Σε μια ταράτσα απέναντι από τη φρεσκολουσμένη ακρόπολη – όχι πολύ μακριά από το πολυσυζητημένο μουσείο της- η Κατερίνη μιλάει για τον έλληνα-με μικρό έψιλον-, για το πως αντιλαμβανόμαστε το θάνατο, για τη νοσταλγία, για την ομορφιά της ζωής, για εμάς, για το πως πρέπει να χορεύεται η ντίσκο, για την ποίηση ενός λαϊκού άσματος και για πολλά άλλα μέσα από μια παράσταση-πρόσκληση αυτοσχεδιασμού, συζήτησης, διάδρασης, εξομολόγησης, χαμογέλιων και δακρύων, αναμνήσεων και ονείρων χωρίς πρωταγωνιστές, σασπένς και κορυφώσεις αλλά μόνο με φρεσκάδα και ειλικρίνεια.
Ένα ήσυχο ταξίδι, αστείο και συγκινητικό από τη μια- μέσα από προσωπικά βιώματα - αλλά και μια σκληρή αλλά εύστοχη κριτική του συγκαλυμμένου απέραντου ελληνικού επαρχιωτισμού, του κιτς και του λαϊκισμού, της ψευτιάς και της στείρας προσκόλλησης στην παράδοση.
Οι οδηγητές μας σε όλο αυτό, οι Blitz, ταλαντούχοι και έξυπνοι -κάποιους από αυτούς τους έχουμε δει μεταξύ άλλων και σε παραστάσεις του Μαρμαρινού (έντονες και γόνιμες οι επιρροές του)- εμπνέουν χαρισματικά μια απρόσμενη οικειότητα – επιδέξιοι αλιείς εκμυστηρεύσεων και αναμνήσεων - και δημιουργούν αβίαστα μια ζεστή ατμόσφαιρα τόσο μέσα στα δωμάτια όσο και στην ταράτσα. Δυστυχώς έζησα μόνο τα δυο “δωμάτια” που αναλογούν σε μια παράσταση- το μάθημα της Ομηρικής Νέκυιας με την αναπόληση δικών μας αγαπημένων ανθρώπων που έχουν φύγει- και την ταράτσα της διπλανής πολυκατοικίας όπου νοσταλγήσαμε περασμένα και επόμενα καλοκαίρια μας...Και ξέρετε τι κατάλαβα; Ότι τελικώς οι καλύτερες ιστορίες είναι οι δικές μας.
Μη χάσετε αυτή την όμορφη παράσταση –
Ομάδα Blitz
Κατερίνη
μέχρι 28 Ιουνίου στο Bios Πειραιώς 84
25.6.09
Αυστηρώς ακατάλληλο αν η λέξη Ελλάς σας προκαλεί περηφάνια
15.6.09
Κι άλλες ντροπές
Και μετά από την άνοδο του Καρατζαφέρη στις πρόσφατες εκλογές και τα απερίγραπτα σκηνικά στον Άγιο Παντελεήμονα αυτή η υπέροχη χώρα εξακολουθεί να τροφοδοτεί την υπερηφάνεια μας με πράξεις μεγαλείου:
Η μεγάλη περιπέτεια στην Γκράβα
Διώκεται επειδή ενσωμάτωσε τα παιδιά των μεταναστών στη ζωή του σχολείου
Κυνηγοί του «φανερού» σχολειού
ποιος έθιξε το εκπαιδευτικό μας σύστημα;
11.6.09
I could sit right here and think a thousand miles away... (λίγα λόγια για το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ)

Στο «Κουτσό» βουτάς. Και δεν ξέρεις αν θα ξαναβγείς. Ίδιος τουλάχιστον. Είναι ένα βιβλίο θάλασσα, ρουφήχτρα, κάτι από Ταρκοφσκική αποκάλυψη ή Φελινική κρίση αυτογνωσίας ή Νιτσεικός μηδενισμός.
Ο Κορτάσαρ θα έλεγες ότι παραληρεί ιλιγγιωδώς και σε παρασύρει μαζί του σε μια κατρακύλα σχεδόν απάνθρωπης αποφλοίωσης της ανθρώπινης φύσης.
Στην περίπτωση μιας συναισθηματικής άφεσης το αποτέλεσμα μπορεί να είναι οδυνηρό- βάναυσες ενδοσκοπήσεις και συναντήσεις με σκέψεις που δεν θα’ θελες να κάνεις, όλες οι αισθήσεις στο ζενίθ τους η δημιουργικότητα, η αυτοεκτίμηση,η φιλία, ο έρωτας, η περιφρόνηση, η απόγνωση, η αφοσίωση, η ειρωνεία, η ιδεολογία, η πάλη με την τέχνη, η πάλη με το εγώ.
Γνήσιος μαθητής του Μπόρχες, ίσως όχι με τόσο έντονα αναγνωρίσιμο το μεταφυσικό στοιχείο-μάλλον με έντονη την αναζήτηση αυτού-, θαυμάσιος πάντως ασκητής του μεταμοντέρνου με διαρκείς καίριες αναφορές σε όλη την ιστορία τέχνης και καθώς άλλης εποχής και κουλτούρας τα συναπαντήματά του δεν μένουν μόνο στην λογοτεχνία και την φιλοσοφία όπως αυτά του πάνσοφου τυφλού δασκάλου αλλά διακλαδίζονται με εντρύφηση σε εικαστικά και μουσική-με μια ευρύτατη γνώση από κλασσική έως jazz, από Τζιότο μέχρι Πόλοκ- γεγονός φυσικά που θα έκανε πολύ ελκυστική- αν και ενδεχομένως αδύνατη μια και οι αναφορές του είναι πάμπολλες και αλλεπάλληλες έως υπεροπτικά αυτονόητες- μια αναλυτική –και απολαυστική-επιμέλεια του είδους Κυριακίδη.
Η παιγνιώδης φύση του βιβλίου υπαγορεύει δυο-τουλάχιστον- μεθόδους ανάγνωσης. Αν και στην αρχή το, εναλλακτικό μεν, υποδεικνυόμενο από τον συγγραφέα δε, “πέρα δώθε” του βιβλίου φαίνεται κουραστικό και ίσως αποτρεπτικό, από κάποια στιγμή και μετά είναι εθισμός.
Στο τέλος κάθε κεφαλαίου κεφαλαίου είναι επιταγή πλέον η κυνική ματιά του Μορέλι –το άλλο πρόσωπο του Ιανού-συγγραφέα, ή μάλλον ένα από τα άλλα πρόσωπα -ή οι μυστήριες επεξηγηματικές παρεμβάσεις του συγγραφέα που ανατρέπουν το ήδη ανατρεπόμενο, ή έστω ένα ποιητικό ιντερμέδιο που αποφορτίζει ή επαναφορτίζει, λες και από τα κεφάλαια κάτι σου λείπει πάντα στο τέλος ή σε ξεπερνά -ίσως όμως και σε επαναφέρει σε μια πραγματικότητα που δεν επιθυμείς, οπότε υπάρχει πάντα και ο συμβατικός δρόμος ανάγνωσης με τη γραμμική φορά και τη συνεπή αφήγηση.
Το «Κουτσό»όμως είναι προπαντός ένα παιχνίδι. Από τη Γη στον Ουρανό. Από το 1 στο 12. Σε παρασύρει να παίξεις, να ακολουθήσεις τους φιλοσοφικούς λαβυρίνθους της περίεργης παρέας της Λέσχης του φιδιού, να ταυτιστείς άθελά σου με τον Ολιβέιρα -καθόλου εύκολος άνθρωπος- να συζητήσεις με τον πιο αιρετικό των αιρετικών Μορέλι, με τον αδιάλλακτο ζωγράφο Ετιέν, τον αφηρημένο μουσικό Ρόλαντ και την κεραμίστρια -”ποιμενίδα των σκιών”- Μπάμπς.
Σε προκαλεί να εύχεσαι να ζούσες εκεί ανάμεσά τους, να συμμετείχες στις παράδοξες σιωπηλές jazz βραδιές τους, στις οργισμένες συζητήσεις τους περί τέχνης και φιλοσοφίας-για την εκλέπτυνση του Κλεέ και το απολυτό του Μοντριάν, να γνώριζες όλους αυτούς τους ιδιόρρυθμους μποέμ διανοούμενους του Παρισιού του 50'.
