30.11.08

Επιμελείς εκθέσεις / εκτεθειμένοι επιμελητές

Τον τελευταίο καιρό βρέθηκα τυχαία με διαφορετικά πρόσωπα και υπό διαφορετικές περιστάσεις σε συζητήσεις σχετικά με τη θέση του επιμελητή σε μια έκθεση και ως επί το πλείστον αντιμέτωπη με καλλιτέχνες. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου επιμελήτρια ούτε ιστορικό τέχνης (με δυο εκθέσεις δεν γίνεται κανείς επιμελητής και το διδακτορικό μου είναι ακόμα στα σκαριά) , παρόλα αυτά με μόλις εκκολαπτόμενες και σίγουρα όχι σθεναρά εκφραζόμενες αυτές τις δύο ιδιότητες διαισθάνθηκα μια αμυντική – έως και εχθρική ενίοτε- θέση εκ μέρους των καλλιτεχνών με τους οποίους μίλησα όσον αφορά στη υποτιθέμενη θέση εξουσίας που συνεπάγεται ένας θεωρητικός ή ένας επιμελητής. Γεγονός που με ξάφνιασε καθώς έμοιαζε σαν να αγνοείται το δεδομένο του ότι για να ασχοληθεί κανείς με αυτά τα πράγματα πρέπει καταρχάς να αγαπά την τέχνη και κατ’ επέκταση να σέβεται και να θαυμάζει τους καλλιτέχνες…(Τώρα που το αντικρίζω γραμμένο ίσως τελικώς σήμερα να φαντάζει μάλλον ρομαντική αυτή η θέση.)
Αναρωτήθηκα και γω λοιπόν για άλλη μια φορά-γνωρίζω βεβαίως πολύ καλά ότι δεν ανακαλύπτω την Αμερική με αυτό μου τον προβληματισμό!- ποιος είναι αυτή τη στιγμή και ποιος πρέπει να είναι τελικώς ο ρόλος του επιμελητή απέναντι στον καλλιτέχνη κατά την επιμέλεια μιας ομαδικής έκθεσης, και πως αντιμετωπίζεται τελικώς λόγω του ρόλου αυτού-με απόλυτη επίγνωση ότι πρόκειται για θέμα που δεν εξαντλείται σε ένα κείμενο…
Αρχικώς φαντάζομαι ότι πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα γιατί γίνεται μια ομαδική έκθεση και σε τι αποσκοπεί. Σίγουρα όχι –μόνο τουλάχιστον- σε ότι αποσκοπεί μια ατομική. Μια ατομική έκθεση έχει πρωταρχικό σκοπό την γνωριμία με το ιδίωμα και τις προβληματικές του καλλιτέχνη και την –όσο το δυνατό καλύτερη- ανάδειξη των έργων του και κατά ανάλογο τρόπο λειτουργούν και οι art fairs ως πρώτη γνωριμία με τα έργα των καλλιτεχνών και τον χαρακτήρα μιας γκαλερί κτλ κτλ. Μια ομαδική όμως έκθεση με συγκεκριμένο θέμα, έχει διαφορετικές προθέσεις. Σαφώς κι εδώ εκ των πραγμάτων εκπληρώνεται η ανάγκη δημοσιοποίησης και ανάδειξης του έργου των καλλιτεχνών, αλλά όχι μόνο αυτό. Μια ομαδική έκθεση με «θέμα» γίνεται για να κοινοποιηθεί και να ανοιχτεί μια «συζήτηση» πάνω σε αυτό το «θέμα» όπου κύριοι συζητητές είναι τα έργα των καλλιτεχνών που συμμετέχουν. (Γι΄ αυτό το λόγο εξάλλου οι πολυπληθείς εκθέσεις εάν δεν είναι πολύ καλά συντονισμένες είναι πολύ εύκολο να καταλήξουν σε χάβρες όπου το προσωπικό στίγμα του κάθε καλλιτέχνη χάνεται μέσα σε ένα «θόρυβο» θεάματος…) Η θέση του επιμελητή σε αυτή την κατάσταση λοιπόν-αν δεχτούμε ότι η αντιστοιχία ομαδικής έκθεσης και συζήτησης είναι θεμιτή- δείχνει να πρέπει να είναι αυτή του οργανωτή/συντονιστή. Αυτό σημαίνει ότι επιλέγει κατ’ αρχάς ένα θέμα που αυτός κρίνει επίκαιρο, σημαντικό, παραμελημένο ή απλώς ενδιαφέρον και στη συνέχεια καλεί καλλιτέχνες που έχουν δείξει να τους απασχολεί το προκείμενο θέμα ή οι προβληματικές της δουλειάς τους είναι συγγενείς με αυτό ή μετά από διάφορες συζητήσεις μαζί τους έχουν εκδηλώσει την επιθυμία να δουλέψουν πάνω σε αυτό... Σε μια διαφορετική κατεύθυνση αντιλαμβάνεται ότι ένα θέμα απασχολεί ευρέως τη δουλειά αρκετών καλλιτεχνών και τους καλεί να το «συν-επικοινωνήσουν» σε μια κοινή έκθεση. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως υπάρχει μια αμοιβαία διάθεση συνεργασίας πάνω σε έναν κοινό άξονα ενδιαφέροντος που αρχικώς τίθεται από τον οργανωτή της έκθεσης. Η πρωτοβουλία μπορεί λοιπόν ναι, να είναι του επιμελητή-που έχει την ιδέα και την όρεξη να την πραγματώσει- αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έτσι μπαίνει σε θέση ισχύος απέναντι στους καλλιτέχνες.

Το ότι η ιδιότητα του γκαλερίστα, κριτικού τέχνης, επιμελητή έχει συνδεθεί με θεσμοθετημένες μορφές εξουσίας-λόγω των προπαγανδιστικών πολιτιστικών πολιτικών της Αμερικής που εμφανίστηκαν το 60'- δε συνεπάγεται ότι στην Αθήνα του σήμερα ο κάθε επιμελητής έχει τέτοιες βλέψεις (ούτε βέβαια ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις, δεν εθελοτυφλώ απλώς δεν μπορώ και να συμμεριστώ στάσεις που αγγίζουν τα όρια μανίας καταδίωξης). Ο μηδενισμός –και η αφέλεια- της θέση του ότι για αυτό το λόγο «μόνο οι καλλιτέχνες πρέπει να επιμελούνται εκθέσεις» αφ' ενός δίνει κατευθείαν στον καλλιτέχνη απλώς άλλον ένα ρόλο (που στο κάτω κάτω μπορεί να τον βάλει στο ίδιο ακριβώς καλούπι «εξουσιαστή» που έχει αποδοθεί στον «απλό» επιμελητή) και αφ’ ετέρου αρνείται να αναγνωρίσει ότι μια ματιά που δεν εμπλέκεται ενεργά αλλά μόνο θεωρητικά με τη δημιουργία, πιο αποστασιοποιημένη γαρ, πιο αντικειμενική (μέσα στην υποκειμενικότητα των προσωπικών αισθητικών της κριτηρίων) -μιλάμε πάντα για ιδανικές καταστάσεις, θέλω να πιστεύω ότι είναι προφανές-, και με έναν ειλικρινή θαυμασμό προς τους δημιουργούς που δεν σχετίζεται με πάσης φύσεως ανταγωνισμούς που είναι σύνηθες να ελλοχεύουν μεταξύ ατόμων με το ίδιο επάγγελμα, ενδέχεται να δώσει και μια άλλη ίσως πιο ανοιχτή διάσταση στα έργα*. Κατά συνέπεια η ύπαρξη επιμελητή ουσιαστικά στοχεύει στη διατήρηση ισορροπιών.
Αυτό σίγουρα δε δηλώνει ότι ο επιμελητής έτσι αποκτά "μεγαλύτερη αξία" από τον καλλιτέχνη (γιατί το άκουσα κι αυτό!) αφού η "αξία" δεν είναι κάτι που εκτιμάται μεταξύ διαφορετικών ιδιοτήτων. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε μήλα και αυγά. Ούτε να κρίνουμε τι είναι πιο σημαντικό. Υπάρχουν καλοί και κακοί καλλιτέχνες και καλοί και κακοί επιμελητές. Δεν υπάρχουν επιμελητές καλύτεροι από τους καλλιτέχνες ούτε το αντίθετο. Ο καθένας κάνει τη δουλειά του. Σε μια συζήτηση ο καλός συντονιστής θέτει το θέμα, οργανώνει τη συζήτηση και οφείλει στο τέλος να βοηθήσει το κοινό να βγάλει τα συμπεράσματά του. Οι ομιλητές όμως είναι αυτοί που θα αναπτύξουν τις θεματικές και θα πραγματοποιήσουν τους σκοπούς της συζήτησης, αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές της. Ο σωστός και συνειδητοποιημένος επιμελητής δεν προσπαθεί να καπελώσει τους καλλιτέχνες-όπως είθισται να κραυγάζεται τον τελευταίο καιρό από ντεμέκ «αδικημένους» καλλιτέχνες- ούτε να επιδείξει εξουσία, ούτε να γίνει «διάσημος» εκμεταλλευόμενος τους αλλά μόνο να τους συντονίσει ώστε να βγουν καινούρια ωραία πράγματα από την συνεργασία τους.

