποψία ότι ίσως πλέον σ’ αυτό τον χώρο να μπορούν να ευδοκιμήσουν ακόμα και φιλόδοξα σχέδια. Στο κάτω κάτω έχουμε ζήσει και μια Outlook και φέτος πλέον δύο –παρακαλώ- Biennale. Ανεξάρτητα λοιπόν από το τι περίμενα και τι τελικά μου άρεσε, χάρηκα που επιτέλους είδα τόση σύγχρονη τέχνη μαζεμένη μόνο τρεις στάσεις του μετρό μακριά από το σπίτι μου (ούτε αεροπλάνα, ούτε τραίνα).
Σαφώς και δεν θα μπορούσα να έχω απαιτήσεις εύρους Βενετίας ή Kassel οπότε και δε δηλώνω καμία διάθεση να παραπονεθώ για τη διοργάνωση και την «υποστήριξη» του όρου Biennale που οι Χ Υ Ζ (όπως οι διοργανωτές αρέσκονται να υπογράφουν) διάλεξαν να δώσουν στην έκθεσή τους. Θεωρώ ότι έχουν το ακαταλόγιστο της παρθενικής φοράς και -γιατί όχι-της αποκοτιάς τους να είναι οι πρώτοι που πήραν την απόφαση να το κάνουν.
Προσπερνώ καλοπροαίρετα λοιπόν το γεγονός ότι ένα από τα πιο αγαπημένα μου έργα του Κεσσανλή σχεδόν εξαφανίζεται λόγω του στησίματός του και αρνούμαι πεισματικά να σχολιάσω περαιτέρω την τόσο κεντρική επίδειξη κακογουστιάς και κιτς μεγαλεπήβολης ευκολίας του Φαϊτάκη, σε αυτό τον ανεκδιήγητο συνδυασμό με το ναι μεν ιστορικό, αλλά κατά τα άλλα αδιάφορο σχέδιο του Πικάσο.
Σίγουρα δεν θα πρωτοτυπήσω αναφέροντας πόσο επιτυχημένη επιλογή εισόδου μου φάνηκαν οι διαδοχικές ανατινάξεις των Rosefeldt και Steinle σε αντίθεση με τις παρωχημένες κλισέ μανιφεστοειδείς εγκαταστάσεις του Κενού Δικτύου-που πολύ θα ήθελα να ξέρω πως καταφέρνουν και παρεισφρέουν παντού- που ακολουθούν.
Το έργο του Σαββίδη με εντυπωσίασε με το εννοιολογικό του υπόβαθρο-ένα τριπλό προωθημένο πολεοδομικό what if- αλλά και με την τεχνική του αρτιότητα και στην ίδια «μέρα» ξεχώρισα επίσης τη δουλειά του Ρουμάνου Muresan εμπνεόμενη στο πνεύμα του μεταμοντέρνου από το περίφημο γλυπτό του Κatalan «Η ένατη ώρα».
Ουσιαστικότατο σχόλιο στη λογοκρισία, τη θέση της τέχνης, το ρόλο των media, το επιβαλλόμενο πρέπον και τη στάση της διανόησης, το «Inner time of television» των Otolith Group είναι ίσως το καλύτερο έργο της έκθεσης.
Η εντυπωσιακή εγκατάσταση του De Jong με τους αρλεκίνους, αν και με την ευκολία του μεγέθους, είναι έργο ευαίσθητο και τελικά εκφραστικά αποτελεσματικό κάτι που δε συμβαίνει αναλόγως με τα γύρω του παρωχημένα ζωγραφικά των Klechner και Βαρελά.
Για άλλη μια φορά ο Τότσικας στέκεται θαυμάσια άμεσος και ανελέητος και η Σαγρή εκνευριστικά εγωπαθής και αυτοαναφορική.
Στην εγκατάσταση των assume vivid astro focus διασκέδασα αρκετά ώστε να γειωθώ όσο έπρεπε με το μηδενιστικό σκηνικό των Kimberly Clark και το σκληρό αλλά εύστοχα πολιτικό βίντεο του Ozgen (επίσης από τα καλύτερα της έκθεσης).