Δύσκολο βιβλίο φαντάζομαι με εξαιρετικές δυσκολίες στη μετάφραση καθώς ο Κορτάσαρ – Μορέλι διαρκώς πειραματίζεται με τη γλώσσα ,την τσαλακώνει και τη χλευάζει-θέλεις να το διαβάσεις στο πρωτότυπο αλλά φοβάσαι - υπάρχει και αυτό το παράδοξο κεφάλαιο 34 όπου δυο κείμενα εναλλάσσονται γραμμή παρά γραμμή, υπάρχουν τα τρυφερά γλίγλικα στο 68 και όλα αυτά τα παιχνίδια με τη γλώσσα με τα χι της Νοτιοαμερικάνικης προφοράς των ισπανικών και τα θου της καστελιάνικης, πόσο καλά ισπανικά πια να γνωρίζει κανείς-και να ταν μόνο αυτό βεβαίως, πόσο καλά να γνωρίζεις τον Τζόις τον Κίρκεγκωρ και τον Όσκαρ Πήτερσον στο κάτω κάτω;
Το αποτέλεσμα παρά τις φαινομενικές γνωστικές δυσκολίες πάντως είναι τόσο μαγνητικό –με όλες αυτές τις παράδοξες αλλά και τόσο οργανικά εύστοχες μεταφορές και αυτή τη σκληρή και σκοτεινή κριτική στον άνθρωπο-που δεν μπορείς να το αφήσεις ή μάλλον δεν σε αφήνει, σε ακολουθεί. Το κλείνεις και η σκέψη του Ολιβέιρα, το μαρτύριό του είναι στο μυαλό σου και κει που φοβάσαι μην ταυτιστείς μαζί του. γιατί δεν έχεις καταλήξει αν τελικώς είναι ο πλέον αξιέραστος ή απεχθής και δυστυχής άνθρωπος, εμφανίζονται στη σκηνή ο Τράβελερ και η Ταλίσα, αυτό το υπέροχο ζεύγος σαν δροσερό ρεύμα αέρα. Και γίνεται έτσι σαν ξημέρωμα το πέρασμα από το πνιγηρό Παρίσι σε ένα ηλιόλουστο Μπουένος Άιρες . Και όπως το Παρίσι από την άλλη πλευρά μοιάζει με μια Μεγάλη Κρύα Νύχτα- υπέροχο υπέροχο κεφάλαιο 73-σκοτεινό και αποπνιχτικό, με τις σκιώδεις φιγούρες της Λέσχης του φιδιού βουλιαγμένες μέσα στη σκέψη και την αποτυχία αλλά γοητευτικό και απείρως ερωτικό ταυτόχρονα κάτω από τις γέφυρες, γύρω από τον Σηκουάνα, μέσα στις στοές και τα στενά του, το Μπουένος Άιρες ανατέλλει από την εδώ πλευρά φωτεινό ακόμα και στα βράδια του- ένα ατελείωτο ζεστό μεσημέρι διχασμένο ανάμεσα σε ένα τσίρκο και ένα φρενοκομείο-τι μεταφορά!- μέσα σε αυλές σπιτιών και ανοιχτά παράθυρα όπου το περίεργο τρίγωνο των Ολιβέιρα με τον Τράβελερ και την Ταλίτα –ο Τράβελερ που ονειρεύεται άδοξα να ταξιδέψει, το alter ego του, ο doppelgänger του και η προσγειωμένη ευφυής Ταλίτα με την παράδοξη ομοιότητα της με τη Μάγα- τη Μάγα που εξαφανίστηκε μετά το θάνατο του Ροκαμαδούρ, που ίσως και να πήδηξε στο ποτάμι, ίσως όμως και όχι και να τριγυρνά απλώς άσκοπα και που ο Ολιβέιρα δεν σταματά να αποζητά ακόμα και γυρνώντας στην Αργεντινή. Και ίσως ο Τράβελερ και η Ταλίσα να είναι μια παράλληλη εναλλακτική πραγματικότητα του Ολιβέιρα και της Μάγας με την οποία αυτός βρίσκεται θλιβερά αντιμέτωπος.
Γιατί υπάρχει μια διάχυτη μελαγχολία στο Κουτσό που έχει έδρα την αδιαπραγμάτευτη καταδίκη του ανθρώπου στη μοναξιά. Ο Ολιβέιρα αναζητά το κέντρο της ύπαρξής του, τα μεταφυσικά ποτάμια, τον σκοπό της ανθρώπινης φύσης, το πέρασμα στην αλήθεια, αποδομεί με χειρουργική ακρίβεια τη φιλία, τον έρωτα, την απλή συμπάθεια και τη συμπόνοια χωρίς όμως τελικώς να αποστασιοποιηθεί από αυτά αφού εξακολουθεί να ψάχνει ανομολόγητα για τη Μάγα- αν και “το κέντρο της ύπαρξής της σίγουρα δεν βρισκόταν στο κεφάλι της”- και επιδιώκει αχόρταγα την παρέα του Τράβελερ και της Ταλίσα-μήπως αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα της ζωής λοιπόν; Αυτό το “απλωμένο χέρι” στο οποίο “έπρεπε να απαντήσει ένα άλλο απλωμένο χέρι απ' έξω, από την άλλη μεριά” ;
Τι άλλο να πω... Είναι και αυτό το περίφημο κεφάλαιο 7-toco tu boca...- είναι τα ψάρια, τα κίτρινα λουλούδια, τα πράσινα κεριά, οι κύκλωπες “ο έρωτας όμως αυτή η λέξη...”
Είναι η Αναίς Νίν, ο Κάρλος Γκαρντέλ, ο Γκομπρόβιτς, ο Οκτάβιο Παζ, ο Μπατάιγ, ο Λέβι Στρος, ο Καρτέσιος, το swing, ο Κρεβέλ, το σκάκι, ο Σέλιν, ο Τσακ Μπέρυ, ο Μπένυ Κάρτερ, η Μπέσυ Σμιθ, είναι η τρέλα και η λογική, οι αναμνήσεις, οι λέξεις, ο Έλιοτ, η Αλίκη, ο χρόνος και πάνω απ' όλα η μοναξιά.
“Και σκεφτόμασταν αυτό το απίστευτο πράγμα που είχαμε διαβάσει, πως το ψάρι όταν είναι μόνο του μέσα στη γυάλα μαραζώνει και ότι αρκεί να βάλεις ένα καθρέφτη και το ψάρι ξαναγίνεται ευτυχισμένο...”
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 17:11 2 σχόλια
Ετικέτες λογοτεχνία
25.5.09
Το πολύ το τσίκι τσίκι κάνει το παιδί ζωγράφο
(από τις "πειραγμένες" παροιμίες του ζωγράφου)








Μανώλης Ζαχαριουδάκης στην γκαλερί Άστρα, Καρυάτιδων 8 στην Ακρόπολη μέχρι την Παρασκευή
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 15:12 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
decAdAnce

Οι Ολυμπιακές εγκαταστάσεις του Παλαιού Φαλήρου πάντως έξοχος χώρος. Δίπλα στη θάλασσα, καραβάκια, ηλιοβασιλέματα. Κάτι είναι κι αυτό. Μέσα δε κάτι σε πιάνει, δεν ξέρω τι φταίει, η Μεγάλη επέλαση της ζωγραφικής, τα τόσο φιλικά στον θεατή πια έργα, τα αρπαχτικά βλέμματα, περάστε κόσμε, κάτι για το σαλόνι σας, τιμαί λογικαί…
Επιλογές συμβατικές, χωρίς καμία τόλμη, χωρίς άποψη ή πρόταση, χωρίς προκλήσεις πάνω απ' όλα, λιγοστά βίντεο, χιλιοειδωμένες φωτογραφίες – αισθητική παζαριού συν μια μιζέρια…
Τα παιδιά με τις μάσκες στα εγκαίνια να ταλαιπωρούν βάναυσα ένα πιάνο σε μια τελετουργία καταστροφή (ς) -δεν το ‘σπαγαν μια και καλή όπως εκείνες τις παλιές χρυσές εποχές…- ο κόσμος να χειροκροτεί αμήχανα, μια απορία, μια απογοήτευση, ένα μισοειρωνικό χαμόγελο-αυτό είναι όλο; Πόσο μικρή φαίνεται η Art Athina απ’ το μπαλκόνι!
Σε εποχές «κρίσης»- λέξη τόσο καραμέλα πια που μια φίλη και εξαίρετη καλλιτέχνης μου απαγορεύει να προφέρω καν – όλοι και όλα πισωγυρίζουν, κλείνονται σε κουκούλια δήθεν παράδοσης και σκληροπυρηνικού συντηρητισμού. Η τέχνη βεβαίως- τρανή βιτρίνα του καιρού της- πρώτη και καλύτερη. Οι φουάρ ως επίσημοι κράχτες των εικαστικών τεχνών είναι μάλλον οι πιο έγκυροι τόποι αναγνώρισης του φαινομένου. Μάλιστα κυρίες και κύριοι, είμαστε σε κρίση!
