27.9.07

Beuys just wanna have fun




Πρώτα πρώτα πρέπει να ομολογήσω ότι αγαπώ τις μεγάλες διοργανώσεις τέχνης. Ίσως να είναι στερητικό από τα όψιμα μετεφηβικά μου χρόνια όταν ψευτο-χόρταινα τις ιδιάζουσες καλλιτεχνικές ορέξεις μου με τις περιορισμένες και αποστειρωμένες εκθέσεις της Εθνικής πινακοθήκης- άντε και καμιά εκδήλωση στην ΑΣΚΤ στη χάση και τη φέξη- και με ατέρμονες βόλτες στις λίγες, τότε, και μετριοπαθείς Αθηναϊκές γκαλερί. Ευτυχώς τα τελευταία δέκα χρόνια τα πράγματα έχουν αλλάξει. Πέρα από τις αίθουσες τέχνης, που πληθαίνουν μέρα με την μέρα με γεωμετρική πρόοδο, έχουμε ευχαριστηθεί επαρκώς μεγάλες εκθέσεις και κυκλοφορεί η υποψία ότι ίσως πλέον σ’ αυτό τον χώρο να μπορούν να ευδοκιμήσουν ακόμα και φιλόδοξα σχέδια. Στο κάτω κάτω έχουμε ζήσει και μια Outlook και φέτος πλέον δύο –παρακαλώ- Biennale. Ανεξάρτητα λοιπόν από το τι περίμενα και τι τελικά μου άρεσε, χάρηκα που επιτέλους είδα τόση σύγχρονη τέχνη μαζεμένη μόνο τρεις στάσεις του μετρό μακριά από το σπίτι μου (ούτε αεροπλάνα, ούτε τραίνα).
Σαφώς και δεν θα μπορούσα να έχω απαιτήσεις εύρους Βενετίας ή Kassel οπότε και δε δηλώνω καμία διάθεση να παραπονεθώ για τη διοργάνωση και την «υποστήριξη» του όρου Biennale που οι Χ Υ Ζ (όπως οι διοργανωτές αρέσκονται να υπογράφουν) διάλεξαν να δώσουν στην έκθεσή τους. Θεωρώ ότι έχουν το ακαταλόγιστο της παρθενικής φοράς και -γιατί όχι-της αποκοτιάς τους να είναι οι πρώτοι που πήραν την απόφαση να το κάνουν.
Προσπερνώ καλοπροαίρετα λοιπόν το γεγονός ότι ένα από τα πιο αγαπημένα μου έργα του Κεσσανλή σχεδόν εξαφανίζεται λόγω του στησίματός του και αρνούμαι πεισματικά να σχολιάσω περαιτέρω την τόσο κεντρική επίδειξη κακογουστιάς και κιτς μεγαλεπήβολης ευκολίας του Φαϊτάκη, σε αυτό τον ανεκδιήγητο συνδυασμό με το ναι μεν ιστορικό, αλλά κατά τα άλλα αδιάφορο σχέδιο του Πικάσο.
Σίγουρα δεν θα πρωτοτυπήσω αναφέροντας πόσο επιτυχημένη επιλογή εισόδου μου φάνηκαν οι διαδοχικές ανατινάξεις των Rosefeldt και Steinle σε αντίθεση με τις παρωχημένες κλισέ μανιφεστοειδείς εγκαταστάσεις του Κενού Δικτύου-που πολύ θα ήθελα να ξέρω πως καταφέρνουν και παρεισφρέουν παντού- που ακολουθούν.
Το έργο του Σαββίδη με εντυπωσίασε με το εννοιολογικό του υπόβαθρο-ένα τριπλό προωθημένο πολεοδομικό what if- αλλά και με την τεχνική του αρτιότητα και στην ίδια «μέρα» ξεχώρισα επίσης τη δουλειά του Ρουμάνου Muresan εμπνεόμενη στο πνεύμα του μεταμοντέρνου από το περίφημο γλυπτό του Κatalan «Η ένατη ώρα».
Ουσιαστικότατο σχόλιο στη λογοκρισία, τη θέση της τέχνης, το ρόλο των media, το επιβαλλόμενο πρέπον και τη στάση της διανόησης, το «Inner time of television» των Otolith Group είναι ίσως το καλύτερο έργο της έκθεσης.
Η εντυπωσιακή εγκατάσταση του De Jong με τους αρλεκίνους, αν και με την ευκολία του μεγέθους, είναι έργο ευαίσθητο και τελικά εκφραστικά αποτελεσματικό κάτι που δε συμβαίνει αναλόγως με τα γύρω του παρωχημένα ζωγραφικά των Klechner και Βαρελά.
Για άλλη μια φορά ο Τότσικας στέκεται θαυμάσια άμεσος και ανελέητος και η Σαγρή εκνευριστικά εγωπαθής και αυτοαναφορική.
Στην εγκατάσταση των assume vivid astro focus διασκέδασα αρκετά ώστε να γειωθώ όσο έπρεπε με το μηδενιστικό σκηνικό των Kimberly Clark και το σκληρό αλλά εύστοχα πολιτικό βίντεο του Ozgen (επίσης από τα καλύτερα της έκθεσης).
Στην «έκτη μέρα» ξεχώρισα το σύντομο αλλά δυνατό βιντεάκι της Pong και βέβαια τη δουλειά με την οποία κλείνει η έκθεση, το λιτό αλλά ανατριχιαστικό έργο της Μυλωνά. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις αποδεικνύουν τη δύναμη του λακωνικού στην τέχνη. (Ο Borges είχε πει κάποτε ότι δε βλέπει το γιατί να γράφει κανείς πολυσέλιδα μυθιστορήματα όταν ο,τιδήποτε μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί και με ένα σύντομο διήγημα…)
Χάρηκα επίσης πολύ που είδα έργα του Gober, του Bock (αν και δεν είχα τις ψυχικές αντοχές να το δω ολόκληρο) και του Jarman (απλώς συγκλονιστικό).

