Στον αρχετυπικό φανταστικό κόσμο της γαιοθάλασσας της Ούρσουλα λε Γκεν το μαγικό/ιερό στοιχείο, αυτό που στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού ενσωματώθηκε στη θρησκεία και μετά στην τέχνη –όπου και παρέμεινε- υφίσταται ακόμα άθικτο. Ο άνθρωπος είναι ακόμα αρκετά κοντά με τη φύση –η οποία λειτουργεί ως μια έμψυχη και ζωντανή οντότητα-και η ισορροπία και υγεία αυτής της σχέσης φροντίζεται από άτομα με την ιδιότυπη διαισθητική ικανότητα – την οποία και καλλιεργούν και αναπτύσσουν σε ειδικές «σχολές» – να «διαβάζουν» τη γλώσσα της φύσης-τη γλώσσα των ζώων, τα λόγια των φύλλων του δάσους , λέξεις που τις είχε τραγουδήσει το πουλί και άλλες που είχε πει το νερό πέφτοντας
- και να "συνομιλούν" δημιουργικά τελικά μαζί της -καλούν τα ζώα, τιθασεύουν τους ανέμους- αλλά και να τη «μεταφράζουν» στον υπόλοιπο κόσμο. Στην ικανότητα αυτή συνεπέστατα δίνεται ο χαρακτηρισμός «μαγική».
Οι μάγοι λοιπόν –ένα είδος πνευματικής εξουσίας-σε αυτό το πλασματικό μυθολογικό σύμπαν είναι οι μοναδικοί γνώστες της αληθινής και Αρχαίας Λαλιάς, της αρχέγονης γλώσσας της δημιουργίας στην οποία όλα τα πράγματα έχουν το αληθινό τους όνομα.
Σε όλο το εξάτομο έργο της λε Γκεν οι έννοιες του αληθινού ονόματος και της Αρχαίας Λαλιάς παίζουν καθοριστική σημασία.
Με έρεισμα το βάρος και την περιγραφή αυτής της υπόγειας αλλά κυρίαρχης δράσης της γλώσσας στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό έργο, αποτολμάται εδώ -με κάθε επιφύλαξη και με απόλυτη την επίγνωση ότι ελλοχεύει πάντα το παράπτωμα μιας τυχόν αυθαιρεσίας- μια υπόθεση παραλληλίας του «Έπους της Γαιοθάλασσας» -με στοιχεία κυρίως από το πρώτο βιβλίο όπου έχουμε συχνότερες αναφορές στο θέμα αυτό-με τη γλωσσική θεωρία του Βάλτερ Μπένγιαμιν, όπως αυτή εντοπίζεται μέσα σε δύο του τουλάχιστον δοκίμια, το «Για τη γλώσσα εν γένει και για τη γλώσσα των ανθρώπων» κυρίως και το «Για τη μιμητική ικανότητα» δευτερευόντως.
Η σχέση της Ούρσουλα λε Γκεν με ανάλογα ρεύματα διαφαίνεται ήδη στον «Αναρχικό των δύο κόσμων» όπου περιγράφεται μια Μαρξιστική –αναρχική ουτοπία σε αντιπαράθεση με μια ταυτόχρονη ταξική βιομηχανική κοινωνία. Αντίστοιχα σε όλο το εύρος της Γαιοθάλασσας μπορεί να εντοπίσει κανείς στοιχεία που με σχετικά απλοποιημένο τρόπο –ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για βιβλίο αρχικώς γραμμένο για εφήβους-παραπέμπουν στη Κριτική σχολή της Φραγκφούρτης. Πρόκειται για ένα κόσμο που έχει αρχίσει να αλλοιώνεται από τη στιγμή που τα απόλυτα όντα -στην μυθοπλασία της αντιπροσωπεύονται από τους δράκους, αρχέτυπα μυθικά πλάσματα – διαχωρίζονται σε αυτούς που ακολουθούν το δρόμο της φύσης και σε αυτούς που ακολουθούν αυτό της γνώσης και κατ' επέκταση την επιστήμη, οι δεύτεροι γίνονται «άνθρωποι» και οι πρώτοι εξ-αγριεύονται πλήρως αλλά εξακολουθούν πάντα να «μιλάνε» τη μεγαλοπρεπή γλώσσα της δημιουργίας, την αρχαία λαλιά και κατά συνέπεια να αντιλαμβάνονται τη «βούληση» της φύσης (όπως περιγράφεται στο τέταρτο βιβλίο του έπους) και να χαίρουν ιδιαιτέρου σεβασμού αλλά και φόβου.
Ο εκφυλισμός της ανθρωπότητας λοιπόν ξεκινάει με την πρώτη απομάκρυνσή της από τη φύση-θέση πλήρως συμβατή με την θεωρία της Κριτικής σχολής- και, όπως διαγράφεται τόσο στον πρώτο όσο και στον τρίτο τόμο, η κοσμική ισορροπία κλονίζεται όταν ο άνθρωπος επιδιώκει να γίνει εξουσιαστής της. Ο «κακός» λοιπόν σε αυτό το παραμύθι δεν είναι κάτι το υπερφυσικό, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος ο οποίος επιχειρεί να επιβληθεί στη φύση, και –στη συγκεκριμένη περίπτωση-να γίνει ο κυριαρχήσει ακόμα και στον ίδιο το θάνατο. Το μοιραίο αμάρτημα του ανθρώπου εντέλει –όπως διαφαίνεται στο έργο της λεΓκεν-δεν είναι άλλο από την έπαρση, αυτή είναι που πάντα οδηγεί σε Βαβελικές καταστάσεις.
Η πνευματική ουσία ενός πράγματος έγκειται (…) στη γλώσσα του λέει ο Μπένγιαμιν.
Και παρακάτω μιλώντας πιο ειδικά τονίζει ότι το κοινοποιήσιμο της πνευματικής ουσίας ενός ανθρώπου ή πράγματος είναι η γλωσσική ουσία την οποία και τελικά εκφράζει η γλώσσα του. Με άλλα λόγια, είναι η ουσία της ίδιας της γλώσσας και όχι αυτό που θέλει να πει που κοινοποιεί τον εκφραζόμενο – έννοια που απλοποιείται με συνέπεια στο Έπος:
το αληθινό όνομα, (…) η ουσία της ύπαρξής του που είναι πιο σπουδαίο από το να ξέρεις σε τι χρησιμεύει
το όνομα λοιπόν εδώ εμπερικλείει την (πνευματική;) ουσία της ύπαρξης ανεξάρτητα με το τι αυτό σημαίνει ή τι μπορείς να κάνεις με αυτό. Ως απομεινάρι της αρχαίας γλώσσας αναδεικνύει έτσι το ότι η ουσία της γλώσσας γενικώς, και κατ΄ επέκταση του εκφέροντος αυτής, δεν είναι αυτό που θέλει να πει αλλά η γλώσσα αυτή καθεαυτή.
Ο Άνθρωπος είναι ο ονομάζων, και σε τούτο αναγνωρίζουμε ότι μέσω αυτού μιλά η αληθινή γλώσσα.(...)
Η αληθινή αυτή γλώσσα παρακάτω αναπροσδιορίζεται μέσα από μια βιβλική ανάλυση
Η παραδείσια γλώσσα του ανθρώπου πρέπει να είναι η γλώσσα της τέλειας γνώσης
Ίσως αυτό που στον μυθικό κόσμο της γαιοθάλασσας σημαίνει ότι
στην Αρχαία Λαλιά…τα πράγματα λέγονται με το αληθινό τους όνομα
και επανερχόμενοι στη γλωσσική θεωρία του Μπένγιαμιν
Μόνο μέσω της γλωσσικής ουσίας των πραγμάτων φτάνει τον εαυτό του στην κατανόησή τους-στο όνομα.
Ο άνθρωπος λοιπόν, είναι ο μοναδικός εκφραστής της ουσίας ολόκληρης της φύσης- η οποία κοινοποιείται μέσα από αυτόν και γι’ αυτό και μόνο αυτός μπορεί να ονομάζει τα πράγματα. Τα πράγματα υπάρχουν μέσα στα ονόματά τους και σε αυτό έγκειται το μαγικό στοιχείο της γλώσσας.