(πολύ γκρίνια τον τελευταίο καιρό το ξέρω...)
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 12:51 2 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
21.5.09
taf όπως Τέχνη
Ένας καινούριος χώρος για τις τέχνες εμφανίζεται στο Μοναστηράκι. Το taf (the art foundation) έκανε τα εγκαίνια του την Τρίτη με δυο- ενδεικτικές για το τι πορεία θα ακολουθήσει-εκθέσεις ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών σε ένα πανέμορφο κτήριο -που δεν θα περίμενες ποτέ να βρεις πίσω από την πλατεία Αβησσυνίας-, όπου συνδυάζει εκτός από το τυπικό «λευκό κουτί» και εναλλακτικές δυνατότητες έκθεσης με μικρά πέτρινα δωμάτια που περιστοιχίζουν την εσωτερική αυλή του κτηρίου. Υπεύθυνοι για αυτή την φρέσκια άφιξη είναι οι τρομεροί Αφοι Γεωργακόπουλοι της Cheap Art και ο εικαστικός Χαράλαμπος Δερμάτης.
Welcome!
http://www.theartfoundation.gr/
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 13:07 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
15.5.09
Big in Japan
Μέσα σε έναν κιτς πλουραλισμό και μια μικροαστική υπερβολή, σε χονδροειδείς προχειρότητες και τετριμμένα κοινωνικά σχόλια, σε άκομψους αστεϊσμούς, χιούμορ ανύπαρκτης λεπτότητας, ντεμέκ πολιτικές θέσεις και life style ευσεβείς προσδοκίες, μέσα στην επενδυμένη ακριβές ιδέες αποφορά του κατά βάση «δηλωμένου» καλλιτεχνικού κόσμου ενίοτε-όλο και πιο σπάνια - αναδύονται μοναδικές μακρές στιγμές απόλαυσης που σου υπενθυμίζουν γιατί τέλος πάντων αξίζει να ασχολείται κανείς-λιγότερο ή περισσότερο, με αγάπη ή απλώς ενδιαφέρον- με αυτό το άμορφο που ονομάζεται σύγχρονη τέχνη- εν Ελλάδι.
Αν και εκτιμώ γενικώς τον προβληματισμό του Σαπουντζή πάνω στο μνημείο, θεωρώ τη ζωγραφική της Ευσταθίου πολύ καλής ποιότητας και την ολιστική γλυπτική άποψη του Αργιανά πραγματικά ενδιαφέρουσα -και με εμφανή και φερέλπιδα περιθώρια εξέλιξης -ήταν η δουλειά της Χάρις Επαμεινώνδα που με κέρδισε απολύτως εχθές, από την έκθεση των υποψηφίων για το φετινό βραβείο ΔΕΣΤΕ. Με αυτή τη λεπτότητα και την μαγική ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει καλλιτέχνες σαν την Μαρία Λοϊζίδη ή την Kiki Smith, μια τέχνη που πολύ εύκολα από μια πρώτη βιαστική ματιά χαρακτηρίζεται γυναικεία, είναι όμως απλώς υψηλής ευαισθησίας και ευφυΐας, τα μικρού μεγέθους ανεπαίσθητα κολάζ όπου η ντελικάτη, σχεδόν αόρατη επεξεργασία της εικόνας δημιουργεί παράδοξες παραστάσεις, παράγει και υπονομεύει ταυτόχρονα τη νοσταλγία μιας αθωότητας -μια «μακρινή» χωρικά - χρονικά εποχή που ενισχύεται από το γεγονός ότι αναφέρεται σε έναν τόσο ξένο πολιτισμό. Δουλειά πολύ ιδιαίτερη και νέα, χωρίς εξεζητημένες χειρονομίες, με μια ηρεμία που λείπει γενικώς από τη σύγχρονη δημιουργία του οπτικού θορύβου και λειτουργεί τελικά σαν αισθητική όαση. Μπράβο.
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 13:58 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
14.5.09
Nam June Paik

Με αφορμή το μεγάλο αφιέρωμα στον πολύ αγαπημένο fluxus καλλιτέχνη Nam June Paik που ξεκινά απόψε με το Athens Video Festival ανεβάζω εδώ ένα κείμενο που είχα γράψει μετά τον θάνατό του πριν 3 χρόνια, μέρος του οποίου είχε τότε δημοσιευτεί στη LIFO.
"As collage technique replaced oil paint, the cathode-ray tube will replace the canvas."
Nam June Paik , 1965
Μια μέρα του Οκτώβρη του 1965, ο Πάπας Παύλος VI επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη. Την ίδια εκείνη μέρα, ο Nam June Paik αγοράζει την πρώτη του Sony Portapret, μια από τις πρώτες βιντεοκάμερες που μόλις έχουν βγει στην αγορά, και βιντεοσκοπεί μέσα από το ταξί του την πομπή του Πάπα στην πόλη, που έχει μποτιλιάρει όλη την 5η Λεωφόρο. Εκείνο το βράδυ -όπως λέει ο μύθος- στο Café a Gogo –jazz bar και στέκι των τότε πιο εναλλακτικών καλλιτεχνικών κύκλων της Αμερικάνικης μητρόπολης- η βιντεοσκοπημένη πομπή προβάλλεται και με αυτό τον τρόπο πραγματοποιείται από τον Κορεάτη καλλιτέχνη η πρώτη video art προβολή στην ιστορία των εικαστικών τεχνών.
Μια νέα εποχή για την τέχνη ξεκινά και ο Nam June Paik στέφεται-αδιαμφισβήτητα- πατέρας της video art.
Γεννημένος το 32’ στη Σεούλ, δυναμικά εφοδιασμένος με σπουδές μουσικής, τέχνης και φιλοσοφίας και έχοντας κάνει την διατριβή του στον –πρωτεργάτη της ατονικής μουσικής-Arnold Schoenberg, ο Nam June Paik φτάνει στη Γερμανία το 1956 όπου και θα συνδεθεί με δυο από τις σημαντικότερες μετέπειτα επιρροές του, όσον αφορά στην ενασχόλησή του με την ηλεκτρονική τέχνη, τον Karlheinz Stockhausen και τον John Cage-ηγετικές φυσιογνωμίες αμφότεροι, στην πειραματική μουσική. Η επαφή του ιδιαίτερα με τον Cage-αφοριστικά καινοτόμο και ευφυή συνθέτη αλλά και πρωτοπόρο performer- θα υπάρξει καταλυτική καθώς ο νεαρός Paik στρέφεται στη συνέχεια υπό την επήρειά του στη σύνθεση και την performance.
Δεν αργεί να εισέλθει στο fluxus-το περίφημο κίνημα αντι-τέχνης που στοιχειώνει την καλλιτεχνική πρωτοπορία της εποχής-μετά από πρόσκληση του ίδιου του ιδρυτή του, George Maciunas.
Αξιομνημόνευτη το 62’ στο πρώτο φεστιβάλ Fluxus στο Wiesbaden της Δυτικής Γερμανίας η ιδιαίτερη ερμηνεία που δίνει στο έργο του συνθέτη Le Monte Young, του οποίου η παρτιτούρα έλεγε μόνο «Σχεδιάστε μια ευθεία γραμμή και ακολουθήστε την». Ο Paik βούτηξε χέρια κεφάλι και γραβάτα σε ένα μπολ με μελάνι και ντοματοχυμό και τα τράβηξε κατά μήκος μιας ευθείας πάνω σε λευκό χαρτί. Η performance αυτή γνωστή ως Zen for head δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα της fluxus αισθητικής που ασπάζεται αλλά και της ικανότητάς του να πραγματοποιεί εναλλακτικές αναγνώσεις στα πράγματα.
Εμμένοντας τόσο στο Ζεν όσο και στο πνεύμα του fluxus, λίγο αργότερα, δίνει τη δική του εκδοχή στα Μαντσονικά άχρωμα παρουσιάζοντας το απόλυτα μινιμαλιστικό φιλμ Zen for films –τίποτα παραπάνω από τριάντα λεπτά εντελώς ακατέργαστου φιλμ!-, βγάζοντας τοιουτοτρόπως περιπαικτικά τη γλώσσα σε έναν ολόκληρο μηχανισμό κινηματογραφικής παραγωγής …
Η άφιξη του video είναι για αυτόν –και για πολλούς άλλους σύγχρονούς του καλλιτέχνες με τις ίδιες ανησυχίες- μια νέα διάσταση για τους πειραματισμούς του πάνω στη μνήμη, την αμεσότητα, το εφήμερο και το χρόνο γενικά-προβληματισμός που τον απασχολεί με συνέπεια σε όλο του το έργο. Συχνά αναφέρεται στη δουλειά του ως Time art (Χρονική τέχνη) και αρνείται να την ταξινομήσει σε οποιοδήποτε άλλο είδος.