19.9.07

EMERGENCY ROOM




The exhibition changes every day at 12.30
The exhibition comments on politics today
The exhibition is unpredictable
The exhibition is alive


Για τον Thierry Geoffroy -επονομαζόμενο και Colonel- η τέχνη είναι ένα πεδίο μάχης. Για να αντεπεξέλθεις πρέπει να έχεις αυτοπειθαρχία, εγκράτεια, εγρήγορση και καλή φυσική κατάσταση καθώς και να είσαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να παρέμβεις οπουδήποτε.

Οι καλλιτέχνες που -κυριολεκτικά- στρατολογήθηκαν για το Emergency room δοκιμάστηκαν δεόντως σε όλες αυτές τις αρετές προκειμένου να παραδίδουν κάθε μέρα-όσοι τουλάχιστον «υπάκουσαν» στις πρωταρχικές οδηγίες-και ένα καινούριο έργο με ερέθισμα την απολύτως τρέχουσα επικαιρότητα.
Η διαδικασία συμμετοχής εμπεριείχε τρέξιμο γύρω από την ακρόπολη-για να μη ξεχνάμε που βρισκόμαστε-, στρατιωτική πειθαρχία την ώρα της δουλειάς που γίνεται in situ, no drinking no smoking- η τέχνη θέλει ευλαβική προσήλωση και ετοιμότητα, κάθε περισπασμός είναι εμπόδιο στην έμπνευση- αλλά και αντάρτικη διείσδυση στην Αθηναϊκή Biennale τη μέρα των εγκαινίων αυτής.
Η βασική σύλληψη του project, που ήδη έχει λάβει χώρα στη Δανία, στη Γερμανία, στη Νέα Υόρκη και από την 1 Σεπτέμβρη τρέχει και στην Αθήνα, στη γκαλερί Ιλεάνα Τούντα, είναι ουσιαστικά η γνωστοποίηση της άποψης των καλλιτεχνών για τα ημερησίως τεκταινόμενα- τι σκέφτονται διαβάζοντας την εφημερίδα, βλέποντας ειδήσεις στην τηλεόραση ή ψάχνοντας τα νέα στο Internet. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι η καλλιτεχνική ποιότητα αλλά η έκφραση της θέσης του καλλιτέχνη, η οποία –βεβαίως- μπορεί να αποδοθεί αποτελεσματικά μόνο μέσα από τα δημιουργήματά του. Το έργο του καλλιτέχνη Geoffroy είναι η συγκομιδή των απόψεων αυτών.
Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα.
Πρόκειται για εφετζίδικο project όπου ο καλλιτέχνης/ επιμελητής εκμεταλλεύεται/ καρπώνεται τον εξαναγκασμένο οίστρο των φιλότιμων συμμετεχόντων καλλιτεχνών ως προσωπικό έργο ή είναι πράγματι μια ευκαιρία για δημιουργική εκτόνωση αλλά και-κυρίως- προσωπική δοκιμασία της ποικιλίας δυνατοτήτων έκφρασης, της εφευρετικότητας και της επινοητικότητας των δημιουργών καθώς και εξάντληση της «έμπνευσης της ημέρας» (αν αυτό είναι κάτι που υφίσταται); Με άλλα λόγια με τι έχουμε να κάνουμε τελικά, με χαμαλίκι ή με πρόκληση;
Το σκεπτικό του «δεν μας νοιάζει η ποιότητα αλλά η γνώμη του καλλιτέχνη»
υποδαυλίζει προχειρότητα και ευκολία ή πρόκειται για θεμιτή επιείκεια καθώς η προσδοκώμενη αυτόματη καλλιτεχνική αντίδραση στα γεγονότα δεν μπορεί να παράγει πάντα τα καλύτερα; Δίκοπο μαχαίρι.
Οι επιμελείς που δέχτηκαν πλήρως την πρόκληση αναμετρήθηκαν τελικά με τον εαυτό τους στο κατά πόσο μπορούν να είναι σε καθημερινή βάση δημιουργικοί και επινοητικοί ή μήπως τελικά στο κατά πόσο η έμπνευση έρχεται κατά παραγγελία; Ύπουλο ερώτημα.
Ασφαλώς υπήρξαν και οι «κοπανατζήδες» που απέφυγαν το καθημερινό εγερτήριο ή την επί τόπου δουλειά φέρνοντας ήδη έτοιμες δουλειές με διάφορα διπλωματικά προσχήματα. Γενικώς πάντως το πλήθος των καλλιτεχνών-οι οποίοι ήταν Έλληνες και ξένοι κάθε ηλικίας από φοιτητές της καλών τεχνών μέχρι καταξιωμένους ενεργούς καλλιτέχνες της εγχώριας τουλάχιστον σκηνής- κυμαινόταν από 7 άτομα μέχρι 30.