Στην «έκτη μέρα» ξεχώρισα το σύντομο αλλά δυνατό βιντεάκι της Pong και βέβαια τη δουλειά με την οποία κλείνει η έκθεση, το λιτό αλλά ανατριχιαστικό έργο της Μυλωνά. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις αποδεικνύουν τη δύναμη του λακωνικού στην τέχνη. (Ο Borges είχε πει κάποτε ότι δε βλέπει το γιατί να γράφει κανείς πολυσέλιδα μυθιστορήματα όταν ο,τιδήποτε μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί και με ένα σύντομο διήγημα…)
Χάρηκα επίσης πολύ που είδα έργα του Gober, του Bock (αν και δεν είχα τις ψυχικές αντοχές να το δω ολόκληρο) και του Jarman (απλώς συγκλονιστικό).
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:26 0 σχόλια
Ετικέτες εκθέσεις, σύγχρονη τέχνη
19.9.07
EMERGENCY ROOM
The exhibition changes every day at 12.30
The exhibition comments on politics today
The exhibition is unpredictable
The exhibition is alive
Για τον Thierry Geoffroy -επονομαζόμενο και Colonel- η τέχνη είναι ένα πεδίο μάχης. Για να αντεπεξέλθεις πρέπει να έχεις αυτοπειθαρχία, εγκράτεια, εγρήγορση και καλή φυσική κατάσταση καθώς και να είσαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να παρέμβεις οπουδήποτε.
Οι καλλιτέχνες που -κυριολεκτικά- στρατολογήθηκαν για το Emergency room δοκιμάστηκαν δεόντως σε όλες αυτές τις αρετές προκειμένου να παραδίδουν κάθε μέρα-όσοι τουλάχιστον «υπάκουσαν» στις πρωταρχικές οδηγίες-και ένα καινούριο έργο με ερέθισμα την απολύτως τρέχουσα επικαιρότητα.
Η διαδικασία συμμετοχής εμπεριείχε τρέξιμο γύρω από την ακρόπολη-για να μη ξεχνάμε που βρισκόμαστε-, στρατιωτική πειθαρχία την ώρα της δουλειάς που γίνεται in situ, no drinking no smoking- η τέχνη θέλει ευλαβική προσήλωση και ετοιμότητα, κάθε περισπασμός είναι εμπόδιο στην έμπνευση- αλλά και αντάρτικη διείσδυση στην Αθηναϊκή Biennale τη μέρα των εγκαινίων αυτής.
Η βασική σύλληψη του project, που ήδη έχει λάβει χώρα στη Δανία, στη Γερμανία, στη Νέα Υόρκη και από την 1 Σεπτέμβρη τρέχει και στην Αθήνα, στη γκαλερί Ιλεάνα Τούντα, είναι ουσιαστικά η γνωστοποίηση της άποψης των καλλιτεχνών για τα ημερησίως τεκταινόμενα- τι σκέφτονται διαβάζοντας την εφημερίδα, βλέποντας ειδήσεις στην τηλεόραση ή ψάχνοντας τα νέα στο Internet. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι η καλλιτεχνική ποιότητα αλλά η έκφραση της θέσης του καλλιτέχνη, η οποία –βεβαίως- μπορεί να αποδοθεί αποτελεσματικά μόνο μέσα από τα δημιουργήματά του. Το έργο του καλλιτέχνη Geoffroy είναι η συγκομιδή των απόψεων αυτών.
Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα.
Πρόκειται για εφετζίδικο project όπου ο καλλιτέχνης/ επιμελητής εκμεταλλεύεται/ καρπώνεται τον εξαναγκασμένο οίστρο των φιλότιμων συμμετεχόντων καλλιτεχνών ως προσωπικό έργο ή είναι πράγματι μια ευκαιρία για δημιουργική εκτόνωση αλλά και-κυρίως- προσωπική δοκιμασία της ποικιλίας δυνατοτήτων έκφρασης, της εφευρετικότητας και της επινοητικότητας των δημιουργών καθώς και εξάντληση της «έμπνευσης της ημέρας» (αν αυτό είναι κάτι που υφίσταται); Με άλλα λόγια με τι έχουμε να κάνουμε τελικά, με χαμαλίκι ή με πρόκληση;
Το σκεπτικό του «δεν μας νοιάζει η ποιότητα αλλά η γνώμη του καλλιτέχνη»
υποδαυλίζει προχειρότητα και ευκολία ή πρόκειται για θεμιτή επιείκεια καθώς η προσδοκώμενη αυτόματη καλλιτεχνική αντίδραση στα γεγονότα δεν μπορεί να παράγει πάντα τα καλύτερα; Δίκοπο μαχαίρι.