Μέσα σε ένα χωροχρόνο έντονων κοινωνικοπολιτικών ανακατατάξεων – δεκαετία του 60’ στις Ηνωμένες Πολιτείες - και με την τεχνολογία να αναπτύσσεται ιλιγγιωδώς και σχεδόν ανεξέλεγκτα, ο Κορεάτης καλλιτέχνης –με αναπόφευκτες λόγω της γενέτειρας του τις επιρροές από την ανατολική κουλτούρα, η οποία αποδέχεται και βιώνει οργανικά τις αλλαγές μέσα από τη Ζεν φιλοσοφία - ξεκινά μια διαδικασία κατανόησης και αφομοίωσης της τεχνολογίας αυτής, για να μπορέσει στη συνέχεια να την εντάξει λειτουργικά στο καλλιτεχνικό του ιδίωμα.
Βασικό του όργανο, η άρτι αφιχθείσα τω καιρώ εκείνο τηλεόραση, που έχει επιδείξει μια εντυπωσιακή «εισβολή» στον αστικό τρόπο ζωής της εποχής. Σαγηνεμένος ήδη από την παιδική του ηλικία, από το ραδιόφωνο, δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από το μαγικό κουτί. Τη χρησιμοποιεί, τη μετατρέπει, επεμβαίνει μοναδικά σε αυτή, την αμφισβητεί, την αναθεωρεί και την επαναπροσδιορίζει. Η τηλεόραση γίνεται –θα έλεγε κανείς-η μούσα του.
Στην πρώτη ατομική του έκθεση το 1963-Exposition of music electronic television- χρησιμοποιεί σκορπισμένες μέσα σε ένα δωμάτιο δεκατρείς οθόνες τηλεόρασης με διαστρεβλωμένο σήμα προκαλώντας τους θεατές να αντιμετωπίσουν τον νέο αυτό θεσμό της ζωής τους και του σπιτιού τους με μια άλλη ματιά. Είναι μόνο η αρχή μιας ολόκληρης σειράς έργων και performances στην ίδια θεματική. Χαρακτηριστικά μόνο μπορούμε να αναφέρουμε εδώ μερικά, TV chair, TV garden, TV clock, Magnet TV, Participation TV.
Επίμονος μελετητής της τεχνολογίας αλλά και αδιάκοπα αμφισβητίας αυτής o Paik πειραματίζεται με το video, την τηλεοπτική εικόνα και όλες τις μορφές ψηφιακής εικονοπλασίας προκειμένου να δημιουργήσει νέα εικαστικά αλφάβητα, νέες προοπτικές δημιουργίας και δυναμικές έκφρασης. Η εξέλιξη σε συνδυασμό με τη γνώση είναι τα σημαντικότερα στοιχεία της φιλοσοφίας του στη ζωή και στην καριέρα του. Σε όλη του την καλλιτεχνική πορεία δεν έμεινε ποτέ στάσιμος, αλλά ακολουθούσε καταπόδας τα τελευταία τεχνολογικά επιτεύγματα, μελετώντας τα και επεμβαίνοντας δημιουργικά σε αυτά με έναν προσωπικό, ιδιαίτερο τρόπο. Ο ευέλικτος και αποτελεσματικό χειρισμός των νέων μέσων γινόταν εφικτός μέσα από συνεργασίες με διάφορους επιστήμονες όπως ο Shuya Abe-συνεργάτης του στην κατασκευή του πρώτου video synthesizer- ή ο Norman Ballard-στο μεταγενέστερο Post video project όπου πειραματίζεται με τεχνολογίες laser.
Παράλληλα όμως με αυτό το θαυμασμό προς το καινούριο, δεν παύει να αναπτύσσει και έναν σκεπτικισμό προς την αβίαστη αποδοχή της τεχνολογίας από την κοινωνία.
Δεν αντιστέκεται στις αλλαγές- Ζεν γαρ- αλλά προσκαλεί τον κόσμο να τις βιώσει μαζί του, να τις αποδεχτεί αφού όμως τις έχει γνωρίσει και κατανοήσει. Μέσα από αυτή την εμπειρία των αλλαγών διαβλέπει μια οξύτερη αίσθηση του κόσμου. Δεν αφήνει την τεχνολογία να τον ελέγξει και να τον περιορίσει –αλλά την ελέγχει και την καθοδηγεί αυτός, ανακαλύπτοντας μια σχεδόν ουμανιστική πλευρά της, μετατρέποντάς την σε καλλιτεχνικό μέσον, προκαλώντας έτσι ένα διάλογο μεταξύ αυτής και της τέχνης.
Η τάση του να αμφισβητεί τα πράγματα δεν μπορεί να αφήσει απ΄ έξω και την ίδια την τέχνη. Σε συνέντευξη δηλώνει προκλητικά, σχεδόν ντανταϊστικά:
«Η τέχνη είναι απάτη. Πρέπει μόνο να κάνεις κάτι που δεν έχει κάνει κανείς άλλος»
Συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του καιρού του. Εκτός από τον Cage, τον Le Monte Young και τον Stockhausen οι συνεργασίες του περιλαμβάνουν ονόματα από τον Joseph Beuys και τον Merce Cunningham μέχρι την Laurie Andersen, τον David Bowie και τους Living Theater.
Η πιο μακροχρόνια και γόνιμη βέβαια συνεργασία του ήταν με την τσελίστρια και performer Charlotte Moorman, μια συνεργασία που κράτησε από το1964 μέχρι το θάνατό της το 1991. Οι performances τους συνδύαζαν το ανθρώπινο δυναμικό με τα τεχνολογικά μέσα, με τη χρήση οθονών και ειδικά επεξεργασμένων ψηφιακών μουσικών οργάνων. Στις δουλειές αυτές ο Paik σχολιάζει και αμφισβητεί τους παραδοσιακούς τρόπους εκτέλεσης, ακρόασης και αντίληψης της μουσικής-προβληματισμό που προφανώς έχει υιοθετήσει και μοιραστεί με τον Cage.
Με ότι και να ασχολείται ο Paik η λογική της performance τον στοιχειώνει. Ακόμα και στα έργα όπου η ανθρώπινη παρουσία λείπει, η παρουσία των εκάστοτε συσκευών είναι σχεδόν οργανική. Γρήγορα εναλλασσόμενες εικόνες και ήχοι σκηνοθετούν απροσδόκητες παρουσίες – θα έλεγε κανείς ότι οι οθόνες γίνονται οι performers του.
Το 1993 εκπροσωπεί τη Γερμανία στη Μπιενάλε της Βενετίας (μαζί με τον Hans Haake) και το 2000 το Guggenheim της Νέας Υόρκης του κάνει αναδρομική έκθεση όπου και παρουσιάζεται η τελευταία του δουλειά με τα laser.
O Nam June Paik έφυγε στις 29 Ιανουαρίου 2006 αφήνοντας “ορφανή” αλλά, χάρη σ΄ αυτόν, καλά εφοδιασμένη τη video art. Στη Νέα Υόρκη, τη Γερμανία, την Ιαπωνία, την Κορέα με αφορμή τον θάνατό του πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη σειρά εκδηλώσεων προς τιμήν του.