η έννοια της μαγείας της γλώσσας παραπέμπει και σε κάτι άλλο, την απειρότητά της
(αντίστοιχα και η αληθινή λαλιά δεν έχει τέλος )
Ο Μπένγιαμιν βέβαια ορίζει μαγική την αμεσότητα των πραγμάτων να αυτοκοινοποιούνται- η αμεσότητα όμως αυτή είναι τελικά η γλώσσα άρα είναι η ίδια η γλώσσα που είναι μαγική.
Η μαγεία στον κόσμο της λεΓκεν αφορά στην ταύτιση με τη φύση-μια αμεσότητα που επιτυγχάνεται πλήρως μόνο από τους μάγους και τους δράκους-τους μάγους ως τους τελευταίους –από την πλευρά των ανθρώπων-θιασώτες μιας ζωής άρρηκτα συνδεδεμένης με τη φύση, και δη γνώστες της αρχαίας λαλιάς, της γλώσσας της δημιουργίας δηλαδή, η οποία απευθύνεται σε όλα τα έμβια και μη πλάσματα.
Γιατί για τη λεΓκεν-όπως θα δούμε και για τον Μπένγιαμιν –η γλώσσα αυτή, όπως περιγράφεται-γλώσσα της δημιουργίας- είναι και η γλώσσα με την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος. Και είναι εκεί, στη δημιουργική της ισχύ που στηρίζεται η μαγεία της. …κάθε μαγική πράξη, κάθε γητειά, ακόμη εξαρτάται από τη γνώση -την υπενθύμιση, την επαναμάθηση- αυτής της αληθινής και αρχαίας γλώσσας της δημιουργίας
Η ίδια η γλώσσα λοιπόν είναι η δύναμη των μάγων, η γνώση των αληθινών ονομάτων της δημιουργίας, όπως όμως ακριβώς το ανθρώπινο Όνομα για τον Κριτικό φιλόσοφο αποτελεί το όριο μεταξύ της πεπερασμένης και της άπειρης γλώσσας
έτσι και σύμφωνα με τους μάγους αυτό που μας δίνει τη δύναμη να κάνουμε μάγια-η γνώση της αρχαίας λαλιάς ίσως; -μας βάζει και τα όρια αυτής της δύναμης .
Με τη δημιουργική παντοδυναμία της γλώσσας εγκαινιάζεται η πράξη, και στο τέλος η γλώσσα ενσαρκώνει τρόπον τινά το δημιούργημα, το ονομάζει γράφει ο Μπένγιαμιν.
Η σχέση γλώσσας και δημιουργίας τελικά είναι σαφής και στα δύο έργα.
Ο Γκέντ(…)ένιωθε ότι κι αυτός ήταν μια λέξη που κάποιος είχε προφέρει μες τη λιακάδα
Ο Θεός κάνει τα πράγματα ικανά να γνωσθούν εντός του ονόματός τους
Η γλώσσα εκπίπτει όταν πρέπει να ειπωθούν πράγματα μέσω αυτής υποστηρίζει στο δοκίμιό του ο φιλόσοφος.
Κι όμως, όποτε άκουγε την αρχαία λαλιά ένιωθε πάντα ότι λίγο έλειπε να καταλάβει, σα να ήταν κάποια γλώσσα που είχε ξεχάσει και όχι κάποια που δεν είχε μάθει ποτέ
Γιατί η αρχαία λαλιά είναι η γλώσσα πριν από την πτώση, η γλώσσα που αναδεικνύει την ουσία της δίχως να «λέει» κάτι
Εντέλει αν η γλώσσα ενός όντος είναι το μέσον μέσα στο οποίο κοινοποιείται η πνευματική του ουσία για τον άνθρωπο το μέσον αυτό είναι η αρχαία λαλιά, η χαμένη αυτή από χρόνια γλώσσα των "δράκων" που μπορεί να επινοηθεί εκ νέου, αν όχι να ξαναβρεθεί αυτούσια, μόνο εάν ο άνθρωπος ανακτήσει τους αρχέγονους συνδέσμους του με τη φύση. Φυσικά η συνεπαγωγή είναι διπλή.
19.12.07
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και η αρχαία λαλιά
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 09:21 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία, μελέτες
21.10.07
Φούνες ο Μνήμων και το βάρος της Ιστορίας
ο 1942 ο Μπόρχες γράφει το διήγημα Φούνες ο μνήμων- μια «εκτενή μεταφορά της αϋπνίας» σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα. Πρόκειται για την ιστορία του Ιρενέου Φούνες, ενός ανθρώπου ανίκανου να ξεχάσει οτιδήποτε έχει δει ή ζήσει. Ο Φούνες, δέσμιος μιας αδυσώπητης αϋπνίας και καθολικά ανάπηρος μετά από ένα ατύχημα, περνάει τις ατελείωτες ώρες της ακινησίας του αναπολώντας μέχρι την απόλυτη λεπτομέρεια κυριολεκτικά όλα όσα έχουν περάσει μπροστά από τα μάτια του κατά τη διάρκεια της βραχείας ζωής του. Μετά από μια υπερβολική δόση παραστάσεων και μόλις 21 χρόνων ο Φούνες πεθαίνει από συμφόρηση πνευμόνων.
Εάν λοιπόν στις ερμηνευτικές σημειώσεις του διηγήματος ο –εξαίρετος-μεταφραστής και σχολιαστής Αχιλλέας Κυριακίδης ακολουθεί την κατά Σοπενχάουερ – και Όμηρο όπως λέει- αντιστοιχία του ύπνου στο θάνατο και κατά συνέπεια της αϋπνίας σε μια αβάσταχτη αθανασία, εγώ θα επιλέξω εδώ να ανατρέξω στις Νιτσεϊκές επιρροές του Μπόρχες και θα παραλληλίσω τον Φούνες και τη βασανιστική του αϋπνία με τον άνθρωπο που όπως αναφέρει ο ίδιος ο Νίτσε στην πραγματεία του Ωφέλεια και Μειονεκτήματα της Ιστορίας για τη Ζωή (1873-1876) "θα ήθελε να αισθάνεται πέρα για πέρα ιστορικά" και επεκτείνοντάς το ίσως και με μια ολόκληρη ανθρωπότητα που εμμένει να αναμασά την ιστορικότητά της (για να ακουμπήσω, εντέλει, τη σημερινή θεματική).
Η επιλογή της αναφοράς στον Νίτσε δεν γίνεται καθόλου αυθαίρετα. Αφ΄ ενός οι αναφορές του Μπόρχες στον φιλόσοφο είναι αναρίθμητες -ιδιαίτερα δε η ιδέα της αιώνιας επιστροφής επιστρέφει διαρκώς στο έργο του - (αναφέρω ενδεικτικά Τρεις εκδοχές της αιώνιας επιστροφής, Η θεωρία των κύκλων, Ο αθάνατος, Το Άλεφ, Ιστορία των αποήχων ενός ονόματος, Τα κυκλικά ερείπια και πολλά πολλά άλλα). Αφ΄ ετέρου εντοπίζεται τουλάχιστον μια φράση που θα μπορούσε να λειτουργεί και ως εσωτερικό αστείο, (μια καμεό εμφάνιση του Νίτσε στο διήγημα). Ο Μπόρχες μόλις στην πρώτη σελίδα του διηγήματος αναφέρει ότι «ο Φούνες ήταν ένας πρόδρομος των υπερανθρώπων: «ένας ατίθασος ιθαγενής Ζαρατούστρα»» -φράση που αναπόφευκτα παραπέμπει στις προαναφερόμενες κατευθύνσεις. Επιπλέον ήδη η Roxana Creimer παίζοντας ευφυέστατα με τον τίτλο του περίφημου Μπορχικού Μενάρ επιλέγει για το ανάλογης θεματικής κείμενό της σχετικό με τον μοντερνισμό τον τίτλο: «Νίτσε, ο συγγραφέας του Φούνες του Μνήμωνα».