ΟΚ για να είμαι δίκαιη πρέπει να παραδεχτώ ότι ο σύγχρονος καλλιτεχνικός χώρος βρίθει από περιπτώσεις επιμελητών και κριτικών που με τον άλφα ή βήτα τρόπο "χειρίζονται" καριέρες καλλιτεχνών, αφού το να μπει ένας καλλιτέχνης στην έκθεσή τους ή να επιτύχει επαινετικό άρθρο τους τον καθιστά άμεσα "καταξιωμένο". Για το σύστημα όμως που επιβάλει αισθητικά κριτήρια ανάλογα με τις απαιτήσεις και τα γούστα των μεγάλων συλλεκτών ή των πολιτικών βυσμάτων (που αποτελούν τις άλφα και βήτα γερές πλάτες) - αιώνες τώρα- δεν είναι ούτε οι επιμελητές ούτε οι θεωρητικοί που φταίνε. Οι επιμελητές δεν είναι εχθροί των καλλιτεχνών, δεν ξεκινούν με τέτοιες βλέψεις –αν και κάποιοι καταλήγουν πολιτικά όργανα- και η «κατάργησή» τους δεν είναι αυτή που θα άλλαζε το σύστημα ή που θα επέφερε την ευδαιμονία και την αξιοκρατία της καλλιτεχνικής ιδιότητας…

(έπεται συνέχεια)


*Η εναλλακτική θέση που θέλει "ο κάθε καλλιτέχνης να επιμελείται το έργο του" σε μια ομαδική έκθεση συνεπάγεται, εκτός από μια αμιγή θεωρητική κατάρτιση των καλλιτεχνών, πολύ μικρά και ευέλικτα σχήματα με άψογη συνεννόηση και πολύ καλή διάθεση για ομαδική δουλειά και πάσης φύσεως συμβιβασμούς –δεν το θεωρώ αδύνατον χαίρομαι πολύ όταν βλέπω τέτοιες προσπάθειες απλώς νομίζω ότι είναι δύσκολο και σπάνιο. Και πάλι πάντως πιστεύω ότι μια «απ’ έξω» ματιά βοηθάει.

24.11.08

Τα Όντραντεκ και η Φαστιτόκαλον






Το Εγχειρίδιο φανταστικής ζωολογίας ή μετέπειτα Βιβλίο των φανταστικών όντων είναι ένα απίθανο λεξικό ανύπαρκτων και εκπληκτικών πλασμάτων που κατοικούν ανά τους αιώνες σε βιβλία, ιστορίες και μύθους απ΄ όλο τον κόσμο. Στα λήμματά του περιλαμβάνονται αλλόκοτες ζωόμορφες -αλλά και ανθρωπόμορφες ενίοτε -οντότητες που ο συγγραφέας του ανέσυρε από λαϊκά μυθοπλαστικά, ιερά και ιστορικά συγγράμματα όπως η Οδύσσεια του Ομήρου, οι Μεταμορφώσεις του Πλίνιου, η Θεογονία του Ησίοδου, οι Ιστορίες του Ηρόδοτου, οι Χίλιες και Μια Νύχτες, τα Ταξίδια του Μάρκο Πόλο αλλά και η Παλιά Διαθήκη, και από παραμυθάδες συγγραφείς, φιλόσοφους και ποιητές όπως ο Βιργίλιος, οι αδερφοί Γκριμ, ο Ρούντολφ Στάινερ, ο Πόου, αλλά και ο Κάφκα, ο Ουέλς, ο Στήβενσον ή ο Λιούις (αγαπημένα ονόματα του πάνσοφου Μπόρχες που γενικώς εμφανίζονται συχνότατα σε όλο το έργο του ) όπως και πολλοί άλλοι. Το πρώτο βιβλίο γράφτηκε το 57’ και 10 χρόνια μετά προστέθηκαν άλλα 34 λήμματα για τη δεύτερη έκδοση. Το τελικό Βιβλίο που κυκλοφορεί πια περιέχει 120 λήμματα.
Για όποιον λοιπόν τυχαίνει να αναρωτιέται τι δουλειά μπορεί να έχει το ψάρι Μπααμούτ με τη δημιουργία του κόσμου και τι στο καλό είναι ο Πίθηκος του μελανοδοχείου, αγνοεί το πως περιγράφει ο Φλωμπέρ το βιβλικό τέρας Μυρμηκολέων και το τι έγινε όταν οι Καθρεφτάνθρωποι εισέβαλαν στη γη, ξέχασε πως ξεγέλασε η ζηλιάρα πρωτόπλαστη Λίληθ την Εύα και ποιο είναι εκείνο το μυθικό πουλί στο οποίο αναφέρονται ο Σεβάχ ο θαλασσινός αλλά και ο Μάρκο Πόλο και έχει φάει τον κόσμο να βρει από πού μας έρχονται οι Ιππόγρυπες, το Βιβλίο των Φανταστικών όντων είναι γεμάτο ανύποπτες απαντήσεις ως ο καταλληλότερος και πιο ενημερωμένος οδηγός για τις άβατες χώρες του φανταστικού και του αφάνταστου.
Εμπνευσμένος από αυτό το θησαυρό παγκόσμιας φαντασίας και μετά από ανάθεση από έναν από τους πιο σημαντικούς εκδοτικούς οίκους του Μεξικού, ο πολυσχιδής μεξικανός καλλιτέχνης Francisko Toledo, εικονογραφεί με το προσωπικό του ιδιόμορφο «αφαιρετικό ρεαλιστικό» ύφος το βιβλίο του Borges προσφέροντας στην Ιστορία των τεχνών άλλο ένα συνταίριασμα ζωγραφικής και λογοτεχνίας όπως αυτά που μας έχουν δώσει κατά καιρούς οι εξαιρετικές εικονογραφήσεις της Σαλώμης του Όσκαρ Ουάιλντ από τον Beardslay, των ποιημάτων του Καβάφη από τον Χόκνεϊ, της Θείας Κωμωδίας του Δάντη από τον Νταλί, της ποίησης του Ελύτη και του Σεφέρη από τον Μόραλη και σίγουρα πολλές άλλες ακόμα που (ου γαρ...)ξεχνάω αυτή τη στιγμή ή απλώς αγνοώ.
Οι εικόνες του, που παραπέμπουν πότε σε οργανικές φόρμες πότε σε προϊστορικές τοιχογραφίες, ισορροπούν σοφά μεταξύ αφαίρεσης και αναπαραστατικότητας ώστε- ως σωστή εικονογράφηση- να αφήνουν αρκετό χώρο στην φαντασία του θεατή για να τις προσαρμόσει στις δικές του ερμηνείες για τα μυθικά πλάσματα του βιβλίου.
Η εικονογράφηση της Φανταστικής Ζωολογίας του Μπόρχες από τον Φρανσίσκο Τολέδο εκτίθεται με τον τίτλο Φανταστικά Όντα στο Κεντρικό Κτήριο του Μουσείου Μπενάκη έως τις 11/1/2009.