Για περισσότερες πληροφορίες http://www.paikstudios.com
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 13:49 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
8.5.09
Thatsinteresting

Nofound project
« Someone once told me 'ok, so what you like about photography is : sex, drugs and rock and roll!'. I don't like rock and roll ! With 'nofound', I chose to open a space for contemporary photographers to show fragments of their intimate diaries. Go and find the moment wether it was intentional or not. Who cares ? I don't... The look through the eye of the storm, the one picture that will bring out memories, the universal image allowing us to say 'me too'. The one showing us our one humanity through a presence, a glimpse of happiness, a violence, or an absence. This isn't a photo lesson, I wouldn't dare, just a try to search, universes. That's why, 'nofound'. » Emeric Glayse
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 13:13 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
23.4.09
Berlin luvs u
Το να φιλολογήσει κανείς σχετικά με το πόσο ωραία πόλη είναι το Βερολίνο δεν είναι δα και η ανακάλυψη της Αμερικής. Εκπληκτικά κτήρια που ορίζουν χαρακτήρα, μεγάλα φροντισμένα πάρκα, φιλικές πλατείες που αποκαθιστούν την χαμένη, στα δικά μας, έννοια του δημόσιου χώρου, πόλη καθαρή, ομαλή και δεκτική στον κάτοικο και τον ταξιδιώτη - σε κάνει να αναθεωρείς καθολικά μουρτζούφλικες υποθέσεις σχετικά με το πόσο ανθρώπινη μπορεί να είναι η σύγχρονη αστική διαβίωση. Δεν θα επεκταθώ. Μένοντας σε μια πόλη μουτζουρωμένη και ανάγωγη σαν την Αθήνα το Βερολίνο μοιάζει ουτοπία. Σαφώς και έχουμε ό,τι μας αξίζει.
Επιστρέφω λοιπόν κάπως μπουκωμένη από εικόνες και σκέψεις, ακόμα άτακτες καθότι πρόσφατες, μετά από ένα πασχαλινό overdose τέχνης και μπύρας μακριά από κοκορέτσια, αυγά και λοιπές ελληνικές παραδόσεις.
Στο Μουσείο της Περγάμου παρ’ αυτά είχε έκθεση για τους Έλληνες θεούς για να μην ξεχνιόμαστε.
Μπόλικοι στιβαροί Δίες, χυμώδεις Αφροδίτες, βλοσυρές Αρτέμιδες και χαριτωμένοι Ερμίδες λοιπόν εκτός από τα λοιπά γνωστά αρχαία-βαβυλωνιακά, ισλαμικά, ελληνικά κτλ . κτλ.- εκθέματα, καθώς και ένα αφιέρωμα στο Διόνυσο.
Εντυπωσιακότατο βέβαια το κτήριο αλλά ακόμα πιο εντυπωσιακός ο –παραδειγματικός-τρόπος έκθεσης του τεράστιου υλικού του. Δυστυχώς το περίφημο Neue museum ήταν κλειστό ακόμα-ανοίγει νομίζω από Οκτώβριο 09- αλλά το κτήριο φανερώνεται επιβλητικότατο. Στο Altes Museum είχε μια ιδιαιτέρως κατατοπιστική έκθεση σχετικά με τη συντήρηση και αποκατάσταση διάφορων έργων τέχνης της συλλογής των εθνικών μουσείων του Βερολίνου αλλά το πιο εξαιρετικό έκθεμα εξακολουθεί να είναι η έκπαγλου λαμπρότητας Νεφερτίτη.
Στην Alte Nationalgalerie πήζεις λίγο στον γερμανικό 19ο που ναι μεν είναι πολύ ενδιαφέρον αν παρακολουθήσεις την εξέλιξη του μέχρι τον μοντερνισμό- και τον Γερμανικό εξπρεσιονισμό γαρ- αλλά ενίοτε είναι βαρετός...
Κι όλη αυτή η τεχνολάγνα βόλτα με ιντερμέδια αράγματος-απολύτως απαραίτητο μετά από το ατελείωτο περπάτημα- στα απέραντα προκλητικά γρασίδια που πλαισιώνουν τα θηριώδη κτήρια του νησιού των μουσείων στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Πολύ ζήλεψα όλο αυτό τον κόσμο –και είναι πάρα πολύς και κάθε ηλικίας- που κυκλοφορούσε παντού με ποδήλατο μιας και η πόλη –σε κάθε της έκφανση -είναι ιδιαιτέρως διαμορφωμένη για να διευκολύνει πλήρως τους ποδηλάτες.
Και για να έρθουμε σε πιο σύγχρονα πράγματα, η Neue Nationalgalerie έχει μια πολύ καλή έκθεση για τον εξπρεσιονισμό, που περιλαμβάνει έργα της συλλογής του Otto van de Loo που δώρισε στην πινακοθήκη σε συνδυασμό με έργα της μόνιμης συλλογής αυτής.
Το υπέροχο κτήριο –του Mies van der Rohe παρακαλώ-είναι όσο απέραντο οφείλει και έτσι τα έργα αναπνέουν ανενόχλητα και συνομιλούν αναδεικνύοντας συγγένειες, διαφορές και πορείες.
Από Nolde και Kirchner μέχρι Vostell και Tapies, πραγματικά μια «επίδειξη δύναμης» του εξπρεσιονισμού (ή/ αλλά και της εικαστικής έκφρασης…) εξ’ ου και το όνομα της έκθεσης Die Macht des Expressiven.
Παράλληλα εκτίθεται και μια εγκατάσταση του Ulrich Rückriem τον οποίο είδαμε πρόσφατα με τις «Σκιές της πέτρας» του στο ΕΜΣΤ-από τις πρώτες εκθέσεις του ΕΜΣΤ στο Ωδείο Αθηνών.
Στο Hamburger Bahnhof Museum είχα την τύχη να προλάβω εκτός από τη συγκλονιστική ηχητική εγκατάσταση των Janet Cardiff & George Bures Miller ‘The Murder of Crows' – και την έκθεση για τον Joseph Beuys που τελειώνει σήμερα.
Το Murder of Crows, μια αποκλειστικά ηχητική εικονοπλασία βασισμένη στο έργο του Goya «Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα» (χαρακτικό από τη σειρά Καπρίτσια που είδαμε κι εμείς φέτος στην Εθνική Πινακοθήκη), μια εγκατάσταση από ηχεία με τους ακροατές ανάμεσά τους ώστε ο αφηγηματικός ονειρικός-έως εφιαλτικός ενίοτε- ήχος να σε περικυκλώνει στενά, έργο απίστευτα αποτελεσματικό και υποβλητικό.
Ο Beuys πάλι χορταστικότατος, από τα τεράστια γνωστά γλυπτά του με λίπος και τσόχα μέχρι άφθονες κινηματογραφημένες performances και συνεντεύξεις
με μια «εισαγωγή» από αρκετά έργα fluxus καλλιτεχνών που σηματοδοτούν τις επιρροές του από το κίνημα αλλά και την επήρεια του σε αυτό.
Στο μικρό αλλά στιλάτο Deutsche Guggenheim τρέχει μέχρι τις 10 Μαΐου μια αρκετά ενδιαφέρουσα έκθεση Αμερικάνικού φωτορεαλισμού
με θέμα την απεικόνιση της Αμερικής τη δεκαετία του 70’.
Ενώ στην κομψή και φωτεινή Berlinische Galerie, πίσω από το Εβραϊκό μουσείο, παίζουν τέσσερις εκθέσεις αυτό τον καιρό. Κατά πρώτον η πολύ πολύ ενδιαφέρουσα As time goes by -από τους επιμελητές Anna Ewa Dyrko, Antje Schunke και Thomas Steigenberger -παρακολουθεί αναλυτικά και εύστοχα έργα που έχουν να κάνουν με το χρόνο σε μικρές ενότητες.
Κατά δεύτερον τα χιουμοριστικά κολάζ του Γερμανού γνωστού φωτογράφου αλλά άγνωστου ντανταϊστή Erwin Blumenfeld είναι πραγματικά απολαυστικά.
Το Art in Berlin 14’-68’είναι μια περιεκτικότατη έκθεση με γερμανική τέχνη από το νταντά μέχρι τον κονστρουκτιβισμό και τον νέο γερμανικό εξπρεσιονισμό στην οποία μέσα από το ξεδίπλωμα της εξέλιξης της εικαστικής φόρμας εξετάζεται το πολιτικό παρασκήνιο ενώ τέλος τα αφηρημένα «ζωγραφικά γλυπτά» της Pia Fries πήραν το βραβείο Fred Thieler για το 2009.
Δυστυχώς δεν πρόλαβα να περάσω από άλλα μουσεία-είναι αμέτρητα και ομολογώ ότι δεν είμαι η καλύτερη στην χωροχρονική οργάνωση στα ταξίδια μου- αλλά τριγύρισα σε αρκετές γκαλερί. Tο Βερολίνο είναι-προφανώς- ο παράδεισος απανταχού εραστών των τεχνών, μόνο στο Mitte πρέπει να υπάρχουν καμιά σαρανταριά τουλάχιστον, κοινώς όπου σταθείς και όπου βρεθείς σε περιμένει μια βιτρίνα γκαλερί- όπου –για να κάνω μια πολύ γρήγορη προσωπική εκτίμηση- επικρατεί σθεναρά η ζωγραφική έναντι του βίντεο της φωτογραφίας ή των εγκαταστάσεων χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι δεν υπάρχουν και ενδιαφέρουσες δουλειές νέων μέσων όπως π.χ. η ομαδική Raw Material που τρέχει αυτό τον καιρό στην Billirubin gallery στη Linienstrasse.