Γράφει λοιπόν ο Νίτσε στο προαναφερόμενο κείμενο:
«Ένας άνθρωπος που θα ήθελε πέρα για πέρα να αισθάνεται μόνο ιστορικά θα ήταν ίδιος σχεδόν μ’ αυτόν που θα αναγκαζόταν να αποφεύγει τον ύπνο (…)»
Συνεπέστατα ο Φούνες είναι ένας άκρως ιστορικός άνθρωπος που πριν ακόμα «νοσήσει» με την αρρώστια της μνήμης. «…ξέρει πάντα την σωστή ώρα, σαν ρολόι.» αναφέρεται στο διήγημα.
Συνεχίζοντας ο Νίτσε λέει :
«(…) είναι δυνατόν να ζήσει κανείς σχεδόν χωρίς αναμνήσεις, και μάλιστα να ζήσει ευτυχισμένος όπως δείχνει το ζώο. Όμως είναι αδύνατο να ζήσει κανείς χωρίς γενικά να ξεχνάει. Ή για να εξηγηθώ ακόμα πιο απλά σχετικά με το θέμα μου: υπάρχει ένας βαθμός αϋπνίας, αναμασήματος, ιστορικού πνεύματος, με το οποίο το ζωντανό παθαίνει ζημιά και, στο τέλος, χάνεται είτε είναι άνθρωπος είτε λαός, είτε πολιτισμός.»
Εδώ λοιπόν το κοινωνικό ανάλογο της αϋπνίας η οποία-ή την οποία- θα επέφερε μια ανοικονόμητη μνήμη στον παθόντα είναι η διαρκής και λεπτομερειακή ενασχόληση με την Ιστορία.
Στην επόμενη φράση του σχεδόν σκιαγραφεί θα μπορούσε να πει κανείς το πορτραίτο του ήρωα του Μπόρχες:
«Σκεφτείτε το πιο ακραίο παράδειγμα: έναν άνθρωπο που δε θα είχε καθόλου τη δύναμη να ξεχνάει, που θα ήταν καταδικασμένος να βλέπει παντού ένα γίγνεσθαι…»
Ο νεαρός Ιρενέο μετά το ατύχημα δεν μπορεί να ξεχάσει:
«Ήξερε τα σχήματα που είχαν τα σύννεφα του νοτιά το ξημέρωμα στις 30 Απριλίου του 1882, και μπορούσε να τα παραβάλει στη μνήμη του με τα νερά ενός δερματόδετου βιβλίου που του χε ρίξει κάποτε μια ματιά, και με τα σχήματα του αφρού που σήκωσε ένα κουπί στο Ριο Νέγρο, την παραμονή της μάχης του Κεμπράτσο.»
Βλέπει παντού ένα γίγνεσθαι:
« …διέκρινε συνεχώς το αθόρυβο προχώρημα της διάβρωσης, της σήψης, της κόπωσης. Σημείωνε τη πρόοδο του θανάτου, της υγρασίας. Ήταν ο μοναδικός, διαυγής θεατής ενός κόσμου πολύμορφου, στιγμιαίου και σχεδόν αφόρητα ακριβούς.»
Η μνήμη του αποτελείται από λεπτομέρειες
«Η μνήμη μου κύριε, είναι ένας σωρός από σκουπίδια» θα ομολογήσει στο τέλος της συνάντησής του με τον συγγραφέα. Αναρίθμητες και άχρηστες λεπτομέρειες που τελικά τον σκοτώνουν με το βάρος τους, που τον πιέζουν ασφυκτικά οδηγώντας τον σε έναν πρόωρο θάνατο- μόλις δυο χρόνια αφ' ότου αποκτήσει το ιδιότυπο αυτό χάρισμα/κατάρα – από μια (άκρως συμβολική) συμφόρηση των πνευμόνων.
Το βάρος της μνήμης, το βάρος του παρελθόντος
«αυτό τον πιέζει προς τα κάτω ή τον λυγίζει μονόπλευρα…» γράφει ο γερμανός φιλόσοφος για τον ιστορικό άνθρωπο.
«Την ιστορία την αντέχουν μόνο δυνατές προσωπικότητες» λέει κάπου αλλού "τις αδύνατες τις εξαλείφει εντελώς".
Η άμετρη συσσώρευση ιστορικών γνώσεων "ένας τέτοιος κατακλυσμιαίος, εκκωφαντικός και βίαιος ιστορικισμός δεν είναι απαραίτητος (…) αλλά στον ύψιστο βαθμό επικίνδυνος" λέει κάπου άλλου.
Ο ήρωας του Μπόρχες συλλέγει αναμνήσεις αδιάκοπα αλλά είναι ανίκανος για γενικεύσεις
Η «μεγαλοσύνη του» λέει ο συγγραφέας είναι «ψελλή» και όπως προσθέτει αργότερα «δεν ήταν πολύ ικανός στη σκέψη. Σκέψη είναι να ξεχνάς τις διαφορές να γενικεύεις, να αφαιρείς»
Ο Φούνες αντιλαμβάνεται τα πάντα με την ίδια ισχύ. Το ουσιώδες και το μη ουσιώδες φαντάζουν το ίδιο στα μάτια του. Επαναφέρει παραστάσεις τις οποίες αδυνατεί να επεξεργαστεί κριτικά. Μαζεύει γνώσεις, μαθαίνει γλώσσες άσκοπα, μόνο και μόνο για να ξοδεύει τις στατικές ώρες που του κληρονόμησε το ατύχημα.
Ο Νίτσε βέβαια ουδέποτε αρνείται πλήρως τα οφέλη της ιστορίας. «το ανιστορικό και το ιστορικό είναι εξίσου αναγκαία για την υγεία ενός ατόμου, ενός λαού και ενός πολιτισμού» γράφει στο ίδιο κείμενο. Απλώς την αμφισβητεί στην περίπτωση που δεν διαβάζεται κριτικά. Κατακρίνει αυστηρότατα την άγονη συσσώρευση ιστορικών γνώσεων ως αυτοσκοπό, τη θυσία της παρούσης ζωντανής στιγμής στην μελέτη ενός νεκρού παρελθόντος, την αποθέωση του παλαιού και την επακόλουθη περιφρόνηση του παρόντος. Με άλλα λόγια την υπερβολή.
«'Ότι όμως η ζωή έχει ανάγκη από τις υπηρεσίες της ιστορίας πρέπει να γίνει αντιληπτό τόσο καθαρά όσο και η πρόταση η οποία αργότερα πρέπει να αποδειχθεί-ότι μια υπερβολή της Ιστορίας βλάπτει τον ζώντα.». Όπως λέει και στην εισαγωγή του κειμένου του: "μια υπερτροφική αρετή-όπως μου φαίνεται να είναι το ιστορικό πνεύμα της εποχής μας-μπορεί τόσο καλά να αποτελέσει την καταστροφή ενός λαού, όσο ένα υπερτροφικό ελάττωμα" ακριβώς όπως και η μνήμη για τον δύσμοιρο Φούνες που ξαναγυρνάει και ξαναγυρνάει (αιώνια…) στις αναμνήσεις του δέσμιος μιας απόλυτης ακινησίας σύμφυτης με το υπερτροφικό του χάρισμα που τελικά δεν τον αφήνει να ζήσει.
«Στο τέλος ο θάνατος φέρνει την ποθητή λήθη» γράφει ο Νίτσε για τον ιστορικό άνθρωπο, στο τέλος ο θάνατος φέρνει τη λήθη και για τον Φούνες.