Μουσείο Μπενάκη
Κουμπάρη 1 & Βασ. Σοφίας
τηλ 210 367 1000
fax 210 367 1063
Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο: 9:00 - 17:00
Πέμπτη: 9:00 - 24:00
Κυριακή: 9:00 - 15:00

στην κόλαση αδερφές μου, στην κόλαση






Ωραίος ο καινούριος χώρος της Βreeder, λίγο φοβιστικός βέβαια απ'έξω με την τεράστια μεταλλική μαύρη πόρτα στον- εκτυφλωτικά, σε σύγκριση με τη γκρίζα γύρω περιοχή των μπουρδέλων του μεταξουργείου- λευκό τοίχο που με κάποιο τρόπο μοιάζει με κάστρο -σε πιάνει κι ένα "τι με περιμένει εδώ μέσα" φτάνοντας- αλλά τελικώς το τρέχον περιεχόμενο-μια εικαστική κατάβαση στην κόλαση του Δάντη- είναι απολύτως συμβατό με την αισθητική που αποπνέει το κτήριο και βεβαίως με την πάγια αισθητική της γκαλερί εν γένη, που ούτως ή άλλως-κι απ΄όταν ακόμα ήταν περιοδικό- είχε πάντα συγκεκριμένο χαρακτήρα. Η ματιά του Διονύση Καβαλλιεράτου αν και παιχνιδιάρικη-όπως πάντα- κρατάει και μια ελαφριά σκοτεινιά. Πρόκειται-εκτός των άλλων- και για μια "βέβηλη"- όπως οφείλει να είναι η τέχνη εξάλλου - παράφραση της Θείας κωμωδίας μέσα από το οδοιπορικό του φανταστικού ήρωα του καλλιτέχνη Pellelo di Kavla (!) ο οποίος ως άλλος Βιργίλιος παρεά με τον Δάντη περιφέρεται στον άλλο κόσμο σε μια σειρά από σχέδια και γλυπτά που εκφέρουν το κοινωνικό σχόλιο του καλλιτέχνη με πολιτική και προκλητική διάθεση. Με τόσο πρόσφατα τα εκκλησιαστικά σκάνδαλα οποιαδήποτε διακωμώδηση της χριστιανικής ηθικής φαντάζει τραγικά επίκαιρη και στο επίπεδο αυτό η σκανδαλιάρικα ασεβής δουλειά του Καβαλλιεράτου λειτουργεί αποτελεσματικότατα δηκτικά (χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι δικαιώνεται μόνο από την επικαιρότητά της). Τα γοητευτικά αν και μάλλον παρωχημένα-σε σχέση με άλλες πιο τολμηρές και ευτράπελες δουλειές της καλλιτέχνιδος- μεγάλα γυναικεία πορτραίτα της Iris van Dongen πάλι, όσο κι αν μέσα από τη μυστηριώδη τους διαθεση -ή έστω την πρόθεση για αυτήν- ίσως και να συνομιλούν ενίοτε ανεπαίσθητα με τα συγκατοικούντα έργα, σε τελική ανάλυση δεν ξέρω αν προσφέρουν κάτι ουσιαστικό με αυτή τη συνομιλία... Περισότερο δίνουν την εντύπωση ερμητικά αυτόνομων εικόνων -παρόλο που κάποια από αυτά συνδέονται θεματικά με αυτά του Καβαλλιεράτου- που απλώς παρεμβάλλονται αινιγματικά στην ντελιριακή δουλειά του γείτονα καλλιτέχνη. Δεν γνωρίζω αν τα έργα του Καβαλλιεράτου και της van Dongen μόνα τους θα στέκονταν καλύτερα, παρατηρώ μόνο ότι η γειτνίασή τους επιφέρει συχνά πυκνά κάποιες αμηχανίες. Από την άλλη όμως ίσως και αυτό να είναι το ζητούμενο...

18.11.08

χωρίς...


Το ότι ο Αλέξανδρος Αβρανάς είναι εικαστικός-και μάλιστα αξιόλογος- είναι κάτι που δεν γίνεται να διαφύγει από τον θεατή που παρακολουθεί το Without, την πρώτη ταινία του 30χρονου φερέλπιδος δημιουργού, με την οποία συμμετέχει στο 49ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Καθώς επίσης και το ότι έχει συνεργαστεί με μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών και τεχνικών…Κάθε πλάνο της ταινίας είναι τόσο απόλυτα ζυγισμένο και στυλιζαρισμένο που ενίοτε το αποτέλεσμα διαφεύγει των ορίων της έβδομης τέχνης. Τα περισσότερα κάδρα θυμίζουν μάλλον καλλιτεχνική φωτογραφία ή σύγχρονο ζωγραφικό φωτορεαλισμό. Οι γωνίες λήψης αναπάντεχες, οι φωτισμοί τέλειοι, τα κουστούμια υπέρκομψα, εκκεντρικά αν και λιτά και γενικώς μια ευφάνταστη σκηνογραφία που ισορροπεί άριστα μεταξύ ενός ψυχεδελικού αν και κλασσικού ρετρό και ενός αποστειρωμένου αλλά στυλάτου σημερινού ώστε να εξυπηρετεί λειτουργικότατα τον «μη-χρόνο» και «μη –τόπο» που επιδιώκει ο σκηνοθέτης. Το φουστάνι της πρωταγωνίστριας ταιριάζει χρωματικά με τα καρότα από το μισάνοιχτο ψυγείο και τα εσώρουχά της με τα πλακάκια του μπάνιου, η μπλούζα του παιδιού με τον καναπέ, οι πετσέτες της κουζίνας με την καρέκλα κ.ο.κ. Οι ερμηνευτές (ένα εντυπωσιακότατο καστ, Σαολίδου, Οικονομίδου, Στάνκογλου, Γιάνναρης κτλ.) περιφέρονται μηχανικά ή στήνονται- σαν να πρόκειται για φωτογραφήσεις μόδας- καπνίζοντας αρειμανίως, οι διάλογοι στοιχειώδεις, η εκφορά του λόγου δύσκολη –μια δυστοκία, λες και καταβάλουν προσπάθεια για να μιλήσουν- οι σιωπές μεγάλες, τα περισσότερα πλάνα υποφωτισμένα σαν τη διάθεση των πρωταγωνιστών τους. Σαφώς η τεχνική αρτιότητα έχει επιτευχθεί απολύτως όπως και η δημιουργία μιας ζοφερής ατμόσφαιρας αναμονής κάποιου ξεσπάσματος- που θυμίζει λίγο Λιντς – αλλά τελικώς το τόσο απλοποιημένο σενάριο δεν υποστηρίζεται από την αφήγηση και η ανάλυση των χαρακτήρων πάσχει...Η πρόθεση της σκιαγράφησης του αβάσταχτου βάρους της κοινής καθημερινότητας χάνεται εντέλει πίσω από την άσκηση αισθητικής τελειομανίας του σκηνοθέτη…

13.11.08

οι 100


Και μια και μιλάμε για περιοδικά το Artreview στο τελευταίο τεύχος του παραθέτει τα 100 ισχυρότερα ονόματα στο χώρο της τέχνης παγκοσμίως-κατά την άποψη δημοσιογράφων και ειδικών- μαζί με συμβουλές σχετικά με το πως να καταφέρετε να εισχωρήσετε και σεις του χρόνου στη λίστα…
Όπως θα περιμέναμε ο Damien Hirst είναι το νούμερο 1 στη λίστα, o σερ Nicolas Serota έπεσε στο 4, ο πρώτος καλλιτέχνης στη λίστα μετά τον Hirst (που νομίζω έχει πλέον ξεπεράσει όρους όπως καλλιτέχνης, επιμελητής, συλλέκτης κτλ κτλ.) είναι μόλις στο 9 (ο αγαπημένος Jasper Jones) ενώ ο Δάκης είναι στο 31 (not bad, not bad, αν και πέρσι τα πήγε καλύτερα)…