Παρεμπιπτόντως αυτό τον καιρό, μεταξύ άλλων, τρέχει ακόμα και η έκθεση της Annie Leibovitz στο c/o Berlin και του Helmut Newton στο Helmut Newton Foundation.
Δεν έχω τι άλλο να πω, αν μη τι άλλο το μότο παράφρασης του γνωστού I love NY που κυκλοφορεί ευρέως σε μπλουζάκια και λοιπά τουριστικά παραφερνάλια τα λέει όλα. Berlin loves U
8.4.09
και μιλώντας για video art ένα εκπληκτικό έργο του Bill Viola-ίσως του σημαντικότερου video artist του καιρού μας- εκτίθεται στο Μουσείο Φωτογραφίας στη Θεσσαλονίκη
το reflecting pool αγγίζει τα όρια της φιλοσοφίας...
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 18:42 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
7.4.09
Αναβρασμός

Παρά την ταχύτατη ανάπτυξη της χρήσης νέων μέσων στις εικαστικές τέχνες από τα μισά του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα λίγοι είναι οι καλλιτέχνες για τους οποίους θα μπορούσε κανείς να πει ότι κέρδισαν το στοίχημα παρουσιάζοντας δουλειές όχι μόνο τεχνικής αρτιότητας αλλά και εικαστικής δύναμης. Η Shirin Neshat σαφώς συγκαταλέγεται σε αυτούς και γι΄ αυτό και δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Η Ιρανή καλλιτέχνης που με τα υψηλής αισθητικής και πολιτικής ευφράδειας έργα της σχολιάζει την δυσμενή κατάσταση των γυναικών στη χώρα της, παρουσιάζει μια νέα της δουλειά, το Women without Men, αυτό τον καιρό στον ωραίο χώρο του Ωδείου Αθηνών που έχει παραχωρηθεί στο –περιοδεύον- ΕΜΣΤ μας.
5 βίντεοεγκαταστάσεις, εμπνευσμένες από το βιβλίο της Ιρανής συγγραφέως Σαρνούς Παρσιπούρ, κάθε μία και μια ηρωίδα του βιβλίου. 5 Ιρανές γυναίκες που αγωνίζονται η καθεμία με τον τρόπο της να ξεφύγουν από τα δεσμά της εξουσίας, της θρησκείας, της ίδιας της φύσης τους. Η Mahdokht , η παλαιότερη, και ίσως η πιο συγκλονιστική, δουλειά από τις πέντε- την οποία και έχουμε ξαναδεί στις μόνιμες συλλογές του ΕΜΣΤ- παλεύει μέχρι τρέλας με την καταπιεσμένη της σεξουαλικότητα και την εμμονή της με τη γονιμότητα, η ανορεξική πόρνη Zarin ανακαλύπτει με τρόμο ότι οι άντρες γύρω της δεν έχουν πρόσωπα και η απέχθειά της μετατρέπεται σε επίθεση προς το ίδιο της το καχεκτικό ταλαιπωρημένο σώμα, η νεαρή Faezeh με το πρόσωπο- Φαγιούμ αναζητάει τον εαυτό της μετά από έναν βιασμό, η φίλη της ακτιβίστρια Munis μόνο μέσα από τον θάνατο γλιτώνει από την καταπιεστικά θρησκόληπτη οικογένειά της, και, τέλος, η μεσήλικας αστή καλλιτέχνης Farokh Legha υποτάσσεται στη εξουσία προκειμένου να καταξιωθεί.
Τα έργα της Neshat είναι όπως πάντα πλούσια σε συμβολισμούς και μαγικές εικόνες.
Τα παιδιά λουλούδια της Mahdokht, ο βίαιος καθαρισμός-αυτοτιμωρία της Zarin, η πτώση-πέταγμα της Munis, τα απομεινάρια του πλουσιοπάροχου γεύματος που συναντά η Faezeh , η άγρια διακοπή της βεγγέρας της Farokh Legha.
Παρ΄ όλα αυτά οι ιστορίες της Faezeh και της Farokh Legha δεν είναι τόσο δυνατές και ποιητικά εύγλωττες όσο οι υπόλοιπες. Αντιθέτως στην πρώτη και τη δεύτερη το ποιητικό στοιχείο συνομιλεί αποτελεσματικότατα με τη σκληρότητα της πραγματικότητας των ηρωίδων. Το έργο για την Munis είναι πιο αφηγηματικό μεν αλλά εξίσου ποιητικό.
Αν και το Women without men είναι πράγματι ένα μεγαλεπήβολο λυρικό έργο –που αναμένεται να ολοκληρωθεί με μια κινηματογραφική ταινία μεγάλου μήκους- η πιο συνταρακτική δουλειά της Neshat –και μια από τις πιο συνταρακτικές δουλειές video art που εγώ προσωπικά έχω ποτέ δει- που κατά καλή μας τύχη εκτίθεται αυτό τον καιρό παράλληλα με την πενταλογία στο ΕΜΣΤ είναι το Turbulent (το δεύτερο της τριλογίας που περιλαμβάνει και τα εξίσου υπέροχα Rapture και Fervor) το έργο με το οποίο η καλλιτέχνης απέσπασε-δικαίως- το Πρώτο διεθνές βραβείο στη Biennalle της Βενετίας το 1999.

Δυο οθόνες απέναντι η μια στην άλλη. Ένας άντρας και μια γυναίκα στο ίδιο θέατρο δυο διαφορετικές στιγμές εκφράζονται μέσα από το τραγούδι τους. Η γυναίκα περιμένει στα σκοτεινά τη σειρά της. Το τραγούδι του άντρα, μέσα σε ένα γεμάτο θέατρο, ένας υπέροχος μεν παραδοσιακός δε αμανές, σε στίχους του Πέρση ποιητή Ρούμι με μια δοτική έως εξοντωτική θα έλεγε κανείς ερμηνεία. Το τραγούδι της γυναίκας στο άδειο σκοτεινό θέατρο μιας χώρας όπου οι γυναίκες απαγορεύεται να τραγουδούν, ένας σπαρακτικός αυτοσχεδιασμός λαρυγγισμών και κραυγών πέρα από κλίμακες και συμβατά ακούσματα, τη μια στιγμή χαμηλό την άλλη εκκωφαντικό, ενίοτε η φωνή δυσκολεύεται να βγει για να απογειωθεί στη συνέχεια, μια συγκλονιστική ηχητική έκρηξη, αφάνταστα εκφραστική και γεμάτη αντιθέσεις πέραν μουσικών κανόνων και ορίων. Και μετά πάλι η σιωπή.
Νομίζω ότι ό,τι και να πω δεν πρόκειται να περιγράψω σωστά αυτό που λαμβάνει κανείς από το Turbulent. Χαίρομαι απλώς πάρα πολύ που είχα τη δυνατότητα να το δω. Η έκθεση είναι μέχρι 31 Μαΐου προλαβαίνετε να το ζήσετε.
Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης:
Κτίριο Ωδείου Αθηνών, Βασ. Γεωργίου Β΄ 17-19 και Ρηγίλλης
τηλ. 210 9242111-2
Ημέρες και ώρες λειτουργίας :Τρίτη έως Κυριακή: 11.00 - 19.00, Πέμπτη: 11.00 - 22.00 Δευτέρα: Κλειστά
http://www.emst.gr/
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 16:38 0 σχόλια
Ετικέτες σύγχρονη τέχνη
2.4.09
ΣΥΝΑΞΙΣ

Τον αγαπάω το Μαρμαρινό. Η πρώτη δική του παράσταση που μου έτυχε στα αθώα νιάτα μου ήταν ο Ρομαντισμός- τω καιρό εκείνο, αδυνατώ να θυμηθώ χρονολογία, θυμάμαι μόνο ότι ήταν στο θέατρο Ιλίσια ακόμα- δεν μπορούσα να μιλήσω για ώρα μετά, ήταν μια νέα γνωριμία με το θέατρο. Από τότε τον παρακολουθώ με κατανυκτική συνέπεια, δηλώνω χωρίς καμία γλωσσική συστολή το βαρύγδουπο-και ενδεχομένως ασυνήθιστο για το θέατρο- Οπαδός με την απολύτως θρησκευτική του έννοια –είναι εξάλλου εμφανέστατο –και γοητευτικότατο- στις παραστάσεις του το στοιχείο της τελετουργίας, το από καιρό, δυστυχώς, απολωλός στις σύγχρονες εικαστικές και παραστατικές τέχνες.