Όπως είναι αναμενόμενο θεματικά κυριάρχησαν οι πυρκαγιές και οι εκλογές αλλά πολύ ενδιαφέρον είχαν και έργα σχόλια σε μεμονωμένα περιστατικά από την παγκόσμια επικαιρότητα -όπως αυτό του Ταξιαρχόπουλου σχετικά με την διαπόμπευση μιας Γιαπωνέζας πολιτικού εν έτη 2007, ή του Γιαννάκη για την βομβιστική επίθεση-αυτοκτονία ενός 22 -χρονου στη Βομβάη- ή θέματα επιστημονικής φύσεως όπως η άποψη του Hawking για μετοίκηση σε άλλο ηλιακό σύστημα που εικονοποίησε η Μιχαλάκη.

Προσωπικά εκτιμώ και επικροτώ κάθε πειραματική απόπειρα που εγείρει προβληματισμούς-ανεξάρτητα αν συμφωνώ ή όχι με τη λογική της. Πόσο μάλλον όταν το αποτέλεσμα αναδύει εξαιρετικές προσπάθειες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση κάποιοι καλλιτέχνες ξεπέρασαν μάλλον κατά πολύ τις προσδοκίες του εγχειρήματος καθώς στα εγκαίνια -όπου είχε γίνει μια επιλογή από τα έργα όλης της πρώτης εβδομάδας- εμφανίστηκαν δουλειές υψηλότατης καλλιτεχνικής ποιότητας.
Η Οικονομοπούλου και ο-νεότατος- Μόρης- για παράδειγμα, που βρίσκονταν εκεί καθημερινά για μια βδομάδα ανταποκρινόμενοι πλήρως στην πρόκληση του Στρατηγού- έδωσαν έργα αρτιότατα τόσο ως καλλιτεχνική σύλληψη όσο και ως τεχνική (η μεν ευαίσθητα και επικεντρωμένα στο ανθρώπινο στοιχείο, ο δε χιουμοριστικά και πολιτικά), ο Φουτρής για άλλη μια φορά ήταν επινοητικότατος, ο Ιωάννου επίσης πολύ εύστοχος στα πολιτικά του σχόλια.

Από κει και μετά το τι μπορεί να κάνει κανείς υπό το πρόσχημα της τέχνης είναι μια άλλη-και μεγάλη- ιστορία…

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το project:
www.emergencyrooms.org

Ειδικότερα για την πραγματοποίησή του στην Αθήνα και για φωτογραφίες από κάθε μέρα υπάρχει το blog:
http://emergencyroom-athens.blogspot.com/

26.6.07

Η μεγάλη αρκάνα και τα σταυρολεξολούλουδα (Λίγα λόγια για τον Μίλοραν Πάβιτς)

Σπίτια με καρέκλες που νιαουρίζουν σαν γάτες.
Σοπράνο με σιωπές άλλοτε σε μινόρε και άλλοτε σε ματζόρε και φωνές που υπόσχονται και περιμένουν πολλά
Διηγήματα που τρυπώνουν ύπουλα μέσα σε ξένα μυθιστορήματα.

Το έργο του Μίλοραν Πάβιτς αιωρείται μέσα σε αυτή την καθημερινή μαγεία που συναντά κανείς μόνο στη Λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και καμιά φορά στη σύγχρονη Γιαπωνέζικη, σε αυτή τη σχεδόν «σπιτική» μεταφυσική που κάνει τις πιο παράλογες συμπτώσεις να φαντάζουν κοινότοπες και τα πιο αναπάντεχα υπερφυσικά φαινόμενα να μετατρέπονται σε ρουτίνα.
Τα όνειρα αυτονομούνται σε μια δική τους πραγματικότητα και εισβάλουν ανενόχλητα-και θρασύτατα- στη δική μας ενώ το παρελθόν εμπλέκεται με το παρόν σε ένα υβριδικό χωροχρόνο φανταστικού-πραγματικού.

Ένας αρχιτέκτονας, αποτυχημένος στο επάγγελμα, αποτυχημένος στις σχέσεις του ψάχνει στο Άγιο όρος αιτίες.
Μια καλλονή με διάφανα βλέφαρα και «κορμί θαμμένο στα όνειρα όλων των αντρών που τη γνώριζαν»[1] ερωτεύεται μόνο μικρά αγοράκια.
Ένας καπετάνιος – στυλίτης.
Ένας οργανοπαίχτης χωρίς σκιά που το όνομά του άνηκε κάποια εποχή στο Σατανά.