20.10.08

About circus

project magazine-new issue

30.9.08

Κάποτε στο Ηρώδειο


Ηρώδειο, φθινοπωρινό βραδάκι, Μορικόνε λέει…Πολύ καλό για να συμβεί, σαν όνειρο ρε παιδί μου σαν πρωτοχρονιάτικη ευχή για το νέο έτος, έλεγα δεν μπορεί, θα βρέξει, θα αργήσω και δεν θα με αφήσουν να μπω, κάτι θα συμβεί τελευταία στιγμή και θα ακυρωθεί και δεν θα τα καταφέρω να το ζήσω και θα μείνω για μια ακόμη φορά με το απωθημένο (κάπως έτσι δεν τον είχα χάσει και πριν δυο χρόνια;). Κι όμως να, δε συνέβη τίποτα αναπάντεχο, η βραδιά ήταν όμορφη και ξάστερη αν και λίγο νοτισμένη από τις βροχές και τις ελαφρότητες του Σαββατοκύριακου και έτσι λοιπόν μπορώ να πω σήμερα ότι ναι το έζησα, παραβρέθηκα περήφανη σε συναυλία του μακράν αγαπημένου μου ever συνθέτη-ως δηλωμένη πιστή λάτρης της κινηματογραφικής μουσικής εξάλλου- στο Ηρώδειο, και το βίωμα ήταν απολύτως αντάξιο αυτού που φαντασιωνόμουν. Ο θρυλικός και σεβάσμιος κύριος Ένιο Μορικόνε ξεκίνησε το μαγικό του κονσέρτο με την καινούρια του ατμοσφαιρική δουλειά, την εμπνευσμένη από αρχαιοελληνικές μουσικές κλίμακες –αιθέριο και υποβλητικό έργο πόσο μάλλον και στο συγκεκριμένο χώρο-και συνέχισε με μια επιλογή από τις αγαπημένες κινηματογραφικές του μουσικές-τις χιλιοπαινεμένες και πάμπολλες, τόσο πολλές που όλοι με κάποιο απωθημένο φύγαμε...(προσωπικά περίμενα διακαώς να ακούσω το Chi Mei, το el mercenario και το Here’s to you, για το οποίο τελευταίο εισακούστηκα και το απόλαυσα περιχαρής και κατασυγκινημένη στο τελευταίο encore…)- σε εξαιρετικές εκτελέσεις. Το κοινό ακροαζόταν εκστασιασμένο- στην εισαγωγή του «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος» δε, ήταν σαν να μας διαπέρασε μια κοινή ανατριχίλα, λες και όλο το θέατρο έξαφνα να ανακινήθηκε σ' ένα υπομειδίαμα, ενώ στο Here’s to you σχεδόν ξέφυγε ένα αυθόρμητο και ενθουσιώδες χειροκρότημα στην πρώτη μόλις συνειδητοποίηση της μελωδίας. Μετά το τέλος του προγραμματισμένου υλικού μας ευχαρίστησε για το επίμονο χειροκρότημα-ο κόσμος παρέμενε πεισματικά παρά την ψύχρα και την υγρασία- με τρία χαμογελαστά και χορταστικά encore τα οποία ο κόσμος χειροκρότησε όρθιος και φωνάζοντας "μπράβο μαέστρο" και "άξιος".
Μαγεία.
Κατηφορίζαμε τον πεζόδρομο παρέα με τους μουσικούς. Χαμογελώντας.
Είναι απίστευτη η ικανοποίηση που μπορεί να σου δώσει η καλή τέχνη-κάθε φορά πρωτόγνωρη.
Τώρα ακόμα που το σκέφτομαι μου φαίνεται σαν να το ονειρεύτηκα

28.9.08

Οι αμαρτωλές δεσποινίδες



Εκεί στις αρχές του 20ου λέει, νεαρός επιδέξιος απατεωνίσκος εν ονόματι Τζερί Πιερέ γυροφέρνει στο Παρίσι κάνοντας εκλεκτές παρέες από τον καλλιτεχνικό κόσμο της εποχής. Σχετιζόμενος φιλικά και με τον Πικάσο του προσφέρει γενναιόδωρα δυο πέτρινες Ιβηρικές κεφαλές άρτι «δανεισμένες» από το Λούβρο το ίδιο… Ο φοβερός Ισπανός που διανύει την πριμιτιβιστική του περίοδο και ήδη έχει εκφράσει το θαυμασμό του για τέτοιου είδους τάσεις μέσω του περίφημου πορτραίτου της Γερτρούδης Στάιν που μόνο την Γερτρούδη δεν θύμιζε, ενθουσιάζεται με τα δώρα του, κάνει τα στραβά μάτια, και τα χρησιμοποιεί ιδιαιτέρως δημιουργικά για όλη την μετέπειτα ιστορία τέχνης καθώς σε αυτά βασίζεται μερικώς για την πραγματοποίηση των «Δεσποινίδων της Αβινιόν»… Έλα όμως που μερικά χρόνια αργότερα ο δαιμόνιος Πιερέ αποφασίζει να χλευάσει το σύστημα ασφαλείας του Λούβρου, παραδίδοντας σε γνωστή Παριζιάνικη εφημερίδα της εποχής τον τελευταίο θησαυρό που κατάφερε και απέσπασε από το θρυλικό μουσείο, μαζί με άρθρο σχετικά με την ευκολία της δραστηριότητάς του αυτής ( αν σας θυμίζει κάτι, πριν μερικά χρόνια αναλόγως έπραξε και ο Γίγας με αγαλματάκι του Μαξ Έρνστ από την έκθεσή του στη Δημοτική Πινακοθήκη της Θεσσαλονίκης…)! Το θέμα παίρνει ακόμα μεγαλύτερη έκταση λόγω της πολύ πρόσφατης κλοπής της Μόνα Λίζα και έντρομος ο Πικάσο σπεύδει να παραδώσει τις δικές του αρχαιότητες στην εφημερίδα η οποία με τη σειρά της τον παραδίδει στη Γαλλική αστυνομία ως κλεπταποδόχο.
Τώρα βεβαίως δεν γνωρίζω κατά πόσο ο Πικάσο αν δεν ήταν αυτός που ήταν θα την είχε γλιτώσει ατσαλάκωτος χωρίς καθόλου κυρώσεις όπερ και εγένετο, καθώς επίσης αν, στην περίπτωση που σεμνά αρνιόταν τα κλεψιμαίικα του Πιερέ, θα είχε ποτέ φτιάξει κάτι τόσο επιδραστικό και καίριο για τη σύγχρονη τέχνη όσο οι εν λόγω Δεσποινίδες…

Πηγή: Η τέχνη από το 1900, εκδ. Επίκεντρο

25.9.08

Η επαναμάγευση του τοπίου








Είναι αυτός ο θλιμμένος λυρισμός που κάνει τη ζωγραφική του Γκόκα παρά τη φρεσκάδα της τεχνικής της να μοιάζει βγαλμένη από τα χέρια κάποιου μοναχικού ρομαντικού ζωγράφου του 17ου.
Ματιά κάπως απαισιόδοξη και νοσταλγική, ικανή να ειδυλλιοποιεί ιδιοτρόπως ακόμα και τα πιο άχαρα και ορφανά τοπία. Όπως σε κάτι παλιές κιτρινισμένες οικογενειακές φωτογραφίες όλα μοιάζουν να αποκτούν μυθιστορηματική χροιά και, πέραν του πραγματικού, ενδιαφέρον, έτσι και εδώ τα πειραγμένα τοπία λειτουργούν σχεδόν σαν σκηνικά ανείπωτων ιστοριών επικής ή επιστημονικής φαντασίας, ή ακόμα και παραμυθένιου τρόμου. Μέσα από τα νερά περιμένεις να ξεπεταχτούν νεραϊδένιες γυναικείες μορφές ή μεταλλικά φολιδωτά τέρατα-ενίοτε καλοκάγαθα αλλά ποτέ δεν ξέρεις...-, πίσω από τους θάμνους να κρύβονται ύπουλα μασκοφόροι κακοί ή τεράστιοι λούτρινοι κούνελοι, ενώ στο τέλος του ορίζοντα μόλις χάθηκαν καλπάζοντας μυστηριώδεις καβαλάρηδες πάνω σε υπερφυσικά άλογα ή διαστημικές μοτοσικλέτες.
Είναι σαν να υπάρχει πάντα μια λύπη κάτι που τελειώνει και κάτι που παραμονεύει.
Γι΄ αυτό μ’ αρέσει τόσο η ζωγραφική του Βαγγέλη. Γιατί με κάνει να φτιάχνω μαγικές ιστορίες χωρίς να χρειαστεί να ανατρέξω σε παρελθοντικές κλισέ εικόνες. Γιατί φέρνει αβίαστα το μεταφυσικό στο πεζό τώρα και τελικά μέσα από την επιδέξια παρέμβασή του στο τοπίο επιχειρεί, και καταφέρνει σε ένα βαθμό, να επαναμαγεύσει το απομαγεμένο...