(δηλώνω επίσης απερίφραστα Οπαδός του Μπόρχες και του Φελίνι, του Λέοναρντ Κοέν και του Ντυσάμπ, του Βάλτερ Μπένγιαμιν και του Παύλου Μάτεσι για να απαριθμήσω μερικούς ακόμα από τη λίστα λατρείας που έχουν επηρεάσει δραστικά το γούστο και τον τρόπο σκέψης μου).
Άφοβος στον πειραματισμό και στις ιδιότυπες θεματικές, με μια εμμονή και ένα σεβασμό στις άφθονες υποκειμενικότητες της ανθρώπινης ύπαρξης, ενδεχομένως ενίοτε απρόσιτος αλλά με το τεράστιο χάρισμα να σε κάνει να Αισθάνεσαι εντόνως βγαίνοντας από τις παραστάσεις του που σε στοιχειώνουν για καιρό.
Οι Βίοι αγίων ήταν μια σύναξη με την εκκλησιαστική έννοια. Ένα μάζεμα εν δυνάμει μυστών της θεατρικής τέχνης προκειμένου να ακροαστούν το ιδιότυπο συναξάρι που έπλεξε ο σκηνοθέτης με μπούσουλα τον Συναξαριστή του Άγιου Nικόδημου του Aγιορείτη και κυρίως τοπίο το έργο του ιδιότυπου φαρμακοποιού ψυχών (και σωμάτων) Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (ο οποίος βεβαίως και είχε ασχοληθεί και εμπνευστεί τα μάλα από τον Συναξαριστή).
Συναξάρι γαρ: σύντομη ή εκτενέστερη αφήγηση με αντικείμενο τα μαρτύρια και τους μάρτυρες της πίστης αλλά και γενικότερα βίους αγίων, οσίων ιεραρχών, ιστορικές αφηγήσεις για θρησκευτικές εορτές κλπ που περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας και χρησιμοποιείται τη λειτουργία του όρθρου, (μτφ). μακροσκελής και κουραστική αφήγηση πραγμάτων που δεν ευσταθούν (…) λέξη που οφείλεται στο γεγονός ότι διηγήσεις τέτοιου είδους διαβάζονταν στις συνάξεις των μοναχών.
(Πηγή: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη)
Μια συζήτηση/ διακήρυξη λοιπόν για το φορτίο της αγιότητας για τους σημερινούς καθημερινούς αγίους, για την εκάστοτε ιερότητα των τετριμμένων, για την τελετουργία μιας φαινομενικά ασήμαντης πράξης-όπως το άναμμα ενός τσιγάρου- ή ενός βλέμματος, για τον εγωισμό, το άπατο εγώ, τον –άγνωστο- Άλλο, τη λύτρωση μιας συγνώμης ή πολλών ή την άρνηση όλων αυτών. Για την βαθιά ανάγκη για πίστη και αφοσίωση, για ανθρώπινη επαφή. Μέσα από τα ιδιόρρυθμα μη αφηγηματικά σχήματα του Μαρμαρινού που απευθύνονται ως επί το πλείστον σε συναισθηματικούς συνειρμούς παρά σε λογικές αναλύσεις σκηνών και που ως εκ τούτου απαιτούν επιτακτικά μια γενναιόδωρη άφεση μυαλού και αισθήσεων δίχως την οποία όλα μοιάζουν απροσέγγιστα- μακροσκελής και κουραστική αφήγηση πραγμάτων που δεν ευσταθούν…- η παράσταση μπορεί να είναι εντόνως φορτισμένη και ερμητική ωσάν τελετή ή ρευστή και υπαινικτική ώστε να υποτάσσεται στα βιώματα του καθενός.
Εναπόκειται στη διάθεση του θεατή…
26.3.09
17.2.09
Traduttore traditore
Η έξαρση εκθέσεων σε μέρη αντισυμβατικά και απρόσμενα όπως π.χ. αποθήκες, παλιά εργοστάσια, φουαγιέ θεάτρων, εγκαταλελειμμένα κτήρια, άδεια διαμερίσματα, ανοιχτές αγορές, εργαστήρια ή μπαρ που παρατηρείται-έστω και κάπως αργοπορημένα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη- τα τελευταία χρόνια στα μέρη μας είναι μια ευχάριστη αλλαγή για τους περιφερόμενους εραστές των τεχνών και ένας καλός τρόπος εκμετάλλευσης της περιέργειας των πιο «ανυποψίαστων». Η επιτυχία βεβαίως τέτοιων εγχειρημάτων δεν εξαρτάται τόσο από το παράδοξο του χώρου, όσο από τις ανύποπτες συνάφειες που μπορεί να έχει αυτός με το project που φιλοξενεί. Οι απροσδόκητες σχέσεις και σημασίες που μπορούν να αναδειχθούν είναι σε αυτές τις περιπτώσεις το ζητούμενο και όχι ένα διαφορετικό, πρωτότυπο σκηνικό. Εναλλακτικές εκθεσιακές επιλογές τέτοιου είδους ωστόσο, παρά το εν λόγω σαφές πλεονέκτημα του διαφορετικού, πολύ εύκολα μπορεί να παγιδεύσουν και αντί να αναδείξουν να υποθάλψουν τελικώς κάποιες δουλειές, αν δε γίνει προσεκτικά τόσο η επιλογή των έργων όσο και η χωροταξία. Η εικαστικός Ζωή Παππά μετά το Traumaqueen -που συνεπιμελήθηκε πέρσι μαζί με τον Χάρη Κοντοσφύρη στην Ομόνοια, σε ένα ερειπωμένο ξενοδοχείο όπου η νοσηρότητα τόσο της εγκατάλειψής αυτού, όσο και της γύρω βεβαρημένης ποικιλοτρόπως περιοχής, λειτούργησε τουλάχιστον δραστικά στο θέμα της έκθεσης- δοκιμάζει έναν παρόμοιο εγχείρημα, επιλέγοντας δυο άδεια γραφεία σε μια παλιά πολυκατοικία στην οδό Αίολου, για να παρουσιάσει το ελληνικό μέρος της διεθνούς έκθεσης Platform Translation, με τον τίτλο Transleatme. Transleat από το translate και το eat, σε μια προστακτική από τη μία, προκλητική, από την άλλη, επιτακτική. Η μετάφραση είναι μια έννοια που εκ των πραγμάτων επιδέχεται πλήθος ερμηνειών και συγκειμένων, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Συνήθης τόπος παρεξηγήσεων ακουσίων ή μη και επομένως δίαυλος παιχνιδιών εξουσίας, πρόσχημα πάσης φύσεως παραποιήσεων και αιτία ασυνεννοησίας και έλλειψης επικοινωνίας, «κακή» ή «καλή», ένα δίκοπο μαχαίρι στο σερβίτσιο του κανιβαλισμού και της αγριότητας που, σύμφωνα με τους οργανωτές, ενίοτε υποβόσκει στα προσχήματά της. Μεταφορική έκφραση της παραποίησης, πηγή ατελέσφορων διαπραγματεύσεων και έλλειψης διαλόγου, η μετάφραση λοιπόν ως συντελεστής του εμπαιγμού, της υποτίμησης, της κατασπάραξης του αδύναμου, του εκμεταλλευόμενου, του υποχείριου. Η έκθεση Transleatme παίζει ουσιαστικά με τις έννοιες της μετάφρασης και της κυριαρχίας. Η τέχνη, εξάλλου, τυπική βορά ερμηνειών, επιδέχεται και επιδεχόταν ανέκαθεν άπειρων μεταφράσεων… Αν, λοιπόν, κι εκ πρώτης όψεως, ο συσχετισμός μετάφρασης και βρώσης μοιάζει τραβηγμένος από τα μαλλιά τελικώς και αισίως δίνει ένα εύστοχο ερέθισμα για μια αρκετά ευρεία αναζήτηση, πόσο μάλλον όταν παρεμπιπτόντως γίνεται άκρως επίκαιρος στο κέντρο μιας οργισμένης Αθήνας έκρυθμων γεγονότων που αποδόθηκαν/ μεταφράστηκαν /καταβροχθίστηκαν επιμελώς από ΜΜΕ και πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο χώρος στη συγκεκριμένη περίπτωση αν και συνεπέστατα αντισυμβατικός