Ισχυρά τοπικά –ίσως και λαογραφικά- στοιχεία παρμένα από τη σέρβικη παράδοση εμφανίζονται μέσα από μικρές ιστορίες άλλοτε «ατίθασες» να παρεισφρύουν λαθραία στην κυρίως αφήγηση και άλλοτε «χρήσιμες», να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής.
Βουτηγμένη σε μια πυκνή θρησκευτικότητα, με μια αξιοσημείωτη ευγένεια απέναντι σε κάθε είδους πίστη, η πένα του Πάβιτς πολλές φορές μοιάζει να τριγυρίζει διακριτικά μέσα στα ιερά βιβλία πλέκοντας επιδέξια στοιχεία από τη Βίβλο, το Κοράνι ή το Ταλμούδ.
Παράλληλα, μια ανεπαίσθητη πολιτική διάθεση δεν μπορεί να μην αφήσει μια πίκρα για μια διαμελισμένη πατρίδα…

Κουβέντες για κουτά και σοφά αστέρια
Εραστές που δεν μπορούν ποτέ να συναντηθούν γιατί βρίσκονται σε διαφορετικές ιστορίες.
«Λουκουμάδες γεμισμένοι με άγρια σαλιγκάρια και πίτες με μπαχαρικά σε ταψί από φαγιάνς σερβιρισμένοι με τσάι από τσουκνίδα και μέλι.»[2]

Η μπαρόκ παιδεία του συγγραφέα στολίζει την αφήγησή του με στοιχεία υπερβολής που κοσμούν χωρίς να θαμπώνουν μια ούτως ή άλλως πλούσια μυθοπλασία ενώ ενίοτε κάποιες περιγραφές παραπέμπουν αναπάντεχα σ´ αυτή την τόσο καίρια αλλά ανελέητη οικεία ωμότητα των δημοτικών μας τραγουδιών.

Πίσω από κάθε σκηνή πάθους ελλοχεύει μια τραγωδία-οι έρωτες είναι καταδικασμένοι στην οδύνη λες και κάθε στιγμή ατόφιου ερωτισμού κοστίζει μια αιωνιότητα πόνου. Αντίτιμο που οι εραστές πληρώνουν στωικά, χωρίς αντίρρηση.

«Αγαπήθηκαν τον περασμένο χειμώνα. Έτρωγαν με το ίδιο πιρούνι, μια ο ένας μια η άλλη, και αυτή έπινε κρασί από το στόμα του. Εκείνος τη χάιδευε με τέτοιο τρόπο που η ψυχή της έτριζε στο σώμα του…»[3]

Η Ιερεσένα, η Ηρώ, η Βίτατσα, η Κβασνιέφσκα., η Καλίνα, η Ατέχ.

Πριγκίπισσες που ξυπνούν κάθε πρωί με διαφορετικό πρόσωπο.
Θεσπέσιες γυναίκες που μυρίζουν ροδάκινο, παγιδευμένες στη σοφία τους και σ’ ένα κάλλος που τρελαίνει τους ποιητές. Αναρωτιούνται από πού έρχονται τα όνειρα, προσπαθούν να αντισταθούν στα μίση τους, μετρούν το βάθος των ημερών κι αφήνουν πίσω τους ίχνη από κόκκινα χαμόγελα.

«..Μιλούσε σαν να σήκωνε κάθε λέξη από το χώμα με τη γλώσσα του. Ζούσε έτρωγε ανέπνεε και κοιμόταν με μεγάλο κόπο σαν να έχτιζε πυραμίδα μέσα του.»[4]

Ο Αθανάσιος Σβίλαρ, ο δρ. Αμπού Καμπίρ Μουαουία, ο Λέανδρος, ο Παχώμιος Τενέτσκι, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος.

Άντρες με πρόσωπα στενά, μάτια ρηχά και παχιά αυτιά, παραγεμισμένοι με λατινικές φράσεις…
Κοινοβίτες ή ιδιορρυθμίτες, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί ή Εβραίοι, ορθόδοξοι ή καθολικοί, ήρωες παγιδευμένοι σε ξένες ψυχές ,σε ξένα όνειρα, σε λάθος ιστορίες, γρήγοροι ή αργοί, φτιαγμένοι άλλοι για να λατρεύονται, άλλοι μόνο για να λατρεύουν.