Βαγγέλης Γκόκας
Sense and Sensibility
Γκαλερί TinT
Χρυσ. Σμύρνης 13,
546 22
Θεσσαλονίκη
25 Σεπτεμβρίου ως τις 25 Οκτωβρίου 2008

2.9.08

Το κοινό καλό και το κακό κοινό

Η Επίδαυρος φέτος δεν μου έκατσε καλά. Δύο παραστάσεις πήγα να δω και οι δυο απογοητευτικότατες. Από τη μία οι τρανοί Αριστοφανικοί Βάτραχοι στην έκδοση λαϊκής τηλεοπτικής σαπουνόπερας του Δημήτρη Λιγνάδη και από την άλλη ο άνισος και ασυνάρτητος Ορέστης του Ευριπίδη από τον Slobodan Unkovski. Ο Ορέστης με κούρασε, οι Βάραχοι με θύμωσαν. Και στις δύο έφυγε πολύς κόσμος –στον Ορέστη κολάστηκα ομολογώ να φύγω κι εγώ, στους Βατράχους δεν είχα εναλλακτική, έπρεπε να μείνω για άλλους λόγους. Και στις δυο επίσης ο κόσμος –γύρω μου τουλάχιστον-εκδήλωνε μια εξαιρετικά εκνευριστική συμπεριφορά. Κατά πρώτον όχι μόνο δεν έκλεινε τα κινητά του τηλέφωνα, τα οποία χτυπούσαν κάθε τόσο, αλλά μιλούσε ανετότατα κατά τη διάρκεια της παράστασης –συγκεκριμένα στη δεύτερη παράσταση μια κυρία από πίσω μου μετά από πεντάλεπτη τηλεφωνική συνδιαλλαγή και πολλές άγριες ματιές από εμένα και άλλους εκνευρισμένους θεατές γύρω της, ζήτησε από τον τηλεφωνικό συνομιλητή της να μιλάει σιγανότερα για να μην ενοχλεί (!!??), κυριολεκτώ το ορκίζομαι- κατά δεύτερον άλλαζε θέσεις χωρίς να σκέφτεται ότι ενοχλεί τους από πίσω, μιλούσε δυνατά με τους διπλανούς του και εν ολίγοις, μόνο πατατάκια δεν μασουλούσε-κάποια στιγμή το φοβήθηκα και αυτό.
Δεν γιουχάισε πάραυτα. Ούτε στη μία ούτε στην άλλη.
Στη Μήδεια δεν πήγα. Έλλειπα πλέον για διακοπές, αλλιώς θα πήγαινα. Και μετά από όσα άκουσα και διάβασα πάλι θα πήγαινα. Το χειρότερο εξάλλου για μια παράσταση είναι να περάσει απαρατήρητη. Η αλήθεια είναι ότι το γεγονός του γιουχαΐσματος στην Επίδαυρο αρχικά με σόκαρε. Σε συνδυασμό όμως με το κοινό που συνάντησα φέτος εγώ, τελικά με προβλημάτισε. Γιατί το κοινό φέτος επέλεξε να γιουχαΐσει τον Βασίλιεφ έναν τόσο καλλιεργημένο και ανήσυχο δημιουργό που πειραματιζόταν– προφανώς και δυστυχώς όχι με επιτυχία- για να δώσει μια νέα ανάγνωση στη Μήδεια, και όχι τον υπερφίαλο Λιγνάδη που προκειμένου να γίνει super star ισοπέδωσε ανένδοτα υπό το πρόσχημα της εκλαΐκευσης ένα τόσο αιχμηρό κείμενο όσο οι Βάτραχοι? Γιατί το κοινό αυτό «έκραξε» ζωντανά την πάντα αξιοπρεπή και αξιόλογη Κονιόρδου για τη συμμετοχή της στην παράσταση και γέλαγε όταν ο σκηνοθέτης των Βατράχων εξευτέλιζε τη Γουλιώτη και τον περσινό της ρόλο-την Ηλέκτρα του Stein…- επί σκηνής? Θα μου πείτε, ενδεχομένως το κοινό που πήγε μέσα στο κατακαλόκαιρο να δει Βασίλιεφ δεν θα ήταν το ίδιο με αυτό που πήγε στον εύκολο και πολυδιαφημισμένο Λιγνάδη-αλλά πάλι ένα τόσο απαιτητικό κατά συνέπεια κοινό, άρα και πληροφορημένο περί του σκηνοθέτη και φαντάζομαι και περί της διάρκειας της παράστασης γιατί να φτάσει σε σημείο συμπεριφοράς γηπέδου και να μην αρκεστεί στο κάτω κάτω σε μια αναχώρηση-αφού δυσανασχέτησε με την διάρκεια-ή σε ένα χλιαρό χειροκρότημα ή έστω στην άρνηση χειροκροτήματος? Τελικά πόσο ανεχτικός είναι ο «πολιτισμένος» Έλληνας στο εντελώς καινούριο και στον πειραματισμό? Και πόσο «πολιτισμένος» είναι ο Έλληνας που πάει στην Επίδαυρο? Και τελικά τι σημαίνει πολιτισμένος…
Συμπαθώ τους ηθοποιούς όπως και όλους όσους έχουν τα κότσια και το στομάχι να εκθέτονται άμαχοι στο αδηφάγο κοινό, τους καλλιτέχνες δηλαδή εν γένη. Δεν έχω φύγει ποτέ από παράσταση αν και πολλές φορές το έχω σκεφτεί, διότι το θεωρώ πολύ σκληρό για τους συντελεστές. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δεν το αναγνωρίζω ως αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του κάθε θεατή να αρνηθεί κάτι που τον κουράζει. Είναι μια δική μου ευαισθησία που έχει να κάνει και με μια θολή και αόριστη προσωπική ενασχόληση με τα καλλιτεχνικά πράγματα. Δεν πιστεύω όμως στο παντοδύναμο κοινό, στο απαίδευτο και υπεροπτικό κοινό, το μαθημένο στην τηλεοπτική ευκολία που απορρίπτει ό,τι δεν καταλαβαίνει γιατί αν αυτό όριζε τα πράγματα τότε θα έπρεπε να έχουν απορριφθεί μεγάλα έργα της εικαστικής λογοτεχνικής και παραστατικής δημιουργίας. Καλλιτέχνες όπως ο Ντυσάμπ, λογοτέχνες όπως ο Τζόις, χορογράφοι όπως η Πίνα Μπάους, μουσουργοί όπως ο Σατί, καλλιτέχνες που έδωσαν ώθηση στην δημιουργία και την πήγαν κάμποσα βήματα παραπέρα, δεν προσεγγίζονται εύκολα από το μέσο θεατή, θέλουν παιδεία και ενασχόληση με το είδος και προσπάθεια, κάτι που ο έλληνας θεατής, αναγνώστης ή ακροατής αρνείται να κάνει, καλομαθημένος όπως είναι από την καθημερινή καραμέλα της τηλεόρασης και της ρηχής λογοτεχνίας.
Δεν επιχειρώ συγκρίσεις. Δεν είδα την παράσταση και δεν μπορώ επομένως να εκφέρω γνώμη γι’ αυτή, ούτε καν δύναμαι να εικάσω αν ήταν καλή ή κακή. Και επειδή εδώ μέσα είναι τόπος όπου καταθέτω την προσωπική μου άποψη, δεν πιστεύω ότι αυτή η παράσταση ήταν χειρότερη από τους Βατράχους που ναι μεν δεν έλαβαν διθυραμβικές κριτικές αλλά ούτε γιουχαΐστηκαν. Και για να μη παρεξηγούμαι καλώς έγινε και δεν γιουχαΐστηκαν γιατί αυτό ακριβώς είναι που καταδικάζω.