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:24 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία, μελέτες
27.9.07
Beuys just wanna have fun

Πρώτα πρώτα πρέπει να ομολογήσω ότι αγαπώ τις μεγάλες διοργανώσεις τέχνης. Ίσως να είναι στερητικό από τα όψιμα μετεφηβικά μου χρόνια όταν ψευτο-χόρταινα τις ιδιάζουσες καλλιτεχνικές ορέξεις μου με τις περιορισμένες και αποστειρωμένες εκθέσεις της Εθνικής πινακοθήκης- άντε και καμιά εκδήλωση στην ΑΣΚΤ στη χάση και τη φέξη- και με ατέρμονες βόλτες στις λίγες, τότε, και μετριοπαθείς Αθηναϊκές γκαλερί. Ευτυχώς τα τελευταία δέκα χρόνια τα πράγματα έχουν αλλάξει. Πέρα από τις αίθουσες τέχνης, που πληθαίνουν μέρα με την μέρα με γεωμετρική πρόοδο, έχουμε ευχαριστηθεί επαρκώς μεγάλες εκθέσεις και κυκλοφορεί η υποψία ότι ίσως πλέον σ’ αυτό τον χώρο να μπορούν να ευδοκιμήσουν ακόμα και φιλόδοξα σχέδια. Στο κάτω κάτω έχουμε ζήσει και μια Outlook και φέτος πλέον δύο –παρακαλώ- Biennale. Ανεξάρτητα λοιπόν από το τι περίμενα και τι τελικά μου άρεσε, χάρηκα που επιτέλους είδα τόση σύγχρονη τέχνη μαζεμένη μόνο τρεις στάσεις του μετρό μακριά από το σπίτι μου (ούτε αεροπλάνα, ούτε τραίνα).
Σαφώς και δεν θα μπορούσα να έχω απαιτήσεις εύρους Βενετίας ή Kassel οπότε και δε δηλώνω καμία διάθεση να παραπονεθώ για τη διοργάνωση και την «υποστήριξη» του όρου Biennale που οι Χ Υ Ζ (όπως οι διοργανωτές αρέσκονται να υπογράφουν) διάλεξαν να δώσουν στην έκθεσή τους. Θεωρώ ότι έχουν το ακαταλόγιστο της παρθενικής φοράς και -γιατί όχι-της αποκοτιάς τους να είναι οι πρώτοι που πήραν την απόφαση να το κάνουν.
Προσπερνώ καλοπροαίρετα λοιπόν το γεγονός ότι ένα από τα πιο αγαπημένα μου έργα του Κεσσανλή σχεδόν εξαφανίζεται λόγω του στησίματός του και αρνούμαι πεισματικά να σχολιάσω περαιτέρω την τόσο κεντρική επίδειξη κακογουστιάς και κιτς μεγαλεπήβολης ευκολίας του Φαϊτάκη, σε αυτό τον ανεκδιήγητο συνδυασμό με το ναι μεν ιστορικό, αλλά κατά τα άλλα αδιάφορο σχέδιο του Πικάσο.
Σίγουρα δεν θα πρωτοτυπήσω αναφέροντας πόσο επιτυχημένη επιλογή εισόδου μου φάνηκαν οι διαδοχικές ανατινάξεις των Rosefeldt και Steinle σε αντίθεση με τις παρωχημένες κλισέ μανιφεστοειδείς εγκαταστάσεις του Κενού Δικτύου-που πολύ θα ήθελα να ξέρω πως καταφέρνουν και παρεισφρέουν παντού- που ακολουθούν.
Το έργο του Σαββίδη με εντυπωσίασε με το εννοιολογικό του υπόβαθρο-ένα τριπλό προωθημένο πολεοδομικό what if- αλλά και με την τεχνική του αρτιότητα και στην ίδια «μέρα» ξεχώρισα επίσης τη δουλειά του Ρουμάνου Muresan εμπνεόμενη στο πνεύμα του μεταμοντέρνου από το περίφημο γλυπτό του Κatalan «Η ένατη ώρα».
Ουσιαστικότατο σχόλιο στη λογοκρισία, τη θέση της τέχνης, το ρόλο των media, το επιβαλλόμενο πρέπον και τη στάση της διανόησης, το «Inner time of television» των Otolith Group είναι ίσως το καλύτερο έργο της έκθεσης.
Η εντυπωσιακή εγκατάσταση του De Jong με τους αρλεκίνους, αν και με την ευκολία του μεγέθους, είναι έργο ευαίσθητο και τελικά εκφραστικά αποτελεσματικό κάτι που δε συμβαίνει αναλόγως με τα γύρω του παρωχημένα ζωγραφικά των Klechner και Βαρελά.
Για άλλη μια φορά ο Τότσικας στέκεται θαυμάσια άμεσος και ανελέητος και η Σαγρή εκνευριστικά εγωπαθής και αυτοαναφορική.
Στην εγκατάσταση των assume vivid astro focus διασκέδασα αρκετά ώστε να γειωθώ όσο έπρεπε με το μηδενιστικό σκηνικό των Kimberly Clark και το σκληρό αλλά εύστοχα πολιτικό βίντεο του Ozgen (επίσης από τα καλύτερα της έκθεσης).
Στην «έκτη μέρα» ξεχώρισα το σύντομο αλλά δυνατό βιντεάκι της Pong και βέβαια τη δουλειά με την οποία κλείνει η έκθεση, το λιτό αλλά ανατριχιαστικό έργο της Μυλωνά. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις αποδεικνύουν τη δύναμη του λακωνικού στην τέχνη. (Ο Borges είχε πει κάποτε ότι δε βλέπει το γιατί να γράφει κανείς πολυσέλιδα μυθιστορήματα όταν ο,τιδήποτε μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί και με ένα σύντομο διήγημα…)
Χάρηκα επίσης πολύ που είδα έργα του Gober, του Bock (αν και δεν είχα τις ψυχικές αντοχές να το δω ολόκληρο) και του Jarman (απλώς συγκλονιστικό).
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:26 0 σχόλια
Ετικέτες εκθέσεις, σύγχρονη τέχνη
19.9.07
EMERGENCY ROOM
The exhibition changes every day at 12.30
The exhibition comments on politics today
The exhibition is unpredictable
The exhibition is alive
Για τον Thierry Geoffroy -επονομαζόμενο και Colonel- η τέχνη είναι ένα πεδίο μάχης. Για να αντεπεξέλθεις πρέπει να έχεις αυτοπειθαρχία, εγκράτεια, εγρήγορση και καλή φυσική κατάσταση καθώς και να είσαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να παρέμβεις οπουδήποτε.
Οι καλλιτέχνες που -κυριολεκτικά- στρατολογήθηκαν για το Emergency room δοκιμάστηκαν δεόντως σε όλες αυτές τις αρετές προκειμένου να παραδίδουν κάθε μέρα-όσοι τουλάχιστον «υπάκουσαν» στις πρωταρχικές οδηγίες-και ένα καινούριο έργο με ερέθισμα την απολύτως τρέχουσα επικαιρότητα.
Η διαδικασία συμμετοχής εμπεριείχε τρέξιμο γύρω από την ακρόπολη-για να μη ξεχνάμε που βρισκόμαστε-, στρατιωτική πειθαρχία την ώρα της δουλειάς που γίνεται in situ, no drinking no smoking- η τέχνη θέλει ευλαβική προσήλωση και ετοιμότητα, κάθε περισπασμός είναι εμπόδιο στην έμπνευση- αλλά και αντάρτικη διείσδυση στην Αθηναϊκή Biennale τη μέρα των εγκαινίων αυτής.
Η βασική σύλληψη του project, που ήδη έχει λάβει χώρα στη Δανία, στη Γερμανία, στη Νέα Υόρκη και από την 1 Σεπτέμβρη τρέχει και στην Αθήνα, στη γκαλερί Ιλεάνα Τούντα, είναι ουσιαστικά η γνωστοποίηση της άποψης των καλλιτεχνών για τα ημερησίως τεκταινόμενα- τι σκέφτονται διαβάζοντας την εφημερίδα, βλέποντας ειδήσεις στην τηλεόραση ή ψάχνοντας τα νέα στο Internet. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι η καλλιτεχνική ποιότητα αλλά η έκφραση της θέσης του καλλιτέχνη, η οποία –βεβαίως- μπορεί να αποδοθεί αποτελεσματικά μόνο μέσα από τα δημιουργήματά του. Το έργο του καλλιτέχνη Geoffroy είναι η συγκομιδή των απόψεων αυτών.
Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα.
Πρόκειται για εφετζίδικο project όπου ο καλλιτέχνης/ επιμελητής εκμεταλλεύεται/ καρπώνεται τον εξαναγκασμένο οίστρο των φιλότιμων συμμετεχόντων καλλιτεχνών ως προσωπικό έργο ή είναι πράγματι μια ευκαιρία για δημιουργική εκτόνωση αλλά και-κυρίως- προσωπική δοκιμασία της ποικιλίας δυνατοτήτων έκφρασης, της εφευρετικότητας και της επινοητικότητας των δημιουργών καθώς και εξάντληση της «έμπνευσης της ημέρας» (αν αυτό είναι κάτι που υφίσταται); Με άλλα λόγια με τι έχουμε να κάνουμε τελικά, με χαμαλίκι ή με πρόκληση;
Το σκεπτικό του «δεν μας νοιάζει η ποιότητα αλλά η γνώμη του καλλιτέχνη»
υποδαυλίζει προχειρότητα και ευκολία ή πρόκειται για θεμιτή επιείκεια καθώς η προσδοκώμενη αυτόματη καλλιτεχνική αντίδραση στα γεγονότα δεν μπορεί να παράγει πάντα τα καλύτερα; Δίκοπο μαχαίρι.
Οι επιμελείς που δέχτηκαν πλήρως την πρόκληση αναμετρήθηκαν τελικά με τον εαυτό τους στο κατά πόσο μπορούν να είναι σε καθημερινή βάση δημιουργικοί και επινοητικοί ή μήπως τελικά στο κατά πόσο η έμπνευση έρχεται κατά παραγγελία; Ύπουλο ερώτημα.
Ασφαλώς υπήρξαν και οι «κοπανατζήδες» που απέφυγαν το καθημερινό εγερτήριο ή την επί τόπου δουλειά φέρνοντας ήδη έτοιμες δουλειές με διάφορα διπλωματικά προσχήματα. Γενικώς πάντως το πλήθος των καλλιτεχνών-οι οποίοι ήταν Έλληνες και ξένοι κάθε ηλικίας από φοιτητές της καλών τεχνών μέχρι καταξιωμένους ενεργούς καλλιτέχνες της εγχώριας τουλάχιστον σκηνής- κυμαινόταν από 7 άτομα μέχρι 30.
Όπως είναι αναμενόμενο θεματικά κυριάρχησαν οι πυρκαγιές και οι εκλογές αλλά πολύ ενδιαφέρον είχαν και έργα σχόλια σε μεμονωμένα περιστατικά από την παγκόσμια επικαιρότητα -όπως αυτό του Ταξιαρχόπουλου σχετικά με την διαπόμπευση μιας Γιαπωνέζας πολιτικού εν έτη 2007, ή του Γιαννάκη για την βομβιστική επίθεση-αυτοκτονία ενός 22 -χρονου στη Βομβάη- ή θέματα επιστημονικής φύσεως όπως η άποψη του Hawking για μετοίκηση σε άλλο ηλιακό σύστημα που εικονοποίησε η Μιχαλάκη.
Προσωπικά εκτιμώ και επικροτώ κάθε πειραματική απόπειρα που εγείρει προβληματισμούς-ανεξάρτητα αν συμφωνώ ή όχι με τη λογική της. Πόσο μάλλον όταν το αποτέλεσμα αναδύει εξαιρετικές προσπάθειες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση κάποιοι καλλιτέχνες ξεπέρασαν μάλλον κατά πολύ τις προσδοκίες του εγχειρήματος καθώς στα εγκαίνια -όπου είχε γίνει μια επιλογή από τα έργα όλης της πρώτης εβδομάδας- εμφανίστηκαν δουλειές υψηλότατης καλλιτεχνικής ποιότητας.
Η Οικονομοπούλου και ο-νεότατος- Μόρης- για παράδειγμα, που βρίσκονταν εκεί καθημερινά για μια βδομάδα ανταποκρινόμενοι πλήρως στην πρόκληση του Στρατηγού- έδωσαν έργα αρτιότατα τόσο ως καλλιτεχνική σύλληψη όσο και ως τεχνική (η μεν ευαίσθητα και επικεντρωμένα στο ανθρώπινο στοιχείο, ο δε χιουμοριστικά και πολιτικά), ο Φουτρής για άλλη μια φορά ήταν επινοητικότατος, ο Ιωάννου επίσης πολύ εύστοχος στα πολιτικά του σχόλια.
Από κει και μετά το τι μπορεί να κάνει κανείς υπό το πρόσχημα της τέχνης είναι μια άλλη-και μεγάλη- ιστορία…
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το project:
www.emergencyrooms.org
Ειδικότερα για την πραγματοποίησή του στην Αθήνα και για φωτογραφίες από κάθε μέρα υπάρχει το blog:
http://emergencyroom-athens.blogspot.com/
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:30 0 σχόλια
Ετικέτες εκθέσεις, σύγχρονη τέχνη
26.6.07
Η μεγάλη αρκάνα και τα σταυρολεξολούλουδα (Λίγα λόγια για τον Μίλοραν Πάβιτς)
Σπίτια με καρέκλες που νιαουρίζουν σαν γάτες.
Σοπράνο με σιωπές άλλοτε σε μινόρε και άλλοτε σε ματζόρε και φωνές που υπόσχονται και περιμένουν πολλά
Διηγήματα που τρυπώνουν ύπουλα μέσα σε ξένα μυθιστορήματα.
Το έργο του Μίλοραν Πάβιτς αιωρείται μέσα σε αυτή την καθημερινή μαγεία που συναντά κανείς μόνο στη Λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και καμιά φορά στη σύγχρονη Γιαπωνέζικη, σε αυτή τη σχεδόν «σπιτική» μεταφυσική που κάνει τις πιο παράλογες συμπτώσεις να φαντάζουν κοινότοπες και τα πιο αναπάντεχα υπερφυσικά φαινόμενα να μετατρέπονται σε ρουτίνα.
Τα όνειρα αυτονομούνται σε μια δική τους πραγματικότητα και εισβάλουν ανενόχλητα-και θρασύτατα- στη δική μας ενώ το παρελθόν εμπλέκεται με το παρόν σε ένα υβριδικό χωροχρόνο φανταστικού-πραγματικού.
Ένας αρχιτέκτονας, αποτυχημένος στο επάγγελμα, αποτυχημένος στις σχέσεις του ψάχνει στο Άγιο όρος αιτίες.
Μια καλλονή με διάφανα βλέφαρα και «κορμί θαμμένο στα όνειρα όλων των αντρών που τη γνώριζαν»[1] ερωτεύεται μόνο μικρά αγοράκια.
Ένας καπετάνιος – στυλίτης.
Ένας οργανοπαίχτης χωρίς σκιά που το όνομά του άνηκε κάποια εποχή στο Σατανά.
Ισχυρά τοπικά –ίσως και λαογραφικά- στοιχεία παρμένα από τη σέρβικη παράδοση εμφανίζονται μέσα από μικρές ιστορίες άλλοτε «ατίθασες» να παρεισφρύουν λαθραία στην κυρίως αφήγηση και άλλοτε «χρήσιμες», να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής.
Βουτηγμένη σε μια πυκνή θρησκευτικότητα, με μια αξιοσημείωτη ευγένεια απέναντι σε κάθε είδους πίστη, η πένα του Πάβιτς πολλές φορές μοιάζει να τριγυρίζει διακριτικά μέσα στα ιερά βιβλία πλέκοντας επιδέξια στοιχεία από τη Βίβλο, το Κοράνι ή το Ταλμούδ.
Παράλληλα, μια ανεπαίσθητη πολιτική διάθεση δεν μπορεί να μην αφήσει μια πίκρα για μια διαμελισμένη πατρίδα…
Κουβέντες για κουτά και σοφά αστέρια
Εραστές που δεν μπορούν ποτέ να συναντηθούν γιατί βρίσκονται σε διαφορετικές ιστορίες.