για ένα τέτοιο θέμα-ας μη ξεχνάμε ότι και ο χώρος έκθεσης είναι ένας παράγοντας της ερμηνείας/μετάφρασης αυτής-, άλλοτε «μεταφράζει» με συνέπεια άλλοτε όμως «τρώει» κανονικά τα έργα . Για παράδειγμα, η δουλειά της Marwa Arsanios- καλλιτέχνιδα από την κύρια ομάδα της Platform translation - σχετικά με το ξενοδοχείο Carlton στη Βηρυτό, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καλή δυναμική μέσα στην έκθεση, ως σχόλιο πάνω στις φήμες που ακολουθούν ένα αποτρόπαιο αλλά «πικάντικο» γεγονός (και στην έκταση-παράφραση -μετάφρασή τους) και συνδιαλέγεται λειτουργικά τόσο με το «φυλακισμένο» γλυπτό της Νανάς Σαχίνη, όσο και με τη συγγενή αλλά πιο θεωρητική και πολιτική δουλειά της Άννας Λάγιου Τσουλούφη: ένα σχόλιο στην καλλιτεχνική ερμηνεία μέσα από την οικειοποίηση φορτισμένων αντικειμένων (όπως η κουρτίνα από το Carlton) που συνδέεται με τη συνεργασία της καλλιτέχνιδας με την ομάδα Φιλοπάππου και το project Αλέξανδρος Ιόλας και που στη συγκεκριμένη έκθεση βρίσκει ανταπόκριση και από το ενδιαφέρον παράθυρο/παραπέτασμα της Soledad Pinto. Τελικώς, όμως , και κυρίως λόγω του βιαστικού και ενίοτε αυθαίρετου μοντάζ, το συγκεκριμένο βίντεο αφήνει μια αίσθηση προχειρότητας. Αντιστοίχως, τα έργα του Μάνου Κορνελάκη όσο ευφυή και οξεία και αν είναι, επειδή πάσχουν μερικώς τεχνικά (εικόνα, μοντάζ, ήχος) – κάτι που δεν ενοχλεί στο βίντεο Μμμμ σχετικά με τις ερωτικές συναλλαγές του διαδικτύου όπου οτιδήποτε γλωσσικό έχει μια σωματική απόδοση, αλλά στο άκρως πιο ιδιαίτερο μα και πιο απρόσβατο ερμηνευτικά Η - , εντέλει μάλλον «καταπίνονται» από τον περίγυρό τους. Με άλλα λόγια, έργα με τέτοιου είδους αδυναμίες- όχι στο περιεχόμενο αλλά στην υλοποίηση, ως επί το πλείστον τεχνικές δηλαδή – , ίσως όχι σοβαρές αλλά τουλάχιστον ευδιάκριτες, ιδωμένα σε ένα τέτοιο περιβάλλον «εγκατάλειψης» και μη επιτήδευσης κινδυνεύουν, αντί να ταιριάξουν με τη φύση του χώρου, να απορροφηθούν από αυτόν και να φανούν κακοφτιαγμένα. Από την άλλη πλευρά, έργα πιο στυλιζαρισμένα και εστέτ που ενδεχομένως να είχαν και μια αύρα κοινοτοπίας σε χώρους πιο ουδέτερους και αποφορτισμένους - πιο «γκαλερίστικους»- όπως αυτό του Αντώνη Βολανάκη με τη γαμήλια «βουλιμία», ήτοι τη θεσμική βρώση του ζευγαρώματος – με τον ευφάνταστο τίτλο Solomon ate my brain- άψογα φτιαγμένο και εύγλωττο, τελικώς ξαφνιάζουν μάλλον θετικά με την αντίστιξη που δημιουργούν στο ανεπιτήδευτο τοπίο ενός άδειου και φθαρμένου διαμερίσματος. Δουλειές δε σαν αυτή του Χάρη Κοντοσφύρη- ρωμαλέα και συμπαγής σαν το τσιμέντο που ως γνωστόν και προφανές αγαπάει ο καλλιτέχνης- ή του οργισμένου – απολογητικά δικαίως…- για τις συνθήκες διαβίωσης των έγχρωμων μεταναστών και εικαστικά αμεσότατου Fransisco Papas Fritas, ενσωματώνονται τόσο αβίαστα στον περίγυρο και παράλληλα συζητούν τόσο ευφάνταστα μεταξύ τους- αλλά και με την έγχρωμη ήσυχη συνοδεία του Δημήτρη Αμελαδιώτη, η δουλειά του οποίου κάνει ένα παράδοξο δίδυμο και με αυτήν της Carolina Hoehmn στην άλλη αίθουσα-, που τελικώς δικαιώνουν όχι μόνο τις θεματικές της έκθεσης, αλλά και την επιλογή του συγκεκριμένου χώρου. Αναλόγως λειτουργεί και η έξυπνη εγκατάσταση της Francisca Sanchez για τη σχετικότητα της βιβλιακής μορφής και περιεχομένου, αλλά και το «έντεχνο» γλωσσικό παιχνίδισμα που επιδιώκουν οι Erasers παρεισφρέοντας σκωπτικά και διακριτικά μεν, καθόλου απαρατήρητοι δε, σε όλη την έκταση της έκθεσης. Το έργο του Joaquin Ortuzar πάλι δεν είναι διόλου διακριτικό- εσκεμμένα εξάλλου αφού είναι έργο για εξωτερικό χώρο- και εγκλωβισμένο μέσα στο μικρό δωματιάκι της έκθεσής του, πέρα από το ότι εκμηδενίζει λόγω μεγέθους το συμπαθέστατο σχέδιο της Ειρήνης Καραγιαννοπούλου, χάνει την αρχική του νοηματική σκοπιμότητα αποκτώντας μια άλλη που υπαγορεύεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου πλέον από το θεματικό πλαίσιο της έκθεσης. Ενδιαφέρον σαν πράξη βεβαίως, από την άλλη όμως διεγείρει προβληματισμούς σχετικά με το αν μπορεί κανείς να προσαρμόσει τα πάντα μέσα σε ένα τόσο ευέλικτο θέμα όσο είναι ο σχολιασμός της ερμηνείας.
Η πιο «γυναικεία» ματιά της Elena Bellantoni χωρίς να καινοτομεί ιδιαιτέρως (τέτοιου είδους performance έχουμε δει πολλές από τα τέλη του ’60 μέχρι σήμερα τόσο παγκοσμίως όσο και στα ελληνικά πράγματα) είναι πάντως τίμια, ενώ το φαινομενικά αθώο βίντεο του Tom Robinson με τα στρατιωτάκια, το οποίο συνοδεύεται και από ένα ενδιαφέρον κείμενο που μπορεί κανείς να διαβάσεις στο blog της έκθεσης- http://transleatme.wordpress.com/ -, θέτει επιτυχημένα μια νέα οπτική στο θέμα της έκθεσης σχολιάζοντας το δημόσιο και το ιδιωτικό πρόσωπο της βίας σε περιπτώσεις που προσεγγίζουν τον μαζοχισμό.
Ενδιαφέρον, τέλος, παρουσιάζει και ο ιδιότροπος διάλογος για το επιβαλλόμενο και το ιερό της γνώσης-πληροφορίας, που δημιουργείται μεταξύ του έργου του Μιχάλη Θεοδοσιάδη (επίσης από τους συμμετέχοντες στο ευρύτερο σχήμα του platform translation ) -μια απροσδιόριστη βαριά διάταξη που παραπαίει εμπαικτικά μεταξύ θρησκευτικών και σαδομαζοχιστικών μεταφράσεων / παραπομπών -και της λαβυρινθώδους και μυστήριας μοναστικής σικέ βιβλιοθήκης –ταπετσαρίας της διοργανώτριας Ζωής Παππά.
Η έκθεση Transleatme αποδεικνύει ότι η επιμελήτρια και εικαστικός Ζωή Παππά πέρα από την εύστοχη επιλογή του χώρου, δικαίως δεν φοβάται να συντονίζει τόσους πολλούς καλλιτέχνες σε μία μόνο έκθεση -θεωρώ ότι σπάνια πετυχαίνουν οι πολυπληθείς εκθέσεις- αφού ως επί το πλείστον το αποτέλεσμα ήταν και καλοδομημένο και λειτουργικό.
Έκθεση: Transleatme
Ανεξάρτητος εκθεσιακός χώρος: Αιόλου 48-50,4ος & 5ος όροφος, Αθήνα
Διάρκεια έκθεσης: 14.11.08-14.12.08
Αναρτήθηκε από koritsi_oksi στις 18:33 0 σχόλια
Ετικέτες εκθέσεις, σύγχρονη τέχνη