31.7.08

He just paid his rent in the tower of song…

Είναι λοιπόν και αυτές οι στιγμές που αισθάνομαι χαρούμενη που είμαι 36 χρονών και έχω το ακαταλόγιστο στην απενοχοποίηση κι έτσι μπορώ να ανατριχιάζω ακούγοντας το Suzanne και να το λέω, να δακρύζω χωρίς ίχνος ντροπής στο Anthem, να τραγουδάω τα λόγια στο Take this Waltz χορεύοντας ένα αυτοσχέδιο βαλς και να χειροκροτώ εντόνως σαν παιδί για να ξαναβγεί ο Leonard Cohen στη σκηνή να τραγουδήσει το Famous blue raincoat που λαχταρούσα να ακούσω όλη την υπέροχη αυτή βραδιά που, αν και στον πιο ανάρμοστο χώρο που θα μπορούσε κανείς να τον δει και να τον ακούσει-πόσο θα του ταίριαζε ένας Λυκαβηττός-, ο αγαπημένος-αυτή η λέξη μου φαίνεται τώρα τόσο λίγη και δεν θέλω να υποπέσω στην υπερβολή του «λατρεμένος»- ποιητής, μουσικός, εκτελεστής, δημιουργός μάλλον με κάθε σημασία της λέξης-αν και οι λέξεις φοβάμαι ότι δεν με εξυπηρετούν όταν είμαι τόσο συναισθηματικά φορτισμένη όσο μετά από μια τόσο ιδιαίτερη καλλιτεχνική εμπειρία-παρά τα 74 χρόνια του κατάφερε να μαγέψει το κοινό, ένα κοινό πολυδιάστατο και πολυμορφικό σε ηλικία και ύφος αλλά ζεστό και ανυπόμονο να παρασυρθεί στη νοσταλγία και την ποίηση των θείων -πάλι ρέπω στην υπερβολή αλλά κάποιες στιγμές, όπως στο Hallelujah ή στο If it be your will, δυστυχώς αδυνατώ να τις περιγράψω διαφορετικά- μουσικών και στίχων, που τραγουδούσε και συμμετείχε, γεγονός που φυσικά δεν πέρασε απαρατήρητο από τον μάγο της βραδιάς που εκτός από τις πάμπολλες παρουσιάσεις του πολύ καλού επιτελείου μουσικών που είχε μαζί του –γλυκύτατος και ευγενής-δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει με τον πιο απλό και άμεσο τρόπο και τον κόσμο-“thank you for singing”- που ήξερε τους στίχους και που μέχρι το τέλος της σχεδόν τρίωρης συναυλίας δεν έπαψε να τον χειροκροτεί και επευφημεί ενθουσιασμένο με κάθε του κουβέντα. Ανάσα. Μακάρι να’ ταν κι άλλο…

Είναι άπειροι οι στίχοι με τους οποίους θα ήθελα να τελειώσω ένα παραληρηματικό κείμενο για τον Leonard Cohen αλλά επιλέγω αυτούς ίσως επειδή απόψε τους πρόσεξα για πρώτη φορά και δάκρυσα. Και γιατί η αποψινή βραδιά was such a crack:

Ring the bells that still can ring
Forget your perfect offering
There is a crack in everything
That's how the light gets in.

(Με μισώ όταν γίνομαι μελό)

18.7.08

εν αναμονή βελτίωσης

Το αντιλαμβάνομαι, το να είσαι γόνος σπουδαίων και χαρισματικών ανθρώπων μπορεί να είναι μεγάλο βάρος και να δημιουργεί εσπευσμένες προσδοκίες από τον κόσμο. Επίσης, θεωρώ ότι γνωρίζοντας μια μόνο δουλειά ενός καλλιτέχνη δεν μπορεί κανείς να βγάλει συμπεράσματα κι έτσι δεν βιάζομαι να κρίνω τον συγγραφέα Θανάση Χειμωνά μόνο από την Ραγδαία Επιδείνωση. Δεν μπορώ όμως και να μην αναφέρω το πόσο απογοητεύτηκα από ένα βιβλίο-και έναν συγγραφέα εκ των πραγμάτων- τόσο προβαλλόμενο και πολυσυζητημένο τον τελευταίο καιρό. Και όσο κι αν αποφεύγω να γράφω για πράγματα που δεν μου αρέσουν- προτιμώ πολύ συνειδητά να μοιράζομαι ενθουσιωδώς όσο και όταν μπορώ ωραίες εμπειρίες τέχνης- στην προκειμένη περίπτωση μάλλον θύμωσα λίγο με όλη αυτή τη δημοσιότητα ενός βιβλίου πνιγμένου στις ευκολίες και στα κλισέ και γι΄ αυτό προέκυψε αυτό το κείμενο. Φυσικά όλα αυτά είναι απολύτως προσωπικές απόψεις. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη, Εγώ Προσωπικά το μοτίβο του μοναχικού, μυστηριώδους, γοητευτικού και μες τα ψυχοφάρμακα καλλιτέχνη-συγγραφέα το θεωρώ εξαιρετικά παρωχημένο όσο και το σκηνικό της πανέμορφης και ταλαντούχας ερωμένης που τον αφήνει –παρά τον σφοδρό τους έρωτα- για να παντρευτεί κάποιον πλούσιο και πετυχημένο για να μετανιώσει κάποτε -φυσικά όταν θα είναι αργά- οικτρά. Κάτι από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, κάτι από αμερικάνικο αισθηματικό, δεν ξέρω τι να πω, κάτι απροσδιόριστο, πάντως κάτι μου θυμίζει εντόνως. Αυτό το έργο το έχω ξαναδεί κοινώς. Η μοναξιά της μεγαλούπολης και το που αυτή μπορεί να οδηγήσει σίγουρα δεν είναι θέμα με το οποίο αυτό το βιβλίο πρωτοτυπεί. Και βεβαίως, δε λέω, είναι πάντα επίκαιρο και πάρα πολύ σημαντικό αλλά δεν ξέρω κατά πόσο δικαιολογεί την επινόηση μιας στρατιάς από τόσους ήρωες που συνδέονται μεν μέσω χαλαρών-και αδιάφορων κατά τη γνώμη μου- μυθοπλαστικών δεσμών αλλά τελικά όχι μόνο οι περισσότεροι δεν αναλύονται και δεν εξελίσσονται καθόλου ως χαρακτήρες αλλά και για όσους ακόμα αυτό γίνεται κάπως, ο τρόπος είναι τόσο βεβιασμένος και ρηχός που δεν πείθεται τελικά ο αναγνώστης για το ρεαλισμό της κατάστασης ούτε μοιράζεται τους όποιους προβληματισμούς του συγγραφέα. Και ναι, φυσικά, απαντώ εκ των προτέρων στο επερχόμενο σχόλιο περί της υπερβολής που ενίοτε οφείλει να χειρίζεται η τέχνη προκειμένου να υποδείξει την τραγωδία της καθημερινότητας, ο ρεαλισμός και η αληθοφάνεια δεν είναι πάντοτε το ζητούμενο αλλά –αλίμονο!- η ιστορία του γεροπαράξενου αποτυχημένου συγγραφέα που εκτυλίσσεται μέσα από επιστολές-και αυτό το βρίσκω κλισέ, συγνώμη- και καταλήγει στην αποκάλυψη του «φοβερού μυστικού»–ας μην αποκαλύψω το μοναδικό αν και άνευρο σασπένς του βιβλίου-ξεφεύγει εντέλει από το πλαίσιο της τραγωδίας και μάλλον αγγίζει τα όρια του τραγελαφικού… Όσο για την νέα πλούσια πανέμορφη και αθώα ερωτευμένη Έλια που ανακαλύπτει το δράμα των αλλοδαπών μέσω της υπηρέτριάς της, ε εδώ τι να πω; Δεν βρίσκω ούτε πρωτόγνωρο ούτε συναρπαστικό το ότι ένας άνθρωπος με υπηρέτη(!) στις μέρες μας δεν γνωρίζει τίποτα για το τι γίνεται εκεί έξω και όχι δεν συγκινούμαι με την έκπληξή του αλλά ούτε και παρακολούθησα μέσω αυτής καμιά «ραγδαία» ηθική αφύπνιση ή κανένα ευφάνταστο σχόλιο πάνω στη σχέση «πλούσιων και φτωχών» ή «αφέντη και δούλου». Τόσο η όμορφη ΄Ελια όσο και η ρωσίδα (νομίζω) Σβέτα παραμένουν ανενεργές επιφάνειες, ούτε καν τροχοί για την ανάδειξη και την ανάλυση κάποιου άλλου ήρωα. Ο συγγραφέας –πυρήνας οδηγείται στο φινάλε του βιβλίου επίσης «ραγδαία»-μάλλον βιαστικά εγώ θα έλεγα- και σχεδόν αναίτια μετά από ανούσιες ανακλήσεις παιδικών τραυμάτων και το διάβασμα της αλληλογραφίας-σαπουνόπερας του εκλιπόντος συναδέλφου του ενώ η πρώην ερωμένη του και επίσης ανεξιχνίαστη (πανέμορφη, πλούσια κτλ κτλ.)Δάφνη αμφιταλαντεύεται ακόμα (αλλά ω, πλέον άσκοπα) μεταξύ αυτού και της κατά τα άλλα τέλειας συζυγικής της ζωής…Και κάπου εκεί μάλλον διακυβεύεται και όλη η φιλολογία για τους ερωτευμένους στην οποία φιλοδοξεί το βιβλίο. Απέλπιδοι έρωτες
όμορφων αλλά προβληματικών ανθρώπων…Και μοναξιά, πολύ μοναξιά.
Σε τελική ανάλυση μπορεί απλώς αυτό το βιβλίο να μην είναι του γούστου μου… Θα ξαναδιαβάσω Θανάση Χειμωνά για να αποφασίσω αν μου αρέσει ή όχι το ιδίωμα του-ή και να το βρω τελικά γιατί κάποιο προσωπικό ύφος ομολογώ ότι δε διέκρινα. Και αν τελικά δεν μου αρέσει δεν θα ξαναγράψω τίποτα περί τούτου γιατί ήδη νιώθω πολύ πολύ κακός άνθρωπος ξαναδιαβάζοντας το κείμενό μου...