«Λουκουμάδες γεμισμένοι με άγρια σαλιγκάρια και πίτες με μπαχαρικά σε ταψί από φαγιάνς σερβιρισμένοι με τσάι από τσουκνίδα και μέλι.»[2]
Η μπαρόκ παιδεία του συγγραφέα στολίζει την αφήγησή του με στοιχεία υπερβολής που κοσμούν χωρίς να θαμπώνουν μια ούτως ή άλλως πλούσια μυθοπλασία ενώ ενίοτε κάποιες περιγραφές παραπέμπουν αναπάντεχα σ´ αυτή την τόσο καίρια αλλά ανελέητη οικεία ωμότητα των δημοτικών μας τραγουδιών.
Πίσω από κάθε σκηνή πάθους ελλοχεύει μια τραγωδία-οι έρωτες είναι καταδικασμένοι στην οδύνη λες και κάθε στιγμή ατόφιου ερωτισμού κοστίζει μια αιωνιότητα πόνου. Αντίτιμο που οι εραστές πληρώνουν στωικά, χωρίς αντίρρηση.
«Αγαπήθηκαν τον περασμένο χειμώνα. Έτρωγαν με το ίδιο πιρούνι, μια ο ένας μια η άλλη, και αυτή έπινε κρασί από το στόμα του. Εκείνος τη χάιδευε με τέτοιο τρόπο που η ψυχή της έτριζε στο σώμα του…»[3]
Η Ιερεσένα, η Ηρώ, η Βίτατσα, η Κβασνιέφσκα., η Καλίνα, η Ατέχ.
Πριγκίπισσες που ξυπνούν κάθε πρωί με διαφορετικό πρόσωπο.
Θεσπέσιες γυναίκες που μυρίζουν ροδάκινο, παγιδευμένες στη σοφία τους και σ’ ένα κάλλος που τρελαίνει τους ποιητές. Αναρωτιούνται από πού έρχονται τα όνειρα, προσπαθούν να αντισταθούν στα μίση τους, μετρούν το βάθος των ημερών κι αφήνουν πίσω τους ίχνη από κόκκινα χαμόγελα.
«..Μιλούσε σαν να σήκωνε κάθε λέξη από το χώμα με τη γλώσσα του. Ζούσε έτρωγε ανέπνεε και κοιμόταν με μεγάλο κόπο σαν να έχτιζε πυραμίδα μέσα του.»[4]
Ο Αθανάσιος Σβίλαρ, ο δρ. Αμπού Καμπίρ Μουαουία, ο Λέανδρος, ο Παχώμιος Τενέτσκι, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος.
Άντρες με πρόσωπα στενά, μάτια ρηχά και παχιά αυτιά, παραγεμισμένοι με λατινικές φράσεις…
Κοινοβίτες ή ιδιορρυθμίτες, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί ή Εβραίοι, ορθόδοξοι ή καθολικοί, ήρωες παγιδευμένοι σε ξένες ψυχές ,σε ξένα όνειρα, σε λάθος ιστορίες, γρήγοροι ή αργοί, φτιαγμένοι άλλοι για να λατρεύονται, άλλοι μόνο για να λατρεύουν.
«Η γυναίκα αισθάνεται αμέσως τον άντρα για τον οποίο το γυναικείο στόμα είναι κόμπος στα μουστάκια του. Όλες οι γυναίκες θέλουν πάντα τους ίδιους και αποφεύγουν ακριβώς τους ίδιους. Όπως εκείνα τα μέρη στη γη στα οποία ο σκύλος ποτέ δεν γαβγίζει.»[5]
Τα βιβλία του Πάβιτς δεν διαβάζονται με τον παραδοσιακό τρόπο-σαφώς και μπορεί κανείς και έτσι αλλά υπάρχει πάντα και η γοητευτική δυνατότητα να διαβαστούν αλλιώς. Να λυθούν σαν σταυρόλεξα, να ερμηνευτούν σαν κάρτες ταρό, να «ανατρεχθούν» σαν λεξικά, ή να βιωθούν σαν κλεψύδρες, γενικά ο αναγνώστης μπορεί να επιλέξει από διάφορες εναλλακτικές διαδοχές κεφαλαίων, αυτή που του ταιριάζει περισσότερο. Αν είναι άντρας ή γυναίκα, αν αγαπάει την τάξη των σταυρολέξων ή τις λέξεις τους, αν στέκεται στην εσωτερική ή στην εξωτερική πλευρά του ανέμου. Πρόκειται για βιβλία που συνομιλούν με τον αναγνώστη, τον υπολογίζουν, σχεδόν τον αγγίζουν και τελικά τον ενσωματώνουν στην αφήγηση.
Κλασσικός και μεταμοντέρνος ταυτόχρονα, παραδοσιακός και εικονοκλάστης ο λογοτέχνης, ποιητής, ερευνητής, καθηγητής και Ακαδημαϊκός Μίλοραν Πάβιτς μιλάει για τον εαυτό του σε ένα πανέμορφο αυτοβιογραφικό σημείωμα που μπορεί κανείς να βρει στο site www.khazars.com, μαζί με δυο έργα του ειδικά γραμμένα για το διαδίκτυο και με όλη του τη βιβλιογραφία.
Τα έργα του Πάβιτς τα μισείς ή τα λατρεύεις-όπως εξάλλου συμβαίνει με όλα τα μεγάλα έργα-όπως εξάλλου συμβαίνει και με το μεταμοντέρνο.
Όσο για τους αναγνώστες του:
«είναι εντελώς φανταστικοί. Κάθε ομοιότητα με τους αληθινούς αναγνώστες είναι εντελώς συμπτωματική»[6]
[1] Μίλοραν Πάβιτς «Τοπία ζωγραφισμένα με τσάι» ΗΡΟΔΟΤΟΣ
[2] Μίλοραν Πάβιτς «Τελευταία αγάπη στην Κωνσταντινούπολη» Βιβλιοπωλείο της Εστίας
[3] Μίλοραν Πάβιτς «Το λεξικό των Χαζάρων»Ηρόδοτος
[4] Μίλοραν Πάβιτς «Η εσωτερική πλευρά του ανέμου ή Η αγάπη και ο θάνατος της Ηρώς και του Λέανδρου» ΕΣΤΙΑ
[5] Μίλοραν Πάβιτς «Τοπία ζωγραφισμένα με τσάι» ΗΡΟΔΟΤΟΣ
[6] Μίλοραν Πάβιτς «Τοπία ζωγραφισμένα με τσάι» ΗΡΟΔΟΤΟΣ
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 13:45 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
18.7.06
walking
Λοιπόν δεν θα είμαι πααααρα πολύ γκρινιάρα αυτή τη φορά.
Εμένα ο Μεγάλος Περίπατος μου άρεσε, πέρασα όμορφα-είχε κι ωραία βραδιά εχθές, περπατάγαμε τρεις ώρες χωρίς να το καταλάβουμε είδαμε όλους τους γνωστούς και φίλους –ήταν και το πανηγύρι της Αγιάς Μαρίνας μεγάλη η χάρη της-και μόνο όταν έφτασα στο Γκάζι κατάλαβα πόσο κουρασμένη ήμουν…Είδαμε πράγματα, Hirschhorn (επιτέλους), Gary Hill, Ghada Amer, Sierra, Κανιάρη (ok για άλλη μια φορά το Κουτσό)
Απλώς… ε, να θα ήταν τόσο δύσκολο να έβγαζαν κάτι σαν σχεδιάγραμμα, χάρτη, κάτι τέλος πάντων αναγνώσιμο που θα μπορούσε να έχει ο περιπατητής και να βρίσκει τα τόσα έργα που είναι κρυμμένα εδώ και κει? Το έργο του Κουνέλη π.χ. που ήταν? Του Kabakov? Η performance που έγινε? Και αυτή η δουλειά των Neen με το βάφτισμα τι διαπραγματευόταν?