«Η γυναίκα αισθάνεται αμέσως τον άντρα για τον οποίο το γυναικείο στόμα είναι κόμπος στα μουστάκια του. Όλες οι γυναίκες θέλουν πάντα τους ίδιους και αποφεύγουν ακριβώς τους ίδιους. Όπως εκείνα τα μέρη στη γη στα οποία ο σκύλος ποτέ δεν γαβγίζει.»[5]

Τα βιβλία του Πάβιτς δεν διαβάζονται με τον παραδοσιακό τρόπο-σαφώς και μπορεί κανείς και έτσι αλλά υπάρχει πάντα και η γοητευτική δυνατότητα να διαβαστούν αλλιώς. Να λυθούν σαν σταυρόλεξα, να ερμηνευτούν σαν κάρτες ταρό, να «ανατρεχθούν» σαν λεξικά, ή να βιωθούν σαν κλεψύδρες, γενικά ο αναγνώστης μπορεί να επιλέξει από διάφορες εναλλακτικές διαδοχές κεφαλαίων, αυτή που του ταιριάζει περισσότερο. Αν είναι άντρας ή γυναίκα, αν αγαπάει την τάξη των σταυρολέξων ή τις λέξεις τους, αν στέκεται στην εσωτερική ή στην εξωτερική πλευρά του ανέμου. Πρόκειται για βιβλία που συνομιλούν με τον αναγνώστη, τον υπολογίζουν, σχεδόν τον αγγίζουν και τελικά τον ενσωματώνουν στην αφήγηση.

Κλασσικός και μεταμοντέρνος ταυτόχρονα, παραδοσιακός και εικονοκλάστης ο λογοτέχνης, ποιητής, ερευνητής, καθηγητής και Ακαδημαϊκός Μίλοραν Πάβιτς μιλάει για τον εαυτό του σε ένα πανέμορφο αυτοβιογραφικό σημείωμα που μπορεί κανείς να βρει στο site www.khazars.com, μαζί με δυο έργα του ειδικά γραμμένα για το διαδίκτυο και με όλη του τη βιβλιογραφία.


Τα έργα του Πάβιτς τα μισείς ή τα λατρεύεις-όπως εξάλλου συμβαίνει με όλα τα μεγάλα έργα-όπως εξάλλου συμβαίνει και με το μεταμοντέρνο.

Όσο για τους αναγνώστες του:

«είναι εντελώς φανταστικοί. Κάθε ομοιότητα με τους αληθινούς αναγνώστες είναι εντελώς συμπτωματική»[6]







[1] Μίλοραν Πάβιτς «Τοπία ζωγραφισμένα με τσάι» ΗΡΟΔΟΤΟΣ
[2] Μίλοραν Πάβιτς «Τελευταία αγάπη στην Κωνσταντινούπολη» Βιβλιοπωλείο της Εστίας
[3] Μίλοραν Πάβιτς «Το λεξικό των Χαζάρων»Ηρόδοτος
[4] Μίλοραν Πάβιτς «Η εσωτερική πλευρά του ανέμου ή Η αγάπη και ο θάνατος της Ηρώς και του Λέανδρου» ΕΣΤΙΑ
[5] Μίλοραν Πάβιτς «Τοπία ζωγραφισμένα με τσάι» ΗΡΟΔΟΤΟΣ
[6] Μίλοραν Πάβιτς «Τοπία ζωγραφισμένα με τσάι» ΗΡΟΔΟΤΟΣ

18.7.06

walking

Λοιπόν δεν θα είμαι πααααρα πολύ γκρινιάρα αυτή τη φορά.
Εμένα ο Μεγάλος Περίπατος μου άρεσε, πέρασα όμορφα-είχε κι ωραία βραδιά εχθές, περπατάγαμε τρεις ώρες χωρίς να το καταλάβουμε είδαμε όλους τους γνωστούς και φίλους –ήταν και το πανηγύρι της Αγιάς Μαρίνας μεγάλη η χάρη της-και μόνο όταν έφτασα στο Γκάζι κατάλαβα πόσο κουρασμένη ήμουν…Είδαμε πράγματα, Hirschhorn (επιτέλους), Gary Hill, Ghada Amer, Sierra, Κανιάρη (ok για άλλη μια φορά το Κουτσό)
Απλώς… ε, να θα ήταν τόσο δύσκολο να έβγαζαν κάτι σαν σχεδιάγραμμα, χάρτη, κάτι τέλος πάντων αναγνώσιμο που θα μπορούσε να έχει ο περιπατητής και να βρίσκει τα τόσα έργα που είναι κρυμμένα εδώ και κει? Το έργο του Κουνέλη π.χ. που ήταν? Του Kabakov? Η performance που έγινε? Και αυτή η δουλειά των Neen με το βάφτισμα τι διαπραγματευόταν?
Θα ήταν τόσο δύσκολο να υπήρχαν επιγραφές στο κτίριο των αρχαιολόγων για να μη χρειάζεται κανείς να ανατρέχει στις εφημερίδες για να ανακαλύψει ότι τα έργα που είδε ήταν Boltanski, Kapour και Χατζημιχάλης (για όσους αναρωτιούνται ακόμα)?
Είναι τόσο δύσκολο κάτι τόσο ωραίο να το κάνουν λίγο πιο λειτουργικό?