9.6.08

Η αθανασία είναι οι λέξεις

Το βιβλίο Πεθαίνω σαν χώρα έπεσε στα χέρια μου τυχαία πριν πολλά πολλά χρόνια. Δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ ποιος μου το έδωσε αλλά ήταν σε κάποια παράσταση που είδα 9.30 η ώρα, στις 26 εκείνου του Νοέμβρη και στην οποία έκατσα στη θέση Β13 και το εισιτήριο μου- προφανώς φοιτητικό- έκανε λέει 3000 δραχμές (για τόσο παλιά μιλάμε) και δεν έγραφε τον τίτλο της παράσταση πάνω του. Αφού λοιπόν μου το έκοψαν το έβαλα μηχανικά μέσα στο βιβλίο, ή ίσως και να το χρησιμοποίησα για αυτοσχέδιο σελιδοδείκτη αφού το ξεφύλλισα φαντάζομαι λίγο αφηρημένα, και ίσως και να σκάλωσα σε μερικές φράσεις αλλά μετά το ξέχασα όπως ένα σωρό άλλα στην τότε πάντα γεμάτη από βιβλία τσάντα και αφέθηκε άδοξα σε κάποιο ράφι στην φοιτητική μου βιβλιοθήκη για να το βρω απόψε όταν το μικρό-μόνο σε πάχος- βιβλίο του Δημήτρη Δημητριάδη ανασύρθηκε μετά από εσπευσμένη αναζήτηση από την τωρινή μου βιβλιοθήκη στη οποία βρισκόταν κρυμμένο διακριτικά τα τελευταία χρόνια ακολουθώντας με ευτυχώς πιστά στις εκάστοτε μετακομίσεις μου. Και έτσι το ξεχασμένο μου εισιτήριο από εκείνη την παράσταση αγνώστου τίτλου, πάνω από δέκα χρόνια τώρα, βρέθηκε ξανά στα χέρια μου κι όλα αυτά διότι το Σάββατο το βράδυ είχα την τύχη να παρακολουθήσω την εξαιρετική δραματοποίησή του εν λόγω βιβλίου από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό.

Ο Δημητριάδης αφ΄ ενός είναι δύσκολος. Οι αλήθειες του είναι τόσο ωμές και αιρετικές που ο αναγνώστης από τη μία μαγεύεται με τον πραγματικά συναρπαστικό του λόγο και από την άλλη μουδιάζει σοκαρισμένος από την σκληρότητά του- γιατί πρόκειται για μια σκληρότητά που απευθύνεται σε αυτόν τον ίδιο κατάφορα και απερίφραστα, σε αυτήν εδώ την χώρα και σε αυτούς τους ανθρώπους της και σε όλα όσα αυτοί πρεσβεύουν και πιστεύουν και τα οποία τινάζει ένα ένα δίχως δεύτερη σκέψη και έλεος στον αέρα ανάβοντας το φιτίλι και της πιο ελάχιστης αμφιβολίας για ό,τι θεωρείται ιερό, εθνικό, ηθικό, πρέπον, σωστό, ωφέλιμο κτλ. κτλ.. Η γλώσσα του κατρακυλάει με φόρα και τόλμη παρασέρνοντας κάθε ίχνος συστολής, κάθε επίφαση καθωσπρεπισμού, τσαλαπατάει ό,τι έχει να κάνει με το «politically correct», ενοχλεί και προσβάλει, ενίοτε με υπεροψία αλλά χωρίς ποτέ μα ποτέ να γίνεται χυδαία. Γλώσσα πλούσια διακλαδωτή και δαιδαλώδης ως Μπορχικός λαβύρινθος ( θυμίζει έξάλλου έντονα Μπόρχες ιδιαίτερα σε διηγήματα όπως «Το Λαχείο στη Βαβυλώνα» ή «Η αίρεση του Φοίνικα») στη οποία όλες οι λέξεις, πολύτιμες ή ημιπολύτιμες, στέκουν τόσο καλά παρατεταγμένες και ζυγισμένες που το τελικό σύνολο αν και ακούγεται παραληρηματικό και χειμαρρώδες τελικά είναι απροσδόκητα συμπαγές και στέρεο.

Η σκηνοθεσία αφ΄ εταίρου είναι ευφυέστατη. Δεν καταβροχθίζεται από το εκ των πραγμάτων επιβλητικό κείμενο, δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει με φαμφαρόνικα ευρήματα –ο Μαρμαρινός ούτως ή άλλως δεν έχει ανάγκη μετά από τόσα χρόνια ευφάνταστης δημιουργίας να αποδείξει την σκηνοθετική του ευρηματικότητα- χωρίς όμως και να απουσιάζουν οι καινοφανείς ιδέες, δεν καπελώνει το κείμενο αλλά αντιθέτως συνομιλεί με σεβασμό μαζί του, το αποκωδικοποιεί με το εντελώς προσωπικό του ιδίωμα και το προσαρμόζει εύστοχα στην σημερινή πραγματικότητα, επαρκώς συγκρατημένα γιατί αν και το έργο είναι γραμμένο το 78’ και προφανώς εμπνευσμένο από τον εμφύλιο, είναι αναπάντεχα σύγχρονο, κάτι που επίσης αναδεικνύεται εντόνως.

Η παράσταση απογειώνεται από την πρώτη σκηνή με μια υπέροχη μπαλάντα που τραγουδά νοσταλγικά όλος μαζί ο λαός των πολυάριθμων εθελοντών- εύρημα του οποίου η χρήση γίνεται με εξαιρετικά προσεγμένο και καθόλου φλύαρο τρόπο- και μέχρι και την σπαραχτική απόδοση από την παλιά και γήινη σαν την Ιστορία φωνή της Μπέμπα Μπλανς του τελευταίου και πιο σκληροπυρηνικού μέρους-καταγγελίας και επιλόγου του έργου παραμένει στο ύψος της με ασήμαντα κενά αέρος κρατώντας τον ευαίσθητο θεατή σε ασίγαστη συγκινησιακή εγρήγορση.
Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός ποτέ δεν με έχει απογοητεύσει και θεωρώ ότι διαρκώς αποδεικνύει με τις επιλογές του και τις πραγματοποιήσεις τους πως είναι ένας δημιουργός που εξελίσσεται. Με την τελευταία του αυτή παράσταση πραγματικά νιώθω ευγνωμοσύνη που μου υπενθύμισε με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο ένα τόσο μεγάλο κείμενο.

«Τι άλλο είναι ο παράδεισος τουλάχιστον για εκείνους που υφίστανται την απάτη και το μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά το πολυπόθητο και σπανιότατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο κι αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή;…Η Αθανασία είναι οι λέξεις»

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σαν Χώρα, Εκδόσεις Άγρα

22.5.08

Αταξίες (RTFM)





Αν εξαιρέσουμε τη σχέση της τελευταίας έκθεσης της γκαλερί Καππάτος με τον τίτλο της που είναι κυριολεκτικά εντροπική, κατά τα άλλα πρόκειται για μια συμπαθέστατη προσπάθεια που μπορεί να μην σου αλλάξει μεν τη ζωή και την κοσμοθεωρία σου για την τέχνη, αλλά τουλάχιστον σου προσφέρει την ευκαιρία να έρθεις σε μια πρώτη επαφή με τη δουλειά νέων και ταλαντούχων καλλιτεχνών.