Οι επιμελείς που δέχτηκαν πλήρως την πρόκληση αναμετρήθηκαν τελικά με τον εαυτό τους στο κατά πόσο μπορούν να είναι σε καθημερινή βάση δημιουργικοί και επινοητικοί ή μήπως τελικά στο κατά πόσο η έμπνευση έρχεται κατά παραγγελία; Ύπουλο ερώτημα.
Ασφαλώς υπήρξαν και οι «κοπανατζήδες» που απέφυγαν το καθημερινό εγερτήριο ή την επί τόπου δουλειά φέρνοντας ήδη έτοιμες δουλειές με διάφορα διπλωματικά προσχήματα. Γενικώς πάντως το πλήθος των καλλιτεχνών-οι οποίοι ήταν Έλληνες και ξένοι κάθε ηλικίας από φοιτητές της καλών τεχνών μέχρι καταξιωμένους ενεργούς καλλιτέχνες της εγχώριας τουλάχιστον σκηνής- κυμαινόταν από 7 άτομα μέχρι 30.
Όπως είναι αναμενόμενο θεματικά κυριάρχησαν οι πυρκαγιές και οι εκλογές αλλά πολύ ενδιαφέρον είχαν και έργα σχόλια σε μεμονωμένα περιστατικά από την παγκόσμια επικαιρότητα -όπως αυτό του Ταξιαρχόπουλου σχετικά με την διαπόμπευση μιας Γιαπωνέζας πολιτικού εν έτη 2007, ή του Γιαννάκη για την βομβιστική επίθεση-αυτοκτονία ενός 22 -χρονου στη Βομβάη- ή θέματα επιστημονικής φύσεως όπως η άποψη του Hawking για μετοίκηση σε άλλο ηλιακό σύστημα που εικονοποίησε η Μιχαλάκη.
Προσωπικά εκτιμώ και επικροτώ κάθε πειραματική απόπειρα που εγείρει προβληματισμούς-ανεξάρτητα αν συμφωνώ ή όχι με τη λογική της. Πόσο μάλλον όταν το αποτέλεσμα αναδύει εξαιρετικές προσπάθειες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση κάποιοι καλλιτέχνες ξεπέρασαν μάλλον κατά πολύ τις προσδοκίες του εγχειρήματος καθώς στα εγκαίνια -όπου είχε γίνει μια επιλογή από τα έργα όλης της πρώτης εβδομάδας- εμφανίστηκαν δουλειές υψηλότατης καλλιτεχνικής ποιότητας.
Η Οικονομοπούλου και ο-νεότατος- Μόρης- για παράδειγμα, που βρίσκονταν εκεί καθημερινά για μια βδομάδα ανταποκρινόμενοι πλήρως στην πρόκληση του Στρατηγού- έδωσαν έργα αρτιότατα τόσο ως καλλιτεχνική σύλληψη όσο και ως τεχνική (η μεν ευαίσθητα και επικεντρωμένα στο ανθρώπινο στοιχείο, ο δε χιουμοριστικά και πολιτικά), ο Φουτρής για άλλη μια φορά ήταν επινοητικότατος, ο Ιωάννου επίσης πολύ εύστοχος στα πολιτικά του σχόλια.
Από κει και μετά το τι μπορεί να κάνει κανείς υπό το πρόσχημα της τέχνης είναι μια άλλη-και μεγάλη- ιστορία…
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το project:
www.emergencyrooms.org
Ειδικότερα για την πραγματοποίησή του στην Αθήνα και για φωτογραφίες από κάθε μέρα υπάρχει το blog:
http://emergencyroom-athens.blogspot.com/
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:30 0 σχόλια
Ετικέτες εκθέσεις, σύγχρονη τέχνη