19.6.06

intentions

19/6/2006



Από τη στιγμή που μια χειρονομία, ένα σχέδιο, μια παράθεση σχημάτων, κάποιες λέξεις, μια εγκατάσταση αντικειμένων, ένα έργο ή όπως αλλιώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει μια δημιουργία πάσης φύσεως σε κάνει να αισθανθείς κάτι δυνατό και καίριο-πόση σημασία έχει η πρόθεση του δράστη;
Από τη στιγμή που μια κίνηση-κάθε είδους- μπορεί να σε εισάγει σε πρωτόγνωρους δρόμους προβληματισμού και σκέψης πόσο την αποδυναμώνει το γεγονός ότι αυτοί οι δρόμοι ίσως και να μην ήταν ποτέ το όραμα του τελεστή της;

18.5.06

vengo

Μια από τις καλύτερες εκθέσεις των τελευταίων ημερών θα μπορούσε να κάνει την κυρία Μαρία Παπαδημητρίου να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της και τους(φετινούς τουλάχιστον) απόφοιτους της ΑΣΚΤ να τρώνε τα πτυχία τους...Όλη η φρεσκάδα και το διαφορετικό που ψάχνει η σημερινή ελληνική εικαστική σκηνή (αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο βέβαια) συμπυκνωμένο μέσα από τα μάτια μιας θρυλικής μειονότητας. Τρία μπράβο στο Βασίλη που αναγνώρισε το δυναμικό και μάζεψε τους μικρούς τσιγγάνους καλλιτέχνες –μέσου όρου ηλικίας 19, άλλοι δεν έχουν πάει ποτέ σχολείο και άλλοι βρίσκονται σε αναμορφωτήρια, χίλια μπράβο στα παιδιά.
Ασύλληπτο το video Cowboy με την unplugged εκτέλεση του 12(!!!)
Που είστε κύριε Μπέλτσε μου???

Κοσμο-Πολιτισμός
Α. Μεταξά 20 Εξάρχεια
Μέχρι τις 20/5

11.4.06

I would prefer not to

11/4/2006





Τα δωμάτια του Καπάτου είναι ένας θεσμός όπου έχει πλέον δικαιωματικά καθιερωθεί το κάθε πέρσι και καλύτερα. Τα φετινά είναι αβάσταχτα. Η πεμπτουσία του κλισέ και η αποθέωση του κοινότυπου. Αναρίθμητος στυλάτος κόσμος που δεν έχει τίποτα να προτείνει- στείρες αναπαραγωγές, χιλιοειπωμένα και χιλιοειδωμένα εφφέ, κακό χιούμορ και αξιοπρόσεκτη έλλειψη πνευματικότητας και ουσίας. Όσο περίτεχνο και να είναι το περιτύλιγμα δυστυχώς-και ευτυχώς-η χαζομάρα δεν κρύβεται. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να είναι κανείς επιεικής με την ευκολία και να δικαιολογεί το λίγο. Δεν μιλάω για έλλειψη ταλέντων- μόνο για τεμπελιά και επιφανειακότητα. Για πόσο ακόμα η τέχνη θα εξαντλείται σε φτηνά αστεία χωρίς βάθος και εντυπωσιακές και εξυπνακίστικες βιτρίνες? Βοήθειά μας και έρχεται και η Biennale...

25.3.06

ursula le guin -το έπος της γαιοθάλασσας





Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να φτάσεις στη Γαιοθάλασσα, κι αυτός είναι αρμενίζοντας. Αν σε πιάσει φουρτούνα στο Αρχιπέλαγος μη φοβηθείς. Σίγουρα θα είναι κάποιος ναυτικός γητευτής στο πλήρωμα και θα καταπραΰνει τον καιρό με έναν ρούνο που θα προφέρει- λίγο άγαρμπα, είναι αλήθεια- στην Αρχαία Λαλιά-ξέρεις, εκείνη την αρχαία γλώσσα της δημιουργίας που μιλάνε πλέον μόνο οι Δράκοι.

Αν πάλι τύχει και καταλήξεις κάπου προς τις Εσώτερες Στεριές, μη παραλήψεις να επισκεφτείς την όμορφη Χάβνορ με τις κόκκινες στέγες και τα μωσαϊκά στις αυλές. Εκεί δεν πρόκειται να συναντήσεις πλέον αρχέγονες θρησκείες με αιμοσταγείς θεότητες. Μόνο μάγους και γητευτές- τελευταίοι διαχειριστές των Αρχαίων Δυνάμεων της γης. Μάγους που θεραπεύουν με ξόρκια και βότανα, μιλάνε στον καιρό, φροντίζουν τις σοδειές και τα ζώα αφού μόνο αυτοί γνωρίζουν τα αληθινά ονόματα των ανθρώπων και των πραγμάτων…

Το ερμητικό-σχεδόν προ-ηθικό- σύμπαν της Ούρσουλα Λε Γκεν αναπόφευκτα παραπέμπει σε αυτό του Τόλκιν. Επιρροές από Βόρειες μυθολογίες, σκοτεινές δυνάμεις, δράκοι, ήρωες, μάγιστροι, ξόρκια και δαχτυλίδια.