Ο χώρος της γκαλερί είναι εξαιρετικός –με πολύ όμορφο φυσικό φως- και δίνει επαρκή αέρα στα έργα, γεγονός που ευνοεί ενδιαφέρουσες συνομιλίες μεταξύ τους (αρκεί πλέον με τις φορτωμένες εκθέσεις που δεν αφήνουν τα έργα να αναπνεύσουν).

Οι προβληματισμοί και τα μέσα των δημιουργών ποικίλουν. Ξεχωρίζει η δουλειά του Γιώργου Τούρλα που δοκιμάζει απρόβλεπτα εικαστικά "παιχνίδια" με μοτίβα βασισμένα στην ανατομία του ανθρώπινου σώματος, εξερευνώντας τα όρια της παραμόρφωσης αυτών και βρίσκεται σε διάλογο τόσο με τη δουλειά της Τούλας Πλούμη, που επίσης ασχολείται με την αλλοίωση μιας γνωστής ακίνδυνης φόρμας, προκειμένου να καταλήξει σε κάτι αναπάντεχο, και ίσως ενοχλητικό, όσο και με αυτή του Φίλιππου Καβάκα, όπου πάλι με αφετηρία το ανθρώπινο σώμα σε πειραγμένες οικίες εικόνες επιχειρείται μια κοινωνική κριτική.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον –τόσο θεματικά όσο και τεχνοτροπικά-παρουσιάζει και η δουλειά του Πέτρου Μώρη που ασχολείται με τη διακίνηση της γνώσης μέσω της εξέλιξης της έννοιας της «οδηγίας» καθώς επίσης και οι χειροτεχνίες του Κώστα Σαχπάζη.

Αν λοιπόν η φύση και μέσα σε αυτήν και ο άνθρωπος ρέπει αυθόρμητα και αναπόφευκτα προς την αταξία-όπως επισημαίνει ο όρος εντροπία- , στην προκειμένη περίπτωση η αταξία που επικράτησε τουλάχιστον στην επιλογή των έργων ενέχει μια ευχάριστα φρέσκια ματιά και ευφάνταστους συσχετισμούς που αν μη τι άλλο αξίζει κανείς να δει εν δράση. Το τυχαίο άλλωστε μπορεί κάλλιστα να αποβεί τερπνό (αν όχι ωφέλιμο).

Ομαδική Έκθεση «Εντροπία»

Συμμετέχουν οι Δάφνη Μπαρμπαγεωργοπούλου, Πέτρος Μώρης, Τούλα Πλουμή, Κώστας Σαχπάζης, Γιώργος Τούρλας, Γιάννης Κόκκαλης, Φίλιππος Καβάκας, Geeta Roopnarine.

Διάρκεια έκθεσης μέχρι 14 Ιουνίου 2008

Ώρες λειτουργίας: Τρ. Τετ. Πεμ. Παρ. 12-8μμ

Σαββ. 12-4μμ

Αίθουσα τέχνης Καππάτος

Οδός Αθηνάς 12, Μοναστηράκι

Αθήνα 10554

Τηλ. 210 3217931

Fax : 210 3221745

kappatos@otenet.gr

1.5.08

Η γνώση και η επιλογή


Το αρχείο ως πρωτογενής απόπειρα σύνθεσης εκδοχών της ιστορίας, η διαδικασία της επιλογής του κατάλληλου υλικού για την συγκρότηση μιας αρχειακής συλλογής και η λειτουργία της επιλογής αυτής στην κατασκευή της γνώσης.

Η πηγή της πληροφορίας- από τις αναγεννησιακές πολυσχιδείς Wunderkammer στις σύγχρονες μουσειακές πρακτικές και από τα πρότυπα της χαοτικής κατανυκτικής βιβλιοθήκης στην ασυδοσία του διαδικτύου.

Η Els Hanappe – με ένα παρελθόν χαμηλών τόνων μεν ιδιαιτέρως αξιόλογο δε, στους χώρους τέχνης- στα πλαίσια του νέο-θεσπισμένου ITYS (ιδιωτική πρωτοβουλία με σκοπό την ευαισθητοποίηση και το διάλογο γύρω από τη σύγχρονη τέχνη και τα ζητήματά της, στα πλαίσια της οποίας διοργανώνονται και παρουσιάσεις βιβλίων των συμμετεχόντων καλλιτεχνών) οργανώνει την, μέχρι τώρα τουλάχιστον, πιο ενδιαφέρουσα έκθεση σύγχρονης τέχνης για τη νέα χρονιά, στον πάντα συμπαθητικό και φροντισμένο χώρο του ΜΙΕΤ.

Οι αναζητήσεις της έκθεσης ξεκινούν με το θέμα γνώση και η εξουσία. Η βιβλιοθήκη, άντρο γνώσης, χώρος ευλάβειας σχεδόν θρησκευτικής αλλά και ελέγχου εξετάζεται από τους Fischer & El Sani που, εμπνεόμενοι από παλαιό αλλά γοητευτικότατο ντοκιμαντέρ του Alain Renais όπου η Εθνική βιβλιοθήκη της Γαλλίας παρουσιάζεται ως άλλη μπορχική Βιβλιοθήκη της Βαβέλ-θησαυροφυλάκιο όλης της γνώσης του κόσμου-, περιηγούνται με σχεδόν παιδική περιέργεια στη σύγχρονη εκδοχή της. Αντιστοίχως τόσο η Hofer όσο και ο Oehlen σχολιάζουν, καθείς με το μέσον του, την επιβολή της γνώσης μέσα από τους χώρους- ναούς αυτής.

Το δομικό στοιχείο της δε, το βιβλίο μέσα στα έργα του Ruppersberg αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως ιερός φορέας γνώσης αλλά και ως μέσον ελέγχου και καθοδήγησης, δυναμικό επιρροής μέσω προσωπικών δεδομένων και όψεων των γεγονότων, προβληματισμός που αναπόφευκτα συνδιαλέγεται με τη θεματική της κατασκευής της γνώσης και της ιστορίας από προσωπικές ιστορίες, που απασχολεί τη δουλειά της Ευσταθίου.

Ο σχολιασμός της σοβαρότητας και της ευθύνης της διαδικασίας επιλογής και σύνθεσης ενός αρχείου επιτυγχάνεται αφ΄ ενός μερικώς μέσα από τα έργα των Βλάχου, Χατζημιχάλη, Καραστεργίου και O' Kelly, αφ΄ εταίρου εμπειρικά, άρα και αποτελεσματικότερα, με το κεντρικό διαδραστικό έργο-αρχείο της έκθεσης, των Armin Linke και Peter Hanappe -σε συνεργασία με το ZKM/Zentrum fόr Kunst und Medientechnologie και το Sony Computer Science Laboratory - όπου ο ίδιος ο θεατής καλείται να συντάξει μόνος του μια μικρή συλλογή σε θέμα προσωπικής του σύλληψης, επιλέγοντας όποιες από τις διαθέσιμες 700 φωτογραφίες του Linke πιστεύει ότι εξυπηρετούν την ιδέα του.

Στον ίδιο πάντα προβληματισμό της αρχειοποίησης ο Dion και ο Boltanski παρατηρούν με σκεπτικισμό και ενίοτε χιούμορ, τα κριτήρια ομαδοποίησης σκόρπιου γνωστικού υλικού και την ανάγκη ένταξής του σε παρατεταγμένα- άρα και ελέγξιμα - πλαίσια.

Η πληροφορία, η πηγή της, και το πολιτικό και ηθικό της υπόστρωμα απασχολούν ως επί τω πλείστον τους Durand, Grubanov και Olesen, ενώ και ο Roccasalva, μέσα από τις έρευνές του για τη ζωγραφική, μελετά την συγκρότηση της γνώσης.

Η έκθεση «Επιλεκτική Γνώση» θα στεγάζεται στο ΜΙΕΤ
από τις 2 Απρίλίου – 20 Ιουνίου 2008
ΜΙΕΤ
Μέγαρο Εϋνάρδου, Αγίου Κωνσταντίνου 20 και Μενάνδρου
104 31 Αθήνα

Ώρες λειτουργίας: Τρίτη-Κυριακή 10:00-14:00
Τρίτη/ Πέμπτη 18:00-20:00


www.itys.org