Θα ήταν τόσο δύσκολο να υπήρχαν επιγραφές στο κτίριο των αρχαιολόγων για να μη χρειάζεται κανείς να ανατρέχει στις εφημερίδες για να ανακαλύψει ότι τα έργα που είδε ήταν Boltanski, Kapour και Χατζημιχάλης (για όσους αναρωτιούνται ακόμα)?
Είναι τόσο δύσκολο κάτι τόσο ωραίο να το κάνουν λίγο πιο λειτουργικό?
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:32 0 σχόλια
Ετικέτες εκθέσεις, σύγχρονη τέχνη
19.6.06
intentions
19/6/2006
Από τη στιγμή που μια χειρονομία, ένα σχέδιο, μια παράθεση σχημάτων, κάποιες λέξεις, μια εγκατάσταση αντικειμένων, ένα έργο ή όπως αλλιώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει μια δημιουργία πάσης φύσεως σε κάνει να αισθανθείς κάτι δυνατό και καίριο-πόση σημασία έχει η πρόθεση του δράστη;
Από τη στιγμή που μια κίνηση-κάθε είδους- μπορεί να σε εισάγει σε πρωτόγνωρους δρόμους προβληματισμού και σκέψης πόσο την αποδυναμώνει το γεγονός ότι αυτοί οι δρόμοι ίσως και να μην ήταν ποτέ το όραμα του τελεστή της;
18.5.06
vengo
Μια από τις καλύτερες εκθέσεις των τελευταίων ημερών θα μπορούσε να κάνει την κυρία Μαρία Παπαδημητρίου να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της και τους(φετινούς τουλάχιστον) απόφοιτους της ΑΣΚΤ να τρώνε τα πτυχία τους...Όλη η φρεσκάδα και το διαφορετικό που ψάχνει η σημερινή ελληνική εικαστική σκηνή (αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο βέβαια) συμπυκνωμένο μέσα από τα μάτια μιας θρυλικής μειονότητας. Τρία μπράβο στο Βασίλη που αναγνώρισε το δυναμικό και μάζεψε τους μικρούς τσιγγάνους καλλιτέχνες –μέσου όρου ηλικίας 19, άλλοι δεν έχουν πάει ποτέ σχολείο και άλλοι βρίσκονται σε αναμορφωτήρια, χίλια μπράβο στα παιδιά.
Ασύλληπτο το video Cowboy με την unplugged εκτέλεση του 12(!!!)
Που είστε κύριε Μπέλτσε μου???
Κοσμο-Πολιτισμός
Α. Μεταξά 20 Εξάρχεια
Μέχρι τις 20/5
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:33 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
11.4.06
I would prefer not to
11/4/2006
Τα δωμάτια του Καπάτου είναι ένας θεσμός όπου έχει πλέον δικαιωματικά καθιερωθεί το κάθε πέρσι και καλύτερα. Τα φετινά είναι αβάσταχτα. Η πεμπτουσία του κλισέ και η αποθέωση του κοινότυπου. Αναρίθμητος στυλάτος κόσμος που δεν έχει τίποτα να προτείνει- στείρες αναπαραγωγές, χιλιοειπωμένα και χιλιοειδωμένα εφφέ, κακό χιούμορ και αξιοπρόσεκτη έλλειψη πνευματικότητας και ουσίας. Όσο περίτεχνο και να είναι το περιτύλιγμα δυστυχώς-και ευτυχώς-η χαζομάρα δεν κρύβεται. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να είναι κανείς επιεικής με την ευκολία και να δικαιολογεί το λίγο. Δεν μιλάω για έλλειψη ταλέντων- μόνο για τεμπελιά και επιφανειακότητα. Για πόσο ακόμα η τέχνη θα εξαντλείται σε φτηνά αστεία χωρίς βάθος και εντυπωσιακές και εξυπνακίστικες βιτρίνες? Βοήθειά μας και έρχεται και η Biennale...
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:36 0 σχόλια
Ετικέτες εκθέσεις, σύγχρονη τέχνη
25.3.06
ursula le guin -το έπος της γαιοθάλασσας

Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να φτάσεις στη Γαιοθάλασσα, κι αυτός είναι αρμενίζοντας. Αν σε πιάσει φουρτούνα στο Αρχιπέλαγος μη φοβηθείς. Σίγουρα θα είναι κάποιος ναυτικός γητευτής στο πλήρωμα και θα καταπραΰνει τον καιρό με έναν ρούνο που θα προφέρει- λίγο άγαρμπα, είναι αλήθεια- στην Αρχαία Λαλιά-ξέρεις, εκείνη την αρχαία γλώσσα της δημιουργίας που μιλάνε πλέον μόνο οι Δράκοι.
Αν πάλι τύχει και καταλήξεις κάπου προς τις Εσώτερες Στεριές, μη παραλήψεις να επισκεφτείς την όμορφη Χάβνορ με τις κόκκινες στέγες και τα μωσαϊκά στις αυλές. Εκεί δεν πρόκειται να συναντήσεις πλέον αρχέγονες θρησκείες με αιμοσταγείς θεότητες. Μόνο μάγους και γητευτές- τελευταίοι διαχειριστές των Αρχαίων Δυνάμεων της γης. Μάγους που θεραπεύουν με ξόρκια και βότανα, μιλάνε στον καιρό, φροντίζουν τις σοδειές και τα ζώα αφού μόνο αυτοί γνωρίζουν τα αληθινά ονόματα των ανθρώπων και των πραγμάτων…
Το ερμητικό-σχεδόν προ-ηθικό- σύμπαν της Ούρσουλα Λε Γκεν αναπόφευκτα παραπέμπει σε αυτό του Τόλκιν. Επιρροές από Βόρειες μυθολογίες, σκοτεινές δυνάμεις, δράκοι, ήρωες, μάγιστροι, ξόρκια και δαχτυλίδια.
Εδώ όμως δεν θα βρεις εύκολους συμβολισμούς για το κακό και το καλό, δεν θα βρεις «όμορφα» αλλιώτικα πλάσματα, ούτε στρουμφοχωριά από χόμπιτ. Το Έπος της Γαιοθάλασσας δεν είναι ένα διδακτικό παραμύθι για παιδιά με ευχάριστα ιντερμέδια εφηβικού χιούμορ, και χορταστικές περιγραφές μαχών.
Στέρεα βασισμένη σε ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο που προέρχεται από την ίδια τη γλωσσική φιλοσοφία του Walter Benjamin, η συγγραφέας γράφει μια σκοτεινή ιστορία για τη χαμένη γλώσσα της φύσης, για την πάλη του ανθρώπου με τον εαυτό του και τη μοίρα του. Για ήρωες που ανδραγαθούν πρώτα απ´ όλα απέναντι στους φόβους τους και τις αδυναμίες τους. Για μια ανθρώπινη φυλή που νοσταλγεί και αγωνίζεται να ξαναβρεί τον ομφάλιο λώρο της με τη γη. Την όμορφη, φωτεινή και ευγενική γη που όμως μπορεί να γίνει σκοτεινή, τρομερή και σκληρή όταν θέλει να εκδικηθεί.
Στον κόσμο της Γαιοθάλασσας το κακό έχει το ακαθόριστο σχήμα της δεισιδαιμονίας, της υπέρμετρης φιλοδοξίας, της αγάπης για επιβολή και κυριαρχία, της ζήλιας και του φθόνου, όλων των προσωπικών δαιμόνων –το κακό δεν είναι οι άλλοι αλλά εμείς οι ίδιοι. Οι ανώνυμες δυνάμεις του ερέβους κατοικούν εκεί κάτω, στο πιο μύχιο σκοτεινό εγώ μας.
Αδυσώπητα ψυχογραφικό όσο και σκεπτικιστικό το εξάτομο έργο της Ούρσουλα Λε Γκεν –συγγραφέα του ευρύτερα γνωστού Aναρχικού των δύο κόσμων- παρά την γκρίζα ατμόσφαιρα, το νοσταλγικό του τόνο και μια υπόγεια μελαγχολία τελικά σου αφήνει-χαριστικά- μια χαραμάδα φωτός.