Εδώ όμως δεν θα βρεις εύκολους συμβολισμούς για το κακό και το καλό, δεν θα βρεις «όμορφα» αλλιώτικα πλάσματα, ούτε στρουμφοχωριά από χόμπιτ. Το Έπος της Γαιοθάλασσας δεν είναι ένα διδακτικό παραμύθι για παιδιά με ευχάριστα ιντερμέδια εφηβικού χιούμορ, και χορταστικές περιγραφές μαχών.

Στέρεα βασισμένη σε ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο που προέρχεται από την ίδια τη γλωσσική φιλοσοφία του Walter Benjamin, η συγγραφέας γράφει μια σκοτεινή ιστορία για τη χαμένη γλώσσα της φύσης, για την πάλη του ανθρώπου με τον εαυτό του και τη μοίρα του. Για ήρωες που ανδραγαθούν πρώτα απ´ όλα απέναντι στους φόβους τους και τις αδυναμίες τους. Για μια ανθρώπινη φυλή που νοσταλγεί και αγωνίζεται να ξαναβρεί τον ομφάλιο λώρο της με τη γη. Την όμορφη, φωτεινή και ευγενική γη που όμως μπορεί να γίνει σκοτεινή, τρομερή και σκληρή όταν θέλει να εκδικηθεί.

Στον κόσμο της Γαιοθάλασσας το κακό έχει το ακαθόριστο σχήμα της δεισιδαιμονίας, της υπέρμετρης φιλοδοξίας, της αγάπης για επιβολή και κυριαρχία, της ζήλιας και του φθόνου, όλων των προσωπικών δαιμόνων –το κακό δεν είναι οι άλλοι αλλά εμείς οι ίδιοι. Οι ανώνυμες δυνάμεις του ερέβους κατοικούν εκεί κάτω, στο πιο μύχιο σκοτεινό εγώ μας.

Αδυσώπητα ψυχογραφικό όσο και σκεπτικιστικό το εξάτομο έργο της Ούρσουλα Λε Γκεν –συγγραφέα του ευρύτερα γνωστού Aναρχικού των δύο κόσμων- παρά την γκρίζα ατμόσφαιρα, το νοσταλγικό του τόνο και μια υπόγεια μελαγχολία τελικά σου αφήνει-χαριστικά- μια χαραμάδα φωτός.

Κάθε λαβύρινθος εξάλλου έχει τουλάχιστον μια έξοδο-το θέμα είναι πόσο πολύ θέλεις να βγεις.


Ursula Le Guin
Το Έπος της Γαιοθάλασσας (6 τόμοι)
Μετάφραση Λίλη Ιωαννίδου
Εκδόσεις ΤΡΙΤΩΝ
Ο μάγος του Αρχιπελάγους
Οι τάφοι του Ατουάν
Η πιο μακρινή άκρη
Τεχανού
Ιστορίες της Γαιοθάλασσας
Ο άλλος άνεμος

14.1.06

A long way to the top

14/1/2006





Είναι κάποιοι άνθρωποι που έχουν αυτό το μυστήριο ταλέντο να μπορούν να μιλάνε για τα πιο σκληρά και σκοτεινά πράγματα με τον πιο αναπάντεχο τρόπο-με γλυκύτητα, με χιούμορ ή με ρομαντισμό-ένας από αυτούς είναι ο Morissey (To die by your side...) ένας άλλος είναι ο φίλος μου ο Α. και ένας ακόμα είναι ο Nick Hornby.
Το Along way down είναι τόσο όμορφο που το διάβασα μέσα σε τρεις διαδρομές λεωφορείων και δυο νύχτες -μη μπορώντας να το αφήσω πραγματικά.
Τον αγαπάω αυτό τον άνθρωπο γιατί έχει μια ποιότητα αμείωτη από το High Fidelity μέχρι τώρα και ένα τόσο οικείο και ανθρώπινο χιούμορ που έχω βρει σε πολύ λίγους συγγραφείς (από Έλληνες μόνο στο Λένο Χρηστίδη).
Και πάντα ζηλεύω αυτούς που δεν τον έχουν ανακαλύψει οπότε έχουν επομένως πέντε βιβλία του ακόμα να διαβάσουν (χωρίς τη συλλογή με τα διηγήματα που επιμελήθηκε).....

14.12.05

Always look at the bright side of death (Η νεκρή νύφη)


Πόσο ενδιαφέρουσα μπορεί να είναι η επιλογή των Χριστουγέννων για ένα διαλογισμό πάνω στο θάνατο? Μόνο ο σκηνοθέτης του Nightmare before Christmas θα μπορούσε να διεκπεραιώσει κάτι τέτοιο…

Ο Burton, λοιπόν, με μια ακόμα δουλειά πάνω σε αρχετυπικά δίπολα, μας αναλύει τα μεταφυσικά του οράματα βαδίζοντας με χιούμορ αλλά και σκεπτικισμό στα όρια ζωής και θανάτου, απαισιόδοξος πάνω στη ζωή-αισιόδοξος πάνω στο θάνατο…
Καταρρίπτοντας το κοινωνικώς αποδεκτό και ορισμένο επιλέγει ύπουλα το ασπρόμαυρο για έναν κόσμο τεθλιμμένων θλιβερών ζωντανών και το έγχρωμο για ένα οργιαστικό πανηγύρι κεφάτων συμπαθέστατων νεκρών.
Παραθέτει ένα διονυσιακό υπόκοσμο-που κινείται μεταξύ γαλλικού καμπαρέ και μπαρ περιόδου ποτοαπαγόρευσης- με λάγνο κέφι και έντονο χρώμα σε αντιδιαστολή με το θλιβερά ανέραστο γκρίζο σκηνικό της Βρετανικής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Μια τόσο διαφορετική εκδοχή που διχάζει εξ´ αρχής τον θεατή χωρίς ελαφρυντικά–ποια λοιπόν πρέπει να διαλέξει ο χλωμός θλιμμένος ρομαντικός ήρωας? Τη νεκρή ή τη ζωντανή νύφη? Ένα πραγματικό δίλημμα, μια αναπάντεχη σύγχυση αφού στο προκείμενο –παράλογο-«ερωτικό» τρίγωνο σε αυτή τη μαύρη-σχεδόν πεισιθάνατη -παραλλαγή του, η έννοια του ζωντανού και του νεκρού είναι σχετικές…
Η φαινομενικά θριλερική συνεύρεση νεκρών και ζωντανών με σκοπό την κουμπαριά ζωής και θανάτου-που σαφώς οδηγεί στο αδύνατο της πράξης… -καταλήγει σε μια- σύντομη βέβαια- απρόσμενα- αν και όχι και τόσο τελικά…- φιλική συνύπαρξη, με συγκινητική τρυφερότητα και νοσταλγία των μεν για τους δε και τούμπαλιν, μια διαφορετική έγερση των κατοίκων του κάτω κόσμου οι οποίοι θυμούνται, αναπολούν και αγαπούν ακόμα και με τις σταματημένες τους καρδίες που ίσως και να νιώθουν περισσότερα από τις σκληρές καρδιές των «από πάνω».
Ανατρέποντας τετριμμένες ηθικές και παρωχημένες δεισιδαιμονίες ο Barton δημιουργεί άλλο ένα σκοτεινό παραμύθι με γοτθικές αποχρώσεις χτισμένο με τις κλασσικές δραματικές δομές, με καλούς και κακούς, αδικίες και προδοσίες και με μια –κοσμογονική- κορύφωση που καταλήγει στη νέμεση και τη λύτρωση.

Και έζησαν αυτοί καλά και αυτοί που δεν έζησαν μπορεί και καλύτερα…

25.10.05

Περί πετρελαίου



Στη μέση ενός βουβού και πλούσιου ωκεανού, στο εσωτερικό ενός πλοίου-ναού που θα μπορούσε να είναι φαλαινοθηρικό ή πετρελαιοφόρο, πραγματοποιείται ένας γάμος Shinto μεταξύ δύο «εκλεγμένων» ξένων- ενώ παράλληλα στο κατάστρωμα συντίθεται βαζελίνη σε ένα αλλόκοτο γλυπτό.

Ένα σχόλιο πάνω στον πόνο και τη δημιουργικότητα, στην οδύνη πριν τη μεταμόρφωση, στην προσπάθεια που προϋποθέτει κάθε αναγέννηση.
Η ανεξάντλητη φύση που αναμένει να προσφέρει την ενέργειά της, η τέχνη που βασανίζει για να αναδυθεί κι ένας υπόκωφος ερωτισμός που πληγώνει για να λυτρώσει.

Μια από τις πιο ιδιότροπες ερωτικές σκηνές που έχουν ποτέ γυριστεί, να παραπαίει στα όρια άκρατου αισθησιασμού και αδυσώπητου σαδομαζοχισμού και να σε στοιχειώνει ανελέητα…

Το sui generis εικαστικό ιδίωμα του Barney εμπλέκει επιδέξια στοιχεία από τον Ιαπωνικό πολιτισμό, τον σιωπηλό κόσμο του βυθού και τη βαριά βιομηχανία του πετρελαίου. Δεν παραλείπει βέβαια να υπογράψει με το προσωπικό του σύμβολο-που το έχουμε γνωρίσει τόσο στα Cremaster όσο και στα υπόλοιπα Drawing Restrain- τη φόρμα του γλυπτού, το οποίο εξάλλου δημιουργείται από ένα υλικό στο οποίο ο καλλιτέχνης έχει κατά καιρούς δείξει ιδιαίτερη προτίμηση για την κατασκευή των εγκαταστάσεων-σκηνικών του.

Δίπλα στον Barney, η Bjorg δείχνει να είναι η μοναδική επιλογή που θα μπορούσε κανείς να κάνει για αυτό τον ρόλο


Στο αργό τέλος η λύτρωση.
Το χημικό γλυπτό καταρρέει χωρίς την ανθρώπινη υποστήριξη.
Οι εραστές ελευθερώνονται στο υγρό στοιχείο για πάντα.

Drawing Restraint 9
Matthew Barney