Κάθε λαβύρινθος εξάλλου έχει τουλάχιστον μια έξοδο-το θέμα είναι πόσο πολύ θέλεις να βγεις.
Ursula Le Guin
Το Έπος της Γαιοθάλασσας (6 τόμοι)
Μετάφραση Λίλη Ιωαννίδου
Εκδόσεις ΤΡΙΤΩΝ
Ο μάγος του Αρχιπελάγους
Οι τάφοι του Ατουάν
Η πιο μακρινή άκρη
Τεχανού
Ιστορίες της Γαιοθάλασσας
Ο άλλος άνεμος
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 22:18 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
14.1.06
A long way to the top
14/1/2006
Είναι κάποιοι άνθρωποι που έχουν αυτό το μυστήριο ταλέντο να μπορούν να μιλάνε για τα πιο σκληρά και σκοτεινά πράγματα με τον πιο αναπάντεχο τρόπο-με γλυκύτητα, με χιούμορ ή με ρομαντισμό-ένας από αυτούς είναι ο Morissey (To die by your side...) ένας άλλος είναι ο φίλος μου ο Α. και ένας ακόμα είναι ο Nick Hornby.
Το Along way down είναι τόσο όμορφο που το διάβασα μέσα σε τρεις διαδρομές λεωφορείων και δυο νύχτες -μη μπορώντας να το αφήσω πραγματικά.
Τον αγαπάω αυτό τον άνθρωπο γιατί έχει μια ποιότητα αμείωτη από το High Fidelity μέχρι τώρα και ένα τόσο οικείο και ανθρώπινο χιούμορ που έχω βρει σε πολύ λίγους συγγραφείς (από Έλληνες μόνο στο Λένο Χρηστίδη).
Και πάντα ζηλεύω αυτούς που δεν τον έχουν ανακαλύψει οπότε έχουν επομένως πέντε βιβλία του ακόμα να διαβάσουν (χωρίς τη συλλογή με τα διηγήματα που επιμελήθηκε).....
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:37 0 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
14.12.05
Always look at the bright side of death (Η νεκρή νύφη)

Πόσο ενδιαφέρουσα μπορεί να είναι η επιλογή των Χριστουγέννων για ένα διαλογισμό πάνω στο θάνατο? Μόνο ο σκηνοθέτης του Nightmare before Christmas θα μπορούσε να διεκπεραιώσει κάτι τέτοιο…
Ο Burton, λοιπόν, με μια ακόμα δουλειά πάνω σε αρχετυπικά δίπολα, μας αναλύει τα μεταφυσικά του οράματα βαδίζοντας με χιούμορ αλλά και σκεπτικισμό στα όρια ζωής και θανάτου, απαισιόδοξος πάνω στη ζωή-αισιόδοξος πάνω στο θάνατο…
Καταρρίπτοντας το κοινωνικώς αποδεκτό και ορισμένο επιλέγει ύπουλα το ασπρόμαυρο για έναν κόσμο τεθλιμμένων θλιβερών ζωντανών και το έγχρωμο για ένα οργιαστικό πανηγύρι κεφάτων συμπαθέστατων νεκρών.
Παραθέτει ένα διονυσιακό υπόκοσμο-που κινείται μεταξύ γαλλικού καμπαρέ και μπαρ περιόδου ποτοαπαγόρευσης- με λάγνο κέφι και έντονο χρώμα σε αντιδιαστολή με το θλιβερά ανέραστο γκρίζο σκηνικό της Βρετανικής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Μια τόσο διαφορετική εκδοχή που διχάζει εξ´ αρχής τον θεατή χωρίς ελαφρυντικά–ποια λοιπόν πρέπει να διαλέξει ο χλωμός θλιμμένος ρομαντικός ήρωας? Τη νεκρή ή τη ζωντανή νύφη? Ένα πραγματικό δίλημμα, μια αναπάντεχη σύγχυση αφού στο προκείμενο –παράλογο-«ερωτικό» τρίγωνο σε αυτή τη μαύρη-σχεδόν πεισιθάνατη -παραλλαγή του, η έννοια του ζωντανού και του νεκρού είναι σχετικές…
Η φαινομενικά θριλερική συνεύρεση νεκρών και ζωντανών με σκοπό την κουμπαριά ζωής και θανάτου-που σαφώς οδηγεί στο αδύνατο της πράξης… -καταλήγει σε μια- σύντομη βέβαια- απρόσμενα- αν και όχι και τόσο τελικά…- φιλική συνύπαρξη, με συγκινητική τρυφερότητα και νοσταλγία των μεν για τους δε και τούμπαλιν, μια διαφορετική έγερση των κατοίκων του κάτω κόσμου οι οποίοι θυμούνται, αναπολούν και αγαπούν ακόμα και με τις σταματημένες τους καρδίες που ίσως και να νιώθουν περισσότερα από τις σκληρές καρδιές των «από πάνω».
Ανατρέποντας τετριμμένες ηθικές και παρωχημένες δεισιδαιμονίες ο Barton δημιουργεί άλλο ένα σκοτεινό παραμύθι με γοτθικές αποχρώσεις χτισμένο με τις κλασσικές δραματικές δομές, με καλούς και κακούς, αδικίες και προδοσίες και με μια –κοσμογονική- κορύφωση που καταλήγει στη νέμεση και τη λύτρωση.
Και έζησαν αυτοί καλά και αυτοί που δεν έζησαν μπορεί και καλύτερα…
25.10.05
Περί πετρελαίου

Στη μέση ενός βουβού και πλούσιου ωκεανού, στο εσωτερικό ενός πλοίου-ναού που θα μπορούσε να είναι φαλαινοθηρικό ή πετρελαιοφόρο, πραγματοποιείται ένας γάμος Shinto μεταξύ δύο «εκλεγμένων» ξένων- ενώ παράλληλα στο κατάστρωμα συντίθεται βαζελίνη σε ένα αλλόκοτο γλυπτό.
Ένα σχόλιο πάνω στον πόνο και τη δημιουργικότητα, στην οδύνη πριν τη μεταμόρφωση, στην προσπάθεια που προϋποθέτει κάθε αναγέννηση.
Η ανεξάντλητη φύση που αναμένει να προσφέρει την ενέργειά της, η τέχνη που βασανίζει για να αναδυθεί κι ένας υπόκωφος ερωτισμός που πληγώνει για να λυτρώσει.
Μια από τις πιο ιδιότροπες ερωτικές σκηνές που έχουν ποτέ γυριστεί, να παραπαίει στα όρια άκρατου αισθησιασμού και αδυσώπητου σαδομαζοχισμού και να σε στοιχειώνει ανελέητα…
Το sui generis εικαστικό ιδίωμα του Barney εμπλέκει επιδέξια στοιχεία από τον Ιαπωνικό πολιτισμό, τον σιωπηλό κόσμο του βυθού και τη βαριά βιομηχανία του πετρελαίου. Δεν παραλείπει βέβαια να υπογράψει με το προσωπικό του σύμβολο-που το έχουμε γνωρίσει τόσο στα Cremaster όσο και στα υπόλοιπα Drawing Restrain- τη φόρμα του γλυπτού, το οποίο εξάλλου δημιουργείται από ένα υλικό στο οποίο ο καλλιτέχνης έχει κατά καιρούς δείξει ιδιαίτερη προτίμηση για την κατασκευή των εγκαταστάσεων-σκηνικών του.
Δίπλα στον Barney, η Bjorg δείχνει να είναι η μοναδική επιλογή που θα μπορούσε κανείς να κάνει για αυτό τον ρόλο
Στο αργό τέλος η λύτρωση.
Το χημικό γλυπτό καταρρέει χωρίς την ανθρώπινη υποστήριξη.
Οι εραστές ελευθερώνονται στο υγρό στοιχείο για πάντα.
Drawing Restraint 9
Matthew Barney
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 21:54 0 σχόλια
Ετικέτες σινεμά, σύγχρονη τέχνη